Η θεατρική ομάδα του «Μακρυγιάννη» επέλεξε για φέτος ένα σύγχρονο έργο, ενός Γάλλου συγγραφέα που συνιστά μια ιδιαίτερα σπαρταριστή κωμωδία που είχε τέτοια επιτυχία και στην πόλη μας, που επαναλήφθηκε και μετά το Πάσχα. Πρόκειται για το έργο του Λ. Μπαφί, με τίτλο ΤΟΚ-ΤΟΚ. Ο Laurent Baffie είναι Γάλλος συγγραφέας, σκηνοθέτης ταινιών μικρού μήκους και χιουμορίστας. Είναι διάσημος για τις αστείες κάμερες «κρυφής λήψης», την ετοιμολογία του, το καυστικό του χιούμορ, καθώς και για τις γνώσεις του στη μουσική και τα ζώα. Το θεατρικό του έργο TOC TOC (όπου ΤΟC είναι η συντομογραφία της έκφρασης «Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή» στα γαλλικά, Τrouble Obsessionnel Compulsif,) ανέβηκε για πρώτη φορά το 2005 και γνώρισε τεράστια επιτυχία όπου αλλού ανέβηκε.
Η παγκόσμια θεατρική αυτή επιτυχία, μας βάζει σε μια αίθουσα αναμονής όπου έξι άνθρωποι με ιδεοψυχαναγκαστικές διαταραχές συναντιούνται και, μέσα από το χιούμορ, την αμηχανία και τη συγκίνηση, μας θυμίζουν ότι πίσω από κάθε φόβο και εμμονή υπάρχει ένας άνθρωπος που προσπαθεί να αντέξει, να αγαπηθεί και να αγαπήσει. Με σεβασμό και τρυφερότητα, η παράσταση μιλά για την ψυχική υγεία χωρίς ταμπέλες και λύπηση· γελάμε μαζί με τους ήρωες, αναγνωρίζουμε τον εαυτό μας και φεύγουμε λίγο πιο ανθρώπινοι, με ένα απλό αλλά ουσιαστικό μήνυμα: ο άνθρωπος δεν ορίζεται από τη διαταραχή του, αλλά από τον αγώνα και την ικανότητά του να αγαπά – ακόμα και τον πιο δύσκολο εαυτό του. Το έργο ασχολείται όχι με το τι προκάλεσε τις διαταραχές τους αλλά με τη δυναμική της στιγμής: τα ευτράπελα που προκαλεί η συνάντηση αυτών των έξι ψυχαναγκαστικών στον ίδιο χώρο. Γι’ αυτό εκτός από τις ερμηνείες έχουν μεγάλη σημασία ο ρυθμός και η χημεία των ερμηνευτών, σημεία που συγκαταλέγονται στα θετικά στοιχεία της παράστασης, αφού οι ηθοποιοί “δένουν” καλά μεταξύ τους και η εξέλιξη περιλαμβάνει αρκετά ενδιαφέροντα συμβάντα. Το τέλος επιφυλάσσει μια πολύ ωραία ανατροπή-έκπληξη. Υπάρχουν βωμολοχίες στο κείμενο, και χειρονομίες — στοιχεία που όμως υπηρετούν τον χαρακτήρα και το ύφος του έργου και είναι τόσο όσο «χρειάζεται». Και ενώ το κείμενο έχει μια αχαλίνωτη ενέργεια, η σκηνοθεσία και η ερμηνεία των ηθοποιών μετατρέπουν την παράσταση σε μια ομαδική ψυχοθεραπεία ψυχής και γέλιου.

Η συγκεκριμένη διασκευή της Ζωής Μπαρτζώκα, διατηρεί αναλλοίωτη τη δύναμη του έργου και ταυτόχρονα την εξελίσσει με ευφυΐα. Η σκηνοθεσία της είναι έξυπνη, προσεγμένη και πολύ μελετημένη όπως εξελίσσεται η πλοκή του έργου, απλή, καθαρή και χωρίς περιττά ευρήματα, υπηρετεί απόλυτα τον βασικό στόχο της παράστασης: να κάνει τον θεατή να γελάσει και να περάσει καλά. Κρατά το κοινό σε αγωνία και έχει λεπτομέρειες που ο θεατής πρέπει να προσέξει πριν δώσουν τις λύσεις και τις απαντήσεις οι ηθοποιοί. Το σημαντικό είναι όμως, πως με πολύ ενδιαφέρον βλέπουμε όλοι, λίγο ή πολύ, κάποια ψυχαναγκαστικά στοιχεία του χαρακτήρα μας με δόσεις χιούμορ. Οι ήρωες της παράστασης κουβαλούν τις δικές τους εμμονές, φοβίες και «τικ», όμως δεν γίνονται καρικατούρες. Αντίθετα, γίνονται καθρέφτες μας. Οι ηθοποιοί αποδίδουν τα μέγιστα και φέρνουν εις πέρας με εξαιρετική επιτυχία το δύσκολο αυτό εγχείρημα.
Ο Κώστας Γρούμπας, αεικίνητος ως Θεσσαλονικιός Παοκτσής ταξιτζής, γεμίζει ολόκληρη τη σκηνή με το ταλέντο και την ενέργειά του. Υποδύεται έναν άνθρωπο που έχει εμμονή με τους αριθμούς και υπολογίζει αριθμητικές πράξεις με το μυαλό του, με έναν τρόπο γεμάτο ρυθμό και ακρίβεια. Ο Στέφανος Μασούρας είναι εξαιρετικός ως ασθενής με σύνδρομο Ζυλ ντε λα Τουρέτ. Υποδύεται έναν άνθρωπο που δεν μπορεί να σταματήσει να βρίζει, να κάνει χειρονομίες και να σκορπά ασταμάτητο γέλιο. Το κάνει τόσο αυθόρμητα και πειστικά, που αντί να σοκάρει, σε κάνει να γελάς. Η ένταση που βγάζει, αποτυπώνεται και στην φυσική του κατάσταση. Ο Αργύρης Σταυρουλάκης κερδίζει τις εντυπώσεις, σε έναν χαρακτήρα με ιδιαίτερες κινησιολογικές απαιτήσεις, καθώς δεν αντέχει να πατήσει πάνω σε γραμμές — ένας ρόλος που σε κάνει να γελάς και να τον συμπαθήσεις χωρίς δεύτερη σκέψη. Δημιουργεί μια όμορφη αναστάτωση μόλις μπαίνει στη σκηνή. Η Όλγα Τσιάφη, είναι απόλυτα πειστική ως βαθιά θρησκευόμενη γυναίκα που φοβάται πως, φεύγοντας από το σπίτι, κάτι έχει ξεχάσει ανοιχτό: το νερό, τον θερμοσίφωνα, το ρεύμα. Δίνει ζωή σε έναν χαρακτήρα απόλυτα αναγνωρίσιμο, με μια ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή που λίγο-πολύ όλοι έχουμε βιώσει. Η δε θρησκευτική της ευλάβεια προκαλεί το γέλιο, καθώς αναφέρεται σε όλους τους αγίους που σχετίζονται με ασθένειες. Η Ιουλία Σωτηρίου, ως Λαρισαία με εμμονή στην καθαριότητα, φόβο για τα μικρόβια και αδυναμία να σταθεί δευτερόλεπτο χωρίς να απολυμάνει τα πάντα γύρω της δίνει ένα ρεσιτάλ ερμηνείας. Οι εκφράσεις της, οι γκριμάτσες, ο τρόπος που «σιχαίνεται» τον κόσμο και φτάνει στα όρια του εμετού είναι ξεκαρδιστικά αριστουργηματικά. Αξίζει να σημειωθεί ο υπέροχος και απολύτως αβίαστος τρόπος με τον οποίο μιλά, αξιοποιώντας την προφορά της Λαρισαίας με φυσικότητα και χιούμορ. Η Δώρα Γκούβα, ως δασκάλα που επαναλαμβάνει ό,τι λέει δύο φορές, είναι απολαυστική και αφοπλιστική. Από την πρώτη της ατάκα, το γέλιο ξεκινά αβίαστα. Με κάθε έκφραση, κάθε λέξη και κάθε μικρή λεπτομέρεια στην ερμηνεία της, χαρίζει απλόχερα γέλιο στο κοινό. Η Κατερίνα Παππά ως γραμματέας του γιατρού δίνει μια ιδιαίτερη νότα σε έναν ευφάνταστο ρόλο. Ο τρόπος ομιλίας, η κίνηση των χεριών, η στάση του σώματος κερδίζουν αμέσως την προσοχή.

Τα σκηνικά του Θοδωρή Κλεισούρα, η μουσική των Χρ. Παπαρούνη και Γ. Στάγκα, οι φωτισμοί του Σ. Λάμπρη ολοκληρώνουν μια άρτια παράσταση από την οποία στο τέλος, φεύγεις όχι μόνο πιο ανάλαφρος, αλλά και λίγο πιο ανοιχτός: έτοιμος να δεις τον άλλον αλλιώς, να τον καταλάβεις, να τον πλησιάσεις με περισσότερη κατανόηση.
Δείτε εδώ κείμενα του κ.Κωσταβασίλη
