Ανάμεσα σε παγκόσμιες ημέρες για το περιβάλλον, την τρίτη ηλικία, το θέατρο ή το παιδικό βιβλίο, ξεχωρίζει μια επέτειος που μοιάζει σχεδόν παράδοξη, ίσως και λίγο ειρωνική για την εποχή μας: η Παγκόσμια Ημέρα Ελπίδας, στις 11 Ιουλίου. Αναρωτιέμαι, αλήθεια, χρειάζεται μια θεσμοθετημένη υπενθύμιση για να θυμόμαστε το προφανές; Χρειάζεται ένα επίσημο εικοσιτετράωρο για να γιορτάσουμε τον μόνιμο, αθόρυβο σύντροφο που μας κρατά συντροφιά στη μεγαλύτερη διάρκεια της ζωής μας, ακόμα κι όταν τα σκοτάδια γύρω μας πυκνώνουν επικίνδυνα;
Ίσως ναι. Γιατί στην καθημερινή μας περιπλάνηση, τείνουμε να ξεχνάμε πως η ελπίδα δεν είναι μια πολυτέλεια των ανέμελων, αλλά η κινητήριος δύναμη για κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα. Είναι δομικό στοιχείο του ανθρώπινου χαρακτήρα, μια αυθόρμητη αντίδραση μπροστά στο άγνωστο και, ταυτόχρονα, μια εγγενής προσπάθεια άμυνας απέναντι στο αναπόφευκτο τέλος που κάποια στιγμή θα μας καταβάλει. Χωρίς αυτήν, η ανθρωπότητα θα είχε καθηλωθεί στην πρώτη της σπηλιά. Χωρίς αυτήν, απλώς δεν υπάρχει προοπτική ανάπτυξης και προόδου.
Ανέκαθεν οι λαοί προσπαθούσαν να εγκλωβίσουν αυτή την ασύλληπτη δύναμη σε λέξεις. «Η ελπίδα πεθαίνει πάντα τελευταία», ψιθυρίζουμε εμείς οι Έλληνες στα δύσκολα. «Dum spiro, spero» (όσο ζω, ελπίζω), διακήρυτταν οι αρχαίοι Λατίνοι, συνδέοντας την ελπίδα με την ίδια την ανάσα. Ακόμα και στη λογοτεχνία, η παρουσία της είναι λυτρωτική. «Αυτό που κάνει την έρημο όμορφη είναι ότι κάπου κρύβει ένα πηγάδι», έγραφε με τη μοναδική του ευαισθησία ο Αντουάν ντε Σαιν Εξυπερύ στον Μικρό Πρίγκιπα, ενώ ο Βρετανός φιλόσοφος Μπέρναρντ Γουίλιαμς σημείωνε με νόημα πως «η μέρα που ο Θεός δημιούργησε την ελπίδα ήταν πιθανότατα η ίδια μέρα που δημιούργησε την Άνοιξη».
Υπάρχει, βέβαια, και ο αντίλογος. Στον αντίποδα αυτής της φωτεινής προσδοκίας, στέκονται οι υμνητές της απελπισίας, εκείνοι που θεώρησαν την ελπίδα μια μορφή αυταπάτης. «Δεν ελπίζω τίποτα, δε φοβάμαι τίποτα, είμαι ελεύθερος», χαράχτηκε μνημειωδώς στον τάφο του Νίκου Καζαντζάκη. Παρομοίως, μεγάλοι νομπελίστες, όπως ο Αλμπέρ Καμύ, αρνήθηκαν να υποταχθούν στη γλυκερή θαλπωρή της. Με όλο τον σεβασμό στα μεγαθήρια του πνεύματος, δε νομίζω ότι είχαν δίκιο. Το πρόβλημα δεν εντοπίζεται στην ίδια την ελπίδα καθεαυτή, αλλά στο πώς τη χειρίζεται ο κάθε άνθρωπος προκειμένου να βελτιώσει ή να δώσει νόημα στη ζωή του.
Στην πραγματικότητα, υπάρχουν δύο ειδών ελπίδες. Από τη μια, η ψευδεπίγραφη ελπίδα. Είναι εκείνη που συνοδεύεται από μοιρολατρία και ηττοπάθεια. Σε οδηγεί στην παραίτηση, καθώς τα περιμένεις όλα έτοιμα από κάποιο θαύμα που ελπίζεις ότι κάποτε, νομοτελειακά, θα σου συμβεί. Είναι η ελπίδα των αντιηρώων του Κώστα Βάρναλη, που ομολογούν σκυθρωποί: «Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα, προσμένουμ’ ίσως κάποιο θάμα!». Αυτή η στάση δεν είναι ελπίδα• είναι πνευματικός λήθαργος. Από την άλλη, η ενεργός ελπίδα. Αυτή προκύπτει από την αυτογνωσία του ανθρώπου, την εμπιστοσύνη στις δυνάμεις του, αλλά και τη δύναμη που γεννά η Πίστη. Και όταν λέμε πίστη, εννοούμε την εμπιστοσύνη σε ό,τι αποτελεί για τον καθένα μας μια Ανώτερη Δύναμη —στο Θεό για τους περισσότερους, ή σε υψηλά ιδανικά για άλλους. Αυτή η πίστη αναπτερώνει τις δυνάμεις μας και οδηγεί σε πράξεις δυναμικές, σε δράση λυτρωτική και στην ουσιαστική βελτίωση των όρων της ύπαρξής μας. Θεμέλιο αυτής της κίνησης δεν είναι άλλο από την αγάπη για τον άνθρωπο και το ενδιαφέρον για τη βελτίωση της ζωής του, που συνιστούν τη βαθύτερη λογική του ανθρωπισμού, πάνω στην οποία χτίστηκε το οικοδόμημα των ηθικών αξιών του σύγχρονου πολιτισμού.
Και κάπου εδώ, επιστρέφουμε στο σήμερα της Παγκόσμιας Ημέρας. Ας ρίξουμε μια ματιά στην κοινωνία μας. Η σταδιακή απομάκρυνση από αυτές τις ανθρωπιστικές αρχές μας οδηγεί, αργά αλλά σταθερά, σε μια πρωτοφανή αποδιάρθρωση. Ο σύγχρονος άνθρωπος βιώνει μια βαθιά, υπαρξιακή απελπισία, εγκλωβισμένος στην αποθέωση των υλικών αγαθών, του άκρατου καταναλωτισμού και μιας τεχνολογίας που αναπτύσσεται εις βάρος των συναισθημάτων, της ανθρωπιάς και της συναδέλφωσης. Έχουμε αποκρυπτογραφήσει τα μυστικά της Φύσης, αλλά αντί για Σοφία, εισπράττουμε αλαζονεία και την ψευδαίσθηση ότι είμαστε οι απόλυτοι κυρίαρχοι του πλανήτη. Αυτή η ασυδοσία μας αφήνει γυμνούς, έρμαια των επιτήδειων που εξυπηρετούν τα δικά τους συμφέροντα, συσσωρεύοντας τον πλούτο σε όλο και λιγότερα χέρια.
Δεν είναι, αλήθεια, η καθημερινότητά μας ένα ζωντανό παράδειγμα αυτής της κατάντιας; Ποιος μπορεί σήμερα να πάρει γενναίες πολιτικές αποφάσεις που θα κάνουν τη ζωή της συντριπτικής πλειονότητας των ανθρώπων καλύτερη, βάζοντας φρένο στην απληστία των λίγων; Ποιος πολιτικός ή κοινωνικός ταγός έχει ως πραγματικό οδηγό του την αγάπη για τον συνάνθρωπο; Τα παραδείγματα γύρω μας, που κάποτε σπάνιζαν, τώρα έχουν αρχίσει να εκλίπουν.
Η απάντηση, ωστόσο, δεν βρίσκεται στην παραίτηση. Βρίσκεται στην αναδρομή στη σοφία του παρελθόντος και στην προσπάθεια υπεύθυνης αποκρυπτογράφησης του μέλλοντος. Αν χρησιμοποιήσουμε τη γνώση με αγάπη και βαθιά πίστη στη δύναμη αυτής της αγάπης, τότε μόνο θα κινητοποιήσουμε τις αστείρευτες δυνάμεις που κρύβει η ανθρώπινη ψυχή. Είναι εύκολο; Προφανώς όχι, καθώς, όπως λέει κι ο μεγάλος μας ποιητής Οδ. Ελύτης, «Για να γυρίσει ο ήλιος θέλει δουλειά πολλή». Αλλά αυτή ακριβώς είναι η ουσία της Παγκόσμιας Ημέρας Ελπίδας. Δεν είναι μια μέρα για να ευχηθούμε παθητικά ένα καλύτερο αύριο, αλλά μια μέρα για να σηκώσουμε τα μανίκια και να αρχίσουμε να το χτίζουμε.
