Οι πρόσφατες δηλώσεις του πρωθυπουργού σχετικά με την πρόθεση του κόμματός του (Νέα Δημοκρατία) να προτείνει μια συνταγματική μεταρρύθμιση που θα θέτει και το ζήτημα της άρσης της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων αποτελεί μια καλή βάση συζήτησης για το τι ακριβώς επιδιώκει η κυβέρνηση για την κρατική μηχανή και το δημόσιο τομέα. Για να μπορούμε, όμως, να μιλούμε επί πραγματικών ζητημάτων, θα πρέπει να τονίσουμε ότι, σύμφωνα με την ιστοσελίδα Kathimerini.gr (που αντικυβερνητική δεν τη λες), ο πρωθυπουργός τόνισε τα εξής: «Η Ν.Δ. θα εισηγηθεί την αναθεώρηση του α. 103 του Συντάγματος. Η ρύθμιση θα αφορά όλους τους δημοσίους υπάλληλους. Έχουμε κάποιους δημοσίους υπαλλήλους που συστηματικά αρνούνται να δουλέψουν. Για την αναθεώρηση θα χρειαστούμε συνεργασία και άλλων κομμάτων. Η διαδικασία θα ξεκινήσει στα τέλη αυτού του έτους. Η νέα σύνοδος θα είναι αναθεωρητική. Το 2026 θα είναι η χρονιά που θα συζητήσουμε αναλυτικά ζητήματα του Συντάγματος». Τα παραπάνω επαληθεύονται και από την ιστοσελίδα Protothema.gr, στην οποία προστίθεται ότι ο πρωθυπουργός είπε ότι «αφορά τη θεσμική κατοχύρωση της αξιολόγησης αφενός για να επιβραβεύουμε τους συνεπείς και αφετέρου, αν υπάρχουν περιπτώσεις υπαλλήλων που συστηματικά δεν ανταποκρίνονται στις προδιαγραφές, να μην υπάρχει συνταγματικό κώλυμα προκειμένου και να απομακρύνονται από το Δημόσιο».
Εδώ θα πρέπει να τονίσουμε μια πρώτη ανακρίβεια. Δεν υπάρχει κανένα συνταγματικό κώλυμα για την απομάκρυνση επίορκων ή εντόνως παραβατικών δημοσίων υπαλλήλων από το Δημόσιο. Η συνταγματική προστασία της μονιμότητας έγκειται στο να μη μπορεί η οποιαδήποτε εκτελεστική εξουσία να απολύει υπαλλήλους για οποιονδήποτε λόγο και όποτε της καπνίσει. Γι’ αυτό ορίζεται ότι για να απολυθεί δημόσιος υπάλληλος θα πρέπει να αποφασίσουν τα αρμόδια πειθαρχικά όργανα με αιτιολογημένη απόφασή τους. Ειδικότερα, το άρθρο 109 του δημοσιοϋπαλληλικού κώδικα ορίζει ότι για μια σειρά σοβαρών παραβάσεων (μακρόχρονη αδικαιολόγητη απουσία, παράβαση καθήκοντος, δωροδοκία κ.λπ.) προβλέπεται η ποινή της οριστικής παύσης (δηλ. απόλυσης). Επομένως η επίκληση της δήθεν επιθυμίας να προστατευτεί το δημόσιο από «κακούς» δημόσιους υπαλλήλους που αρνούνται να δουλέψουν είναι τελείως προσχηματική, εφόσον η διοίκηση, αν μπορεί να αποδείξει ότι κάποιος αρνείται συστηματικά να δουλέψει, μπορεί να τον παραπέμψει στο αρμόδιο πειθαρχικό όργανο με το αίτημα της απόλυσης. Η μονιμότητα δεν στέκει εμπόδιο σ’ αυτό. Στέκει, όμως, εμπόδιο σε κάτι άλλο. Στην κατά το δοκούν χρήση του δημόσιου κρατικού μηχανισμού ως πόλου εξυπηρέτησης κομματικών συμφερόντων, ως μοχλού πίεσης και καταπίεσης των πολιτών προκειμένου να ψηφίζουν το εκάστοτε κυβερνών κόμμα, ως οργάνου εκβιασμού των δημοσίων υπαλλήλων να εξυπηρετούν κομματικούς σκοπούς προκειμένου να μην απολυθούν. Αυτή η κατάσταση ίσχυε πριν τη θέσπιση της μονιμότητας και είναι γνωστή η ιστορία για το πώς απέκτησε την ονομασία της η πλατεία Κλαυθμώνος στην Αθήνα, μπροστά στην παλαιά βουλή, όταν, μετά από κάθε εκλογική διαδικασία οι δημόσιοι υπάλληλοι συγκεντρώνονταν μπροστά στο κτήριο της τότε βουλής παραπονούμενοι για το ενδεχόμενο της απόλυσής τους. Βλέπετε, τότε ήταν συνήθης διαδικασία η νέα κυβέρνηση να απολύει τους δημοσίους υπαλλήλους για να μπορεί να διορίζει «δικούς της» τους οποίους απέλυε η επόμενη και ούτω καθεξής. Αυτή την κατάσταση ήρθε να ανατρέψει ο Ελευθέριος Βενιζέλος το 1911, όταν, μεταξύ άλλων, απαγόρευσε στους δημοσίους υπαλλήλους να είναι βουλευτές και υπάλληλοι ταυτόχρονα (ενώ ιατροί, δικηγόροι, μηχανικοί κ.α. μπορούσαν να έχουν και την επαγγελματική τους πηγή εισοδήματος και την βουλευτική). Για να ισοσκελίσει την αδικία, πέρασε τη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων και των δικαστικών (που, όπως είδαμε δεν είναι ακριβώς μονιμότητα, αλλά προστασία από την άδικη απόλυση).

Όπως τονίζει ο νομικός Γ. Αργυρόπουλος, με την αναθεώρηση του Συντάγματος το 1911 θεσπίστηκε η συνταγματική εγγύηση της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων ως ένα ισχυρό αντίβαρο στην κομματική φαυλοκρατία και ασυδοσία, που επικρατούσε μέχρι τότε, σχετικά με τους διορισμούς και τις απολύσεις των δημοσίων υπαλλήλων. Με εισήγηση του Ελευθερίου Βενιζέλου κατέστη δυνατό να περάσει από τη Β’ Αναθεωρητική Βουλή διάταξη (άρθρο 102), στην οποία ο θεσμός της συνταγματικής μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων ήταν εξαιρετικά ενισχυμένος αφού εμποδίζεται η απόλυση των τελευταίων εφόσον υφίσταντο οι σχετικές υπηρεσίες. Για πρώτη φορά, λοιπόν, κατοχυρώνεται συνταγματικά η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων, με σκοπό να υπάρξει καθεστώς ουδετερότητας και ανεξαρτησίας τους από τις πολιτικές επιρροές και τους κομματικούς ανταγωνισμούς και μάλιστα με τόση πληρότητα, ώστε τίποτα δεν προστέθηκε στους θεσμούς αυτούς από πλευράς ουσιαστικής προστασίας των δημοσίων υπαλλήλων.
Μετά την παγίωση του θεσμού της μονιμότητας, σε περιόδους έκρυθμης πολιτικής ζωής οι δημόσιοι υπάλληλοι πολλές φορές ήρθαν αντιμέτωποι με τον κίνδυνο απομάκρυνσής τους αφού η κατάργηση οργανικών θέσεων οδηγούσε αυτομάτως και στην άρση της μονιμότητας αυτών. Αυτό ισχύει και σήμερα καθώς η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων στο άρθρο 39 του Υπαλληλικού Κώδικα είναι συνυφασμένη με την ύπαρξη της αντίστοιχης «νομοθετημένης» οργανικής θέσης. Ακόμα κι αυτή τη δυνατότητα, όμως, μπορεί να την εκμεταλλευτεί κάποια αδίστακτη εκτελεστική εξουσία. Ποιος μπορεί να ξεχάσει την κατάργηση σε μια νύχτα δεκάδων ειδικοτήτων της δημόσιας επαγγελματικής εκπαίδευσης (ενώ οι ίδιες ειδικότητες διατηρούνταν στην ιδιωτική), από την κυβέρνηση Σαμαρά το 2013, με αποτέλεσμα τη διαθεσιμότητα, αρχικά, και απόλυση αργότερα δεκάδων εκπαιδευτικών;
Ας μην εθελοτυφλούμε λοιπόν. Τα δεινά του δημόσιου τομέα δεν οφείλονται στους δημοσίους υπαλλήλους που δήθεν αρνούνται να εργαστούν. Αν ο δημόσιος τομέας είναι υπερφορτωμένος (που δεν είναι, όπως έδειξε η απογραφή του 2012) δεν ευθύνονται οι υπάλληλοι, αλλά οι πολιτικοί που τους διόρισαν. Αν οι υπηρεσίες του κράτους δεν λειτουργούν σωστά, φέρουν μεγαλύτερη ευθύνη όσοι τις αφήνουν ανεξέλεγκτες, αλλά πολύ περισσότερο υποστελεχωμένες και υποχρηματοδοτούμενες, για να μπορούν να προσλαμβάνουν συγγενικά πρόσωπα ως μετακλητούς υπαλλήλους ή να αυξάνουν τα «μπόνους» που προστίθενται στη βουλευτική και υπουργική αποζημίωση! Αν η αξιολόγηση βρίσκει αντίσταση φταίνε όσοι την αξιολόγηση τη χρησιμοποίησαν στο παρελθόν για εξυπηρέτηση ιδιοτελών σκοπών ή για κομματικές αντεκδικήσεις. Κι αν με το πρόσχημα της αξιολόγησης επιχειρείται η απόλυση πληθώρας δημοσίων υπαλλήλων, αυτό δείχνει όχι ότι η κυβέρνηση κόπτεται για τη σωστή λειτουργία του κράτους, αλλά ότι πιθανότατα σκοπεύει να το παραχωρήσει κι αυτό σε ιδιώτες. Μακάρι να κάνω λάθος.
Δείτε εδώ κείμενα του κ.Κωσταβασίλη
