Skip to content

Στη δεύτερη παράσταση της φετινής σεζόν, το θεατρικό τμήμα του «ΣΚΟΥΦΑ» επέλεξε να ανεβάσει ένα κλασικό έργο, του σπουδαίου Ρώσου συγγραφέα Νικολάι Γκόγκολ, τον «Επιθεωρητή», σε μετάφραση του Ερρίκου Μπελιές. Ο Γκόγκολ, γεννημένος το 1810 σε μια επαρχιακή πόλη της νοτιοανατολικής Ρωσίας, αποτελεί μια από τις πλέον σημαντικές λογοτεχνικές μορφές της χώρας του. Μολονότι γαλουχήθηκε δίπλα στον Αλεξάντερ Πούσκιν που εγκαινίασε τον χρυσό αιώνα της Ρωσικής διανόησης, ωστόσο δεν τον ακολούθησε στα μονοπάτια του ρομαντισμού. Ο νεαρός Νικολάι μετακόμισε νωρίς στην Αγία Πετρούπολη, προκειμένου να εργαστεί ως δημόσιος υπάλληλος. Όταν όμως τελικά προσελήφθη στο υπουργείο οικονομικών, συγκρούστηκε με την νοοτροπία των συναδέλφων του υπαλλήλων και παραιτήθηκε σε μόλις τρεις μήνες. Η εμπειρία του από το Ρωσικό δημόσιο, τον στιγμάτισε καταλυτικά, ωθώντας τον να ασχοληθεί με αυτό τόσο στα πεζά, όσο και στα θεατρικά του έργα.

Στον Επιθεωρητή, γραμμένο το 1834, ο Γκόγκολ διαπέρασε την αυστηρή λογοκρισία της τσαρικής Ρωσίας. Στο έργο, ο συγγραφέας σατίρισε με υπερβολικό τρόπο την γραφειοκρατία και διαφθορά των εκπροσώπων του δημοσίου τομέα της εποχής. Ο έπαρχος μιας μικρής πόλης θορυβείται ιδιαίτερα, όταν πληροφορείται ότι ένας επιθεωρητής από την πρωτεύουσα πρόκειται να επισκεφθεί την πόλη. Ανήσυχος λόγω της κακοδιοίκησης του, αλλά και της κατασπατάλησης των δημοσίων πόρων και της διασπάθισης των οικονομικών κονδυλίων, συγκεντρώνει γύρω του τους υφιστάμενούς του και συνεργάτες, προκειμένου να τους προειδοποιήσει. Όταν ενημερώνονται ότι ο επιθεωρητής βρίσκεται ήδη στην πόλη τους, σπεύδουν πανικόβλητοι, να τον γνωρίσουν και να αμβλύνουν τις εντυπώσεις από τις παρανομίες τους. Από μια παρεξήγηση όμως, θεωρούν ότι ο επιθεωρητής είναι ο Ιβάν Χλιεστακόβ, ένας μικροαπατεώνας, ψευτοδιανοούμενος, τεμπέλης και ασυνείδητος τύπος που ταξιδεύει με τον υπηρέτη του, τον Οσίπ και αντιλαμβάνεται το λάθος των επισήμων, εκμεταλλευόμενος την κατάσταση προς όφελός του. Οι παρεξηγήσεις διαδέχονται η μία την άλλη, μέχρι που ο Χλιεστακόβ φεύγει έχοντας πάρει όχι μόνον τα χρήματα του έπαρχου και των υφισταμένων του, αλλά και την, εναπομείνασα, αλαζονεία τους.

Το έργο οφείλει πολλά στο περιεχόμενο που έδιναν οι Ρώσοι (αλλά κι οι Έλληνες του 20ου αι.) στην έννοια του «κρατικού υπαλλήλου», ως ένα άτομο που υπηρετεί ένα ιδιότυπο «ιερατείο» του καθεστώτος, και που εξυπηρετεί το συμφέρον του μέσα από το δημόσιο λειτούργημα. Έτσι όλοι οι βασικοί χαρακτήρες είναι απρόσωποι «υπάλληλοι», εξαρτήματα μιας αστικής γραφειοκρατίας που κυκλοφορούν σε σαθρό έδαφος σπαρμένο έγγραφα, εντάλματα, διατάξεις, παράσημα, καχυποψία και συναλλαγή. Όνειρό τους μια προαγωγή και μόνη μέθοδος επιβίωσης η μετάθεση ευθυνών, παγιδευμένοι στο σύστημα με μακρινό τους όνειρο μια μετάθεση στην πρωτεύουσα, με αξιώματα και τιμές. Έτσι ο αρνητικός ήρωας του Γκόγκολ δρα ως καταλύτης σε ένα καθορισμένο κοινωνικό πλαίσιο που αποδίδεται νατουραλιστικά. Οι αξιωματούχοι κρατικοί υπάλληλοι, όταν μετά την αποκάλυψη της εις βάρος τους απάτης φτάνουν σ’ έναν βαθμό ντροπής (προθάλαμο της αυτοσυνειδησίας), έρχονται αντιμέτωποι με την είδηση πως ο αληθινός επιθεωρητής είναι στην πόλη, οπότε θα πρέπει πάλι να επιστρατεύσουν τη συναλλαγή, την αμοιβαιότητα του συναφιού για να επιβιώσουν.

Ο «Επιθεωρητής» δεν είναι άγνωστος στο αρτινό κοινό, το οποίο ήρθε σε επαφή μαζί του πριν περίπου 15 χρόνια σε παράσταση της ΑΘΟΑ σε σκηνοθεσία Σωτήρη Σαρλή. Απέναντι σε κοινό που γνωρίζει, το έργο της σκηνοθέτιδος Έλλης Μάνθα ήταν πιο απαιτητικό και η ίδια ανταποκρίθηκε με απόλυτη επιτυχία στην πρόκληση να παρουσιάσει κάτι νέο και διαφορετικό, τιμώντας παράλληλα το περιεχόμενο και το νόημα του έργου. Οργάνωσε μια σκηνοθεσία που ορθώς οδηγεί προς τη φάρσα και το συγκροτημένο γκροτέσκο, διδάσκοντας μια απόδοση που υπηρετεί ένα στυλιζάρισμα το οποίο αναδεικνύει την υποκρισία των χαρακτήρων και φέρνει στην επιφάνεια το σατιρικό υπόβαθρο του έργου. Στην προσπάθειά της αυτή ευτύχησε να την ακολουθήσουν και οι ηθοποιοί που ερμήνευσαν μοναδικά τους ρόλους (κύριους και δευτερεύοντες). Ο Φώτης Παπαφώτης, ως έπαρχος, προβάλλει την μεμψιμοιρία αλλά και την πονηριά του «λαμόγιου» κρατικού παράγοντα, τόσο με την έκφραση του προσώπου και του λόγου, όσο και με την κινησιολογία του, με τρόπο επαγγελματικό. Η Άννα Λαμπράκη, ως κοκέτα και μεγαλομανής σύζυγος του έπαρχου υπηρετεί το ρόλο της με φυσικότητα και απλότητα που δείχνουν ικανότητα υποκριτική και θεατρική δουλειά. Η Μαριάννα Καραγιάννη, ως νεαρή κόρη του έπαρχου, αποδίδει με πιστότητα την ελπίδα για έξοδο από τη στασιμότητα και την ανία της μικρής πόλης. Ο Στέφανος Μασούρας ως υπεύθυνος των κοινωνικών δομών, με πρόφαση τις οποίες έχει καταχραστεί μεγάλα ποσά εράνων, εκφράζει με ακρίβεια την μικροπρέπεια αλλά και τη δουλοπρέπεια του ιδιοτελούς υπαλλήλου που έχει λερωμένη τη φωλιά του. Ο Γιώργος Σταύρος, ως υπεύθυνος των σχολείων αποδίδει με λιτότητα και κινησιολογική και εκφραστική πιστότητα τόσο τη νωχελικότητα του βαριεστημένου δημόσιου υπάλληλου, όσο και την αγωνία της αξιολόγησης. Ο Παντελής Σιώζος, ως δικαστής, επιρρεπής στα φιλοδωρήματα, αποπνέει με τη στάση του και τις κινήσεις του ακριβώς τη σαθρότητα του συστήματος. Ο Θωμάς Χρήστου, ως ψευτο-επιθεωρητής, παρουσιάζει έναν Χλιεστακόβ γεμάτο επιτήδευση, πονηριά, σνομπισμό και θράσος. Η φυσικότητα με την οποία εμφανίζεται να απολαμβάνει το παιχνίδι που οι άλλοι του επέβαλαν, αλλά στο οποίο ο ίδιος ορίζει τους κανόνες, είναι σχεδόν επαγγελματική. Η Στεργιανή Βερνιώτου και η Φωτεινή Τσαδήμα, ως υπεύθυνες του ταχυδρομείου και άτυπες πληροφοριοδότριες της πόλης, δίνουν το κωμικό του ρόλου τους με φυσικότητα και τρόπο άμεσο και απλό. Τις περνάς για ρωσίδες νοικοκυρές άνετα. Ο Παναγιώτης Καβαλίκας αποδίδει τον υπηρέτη του ψευτο-επιθεωρητή με την πονηράδα και την αφέλεια που απαιτεί ο ρόλος. Η Βασιλική Μαλτέζου, ως υπηρέτρια του επάρχου σε κάνει να πιστεύεις ότι αυτή είναι η καθημερινή της εργασία. Η Κατερίνα Τσώλα είναι εξαιρετική και στους δύο ρόλους της (καμαριέρα και χορεύτρια στην αρχική σκηνή). Ο Γιώργος Τσάκαλος και ο Θανάσης Μαλτέζος αποδίδουν αριστοτεχνικά τις συναισθηματικές μεταπτώσεις των εμπόρων που ενώ καταγγέλλουν τον έπαρχο, βρίσκονται στο έλεός του. Η Γεωργία Φωτακοπούλου εκφράζει με απόλυτη ακρίβεια την ψυχρότητα ενός αστυνομικού οργάνου.

Τα σκηνικά των Σ. Γούσια και Χρ. Παππά υπηρετούν με τον καλύτερο τρόπο την εξέλιξη του έργου. Τα κοστούμια της Ειρ. Νάκου αποδίδουν με ενάργεια την εποχή και την περιοχή όπου η υπόθεση εξελίσσεται, οι φωτισμοί και τα ηχητικά του Γ. Νικολακόπουλου και η μουσική επιμέλεια της σκηνοθέτιδος ολοκληρώνουν μια απολαυστική αλλά και καλοδουλεμένη παράσταση που δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από τις αντίστοιχες επαγγελματικές.

Δείτε εδώ κείμενα του κ.Κωσταβασίλη