Ο Χρήστος Αστερίου γεννήθηκε το 1971 στην Αθήνα. Έχει δημοσιεύσει μυθιστορήματα, διηγήματα και νουβέλες. Επιμελήθηκε τις επιστολές του Δ.Π. Παπαδίτσα προς τον Ε.Χ. Γονατά Να μου γράφεις, έστω και βαδίζοντας (Εκδόσεις Πατάκη, 2001) και μετέφρασε βιβλία λογοτεχνίας από τα γερμανικά (Κρίστα Βoλφ, Χανς-Γκέοργκ Γκάνταμερ, Κλέμενς Ζετς κ.ά.). Το τελευταίο του βιβλίο, Η εγγαστρίμυθη φάλαινα, κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πατάκη και μας έδωσε την αφορμή για την ακόλουθη συνέντευξη.
Πώς ξεκίνησε η ιδέα της συγγραφής του βιβλίου Η εγγαστρίμυθη φάλαινα;
Η πρώτη ιδέα, το πρώτο «εύρημα» αν θέλετε, ήταν ένα χωριό στο οποίο θα κατέφευγαν λοξοί καλλιτέχνες και το οποίο θα κατέληγε να γίνει αργότερα ένα απέραντο μουσείο. Σταδιακά προστέθηκαν και άλλα στοιχεία. Ποτέ, ωστόσο, δεν γνωρίζω πώς έρχονται οι καλές ιδέες. Ούτε πώς αναπτύσσονται. Αν το ήξερα, θα μπορούσα να επαναλάβω τη διαδικασία κατά το δοκούν.
Ο τίτλος του βιβλίου είναι συμβολικός ή δηλώνει κάτι κυριολεκτικά;
Όλο το κείμενο είναι αλληγορικό και ως εκ τούτου και η εγγαστρίμυθη φάλαινα, το ιερό κήτος που γίνεται άθελά του ηθικός αυτουργός όσων συμβαίνουν στο χωριό Ορίμπε, στην πλωτή ουτοπία του δεύτερου μέρους και αλλού, είναι με τη σειρά της μια αλληγορική φιγούρα. Πρόκειται για το σύμβολο του Καλού, για τον φορέα του θεϊκού Λόγου, που γίνεται κίνητρο για μια σειρά από φόνους. Καταδεικνύεται έτσι ότι ο άνθρωπος είναι ικανός να διαστρεβλώσει τα πάντα για να ικανοποιήσει τα πάθη του.
Το Ορίμπε, που είναι ένα μικρό χωριό, εξελίσσεται σε τόπο πρωτοπορίας και πανδαισίας της τέχνης. Ποια στοιχεία συμβάλλουν σε αυτό;
Για να γίνουν κατανοητά όσα συμβαίνουν στο έρημο χωριό, θα πρέπει κανείς να φτάσει ως το τέλος της ιστορίας και να καταλάβει ποιος είναι ο άγνωστος, μυστηριώδης άνδρας που καταφτάνει εκεί, ποια ευχή και κατάρα τον ακολουθεί. Είναι κάτι που έχει να κάνει με το ιερό βιβλίο που φέρνει μαζί του.
Το εστιατόριο γίνεται βιβλιοπωλείο. Μπορεί ο οραματιστής βιβλιοπώλης να γίνει κέντρο αναφοράς σε όλη την περιοχή στις δεδομένες συνθήκες;
Μια αλυσίδα από γεγονότα θα φέρουν σταδιακά μια πλειάδα καλλιτεχνών και επιστημόνων στον τόπο εκείνο, που αποκτά ξαφνικά μεγάλη φήμη και αρχίζει να ελκύει συγκεκριμένους τύπους ανθρώπων. Όμως, όσα περιγράφονται δεν αφορούν μόνο το παρελθόν ούτε είναι απίθανα. Πολλά από τα τεκταινόμενα στο Ορίμπε θα μπορούσαν να συγκριθούν με όσα συμβαίνουν σήμερα στον κόσμο.
Ο άνθρωπος είναι ικανός να διαστρεβλώσει τα πάντα για να ικανοποιήσει τα πάθη του.
Γιατί στο χωριό υπάρχει η τάση μουσειοποίησης των πάντων;
Στον κύκλο της ζωής, ακόμα και οι ρηξικέλευθοι πρωτοπόροι μπορούν να μετατραπούν σε θιασώτες του συντηρητισμού. Στο χωριό αρχίζει κάποια στιγμή να κυριαρχεί το πάθος της διατήρησης μιας –θαυμάσιας κάποτε, αλλά περασμένης– κατάστασης και όχι αυτό της ανανέωσης. Επικρατεί ο εγωισμός των παλαιών. Κάπως έτσι το χωριό μετατρέπεται βήμα-βήμα σε ένα τεράστιο μουσείο, σε ένα αξιοθέατο για τουρίστες και παύει να είναι τόπος που υπηρετεί τους κατοίκους του.
Και, κάποια στιγμή, η κουρτίνα της ιστορίας ανοίγει. Κρυφά μυστικά αποκαλύπτονται. Κάπως έτσι δεν γίνεται και στην πραγματική ζωή;
Οι ιστορίες που έχουν κλιμακώσεις και ανατροπές είναι αυτές που έχουν πραγματικό ενδιαφέρον. Όσα συμβαίνουν στη μυθοπλασία θα μπορούσαν να βρουν το αντίστοιχό τους στην πραγματική ζωή. Από αυτή την άποψη, η απάντηση στο ερώτημά σας δεν θα μπορούσε παρά να είναι θετική.

Κατά πόσο μια παλιά ιστορία μπορεί με το πέρασμα του χρόνου να οδηγήσει σε αυτοδικία ή εκδίκηση;
Στις αναπτυγμένες, πολιτισμένες κοινωνίες θέλουμε να πιστεύουμε ότι ο άνθρωπος μπορεί να ελέγξει τις ορμές του, να μη γίνει έρμαιο των παθών του και καταλήξει να αυτοδικήσει. Συχνά αποδεικνύεται πως τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι. Ο κεντρικός ήρωας της Εγγαστρίμυθης φάλαινας είναι ένας ιερωμένος που βρίσκεται μπροστά σε ένα μεγάλο δίλημμα: να μείνει πιστός στον Λόγο του Θεού ή να τον παρακούσει για να μπορέσει να πάρει εκδίκηση.
Εξαιρετικό το διήγημα με τη φανταστική αλληλογραφία της Σάρας Μπερνάρ και του Ρασπούτιν. Πώς την εμπνευστήκατε;
Μου αρέσει το λογοτεχνικό «what if», τι θα μπορούσε να έχει συμβεί, ποιοι άνθρωποι θα μπορούσαν να έχουν συναντηθεί, να έχουν σχετιστεί μέσα στον χρόνο. Μου αρέσει επίσης το fin de siècle, η δόξα και η παρακμή της συγκεκριμένης περιόδου. Παρότι απολύτως φανταστική η αλληλογραφία των δύο προσώπων, της Σάρας Μπερνάρ και του Ρασπούτιν, περιέχει ιστορικά στοιχεία που είναι ακριβή. Οι δυο τους θα μπορούσαν να είχαν συναντηθεί και να είχαν ανταλλάξει αυτές ακριβώς τις επιστολές, αλλά όπως γνωρίζουμε κάτι τέτοιο δεν συνέβη.
Στο διήγημα «Καύσωνας» γράφετε για κάποιο ζευγάρι που δοκιμάζει να ζήσει στη φύση. Ποιο είναι το κέρδος του ανθρώπου που ζει στη φύση;
Όπως και στη νουβέλα «Η εγγαστρίμυθη φάλαινα», έτσι και στο διήγημα «Καύσωνας» ο τόπος στον οποίο συμβαίνουν όλα είναι ένα έρημο χωριό μακριά από τον πολιτισμό. Δεν είναι τόσο η φύση που παίζει ρόλο στο διήγημα όσο η αίσθηση του καθήκοντος, η επιθυμία του ανθρώπου να διατηρήσει και να διαιωνίσει μια κατάσταση, να αναζητήσει και να βρει νόημα στα πλαίσια του βίου.
Πέρα από τη συγγραφή, είστε και μεταφραστής. Πώς συνδυάζετε αυτές τις δύο ιδιότητες;
Είμαι περιστασιακός μεταφραστής από τα γερμανικά και θεωρώ τη μετάφραση αφενός επίπονη και δύσκολη εργασία, αφετέρου πολύ δημιουργική και με σημαντικά οφέλη, ειδικά για όποιον παράλληλα είναι και συγγραφέας. Η ίδια η μετάφραση είναι μια πράξη αλτρουισμού και αγάπης. Αφήνει κανείς στην άκρη οτιδήποτε δικό του, για να αποδώσει στη γλώσσα του τα λογοτεχνικά επιτεύγματα κάποιου άλλου.
Ποιο βιβλίο διαβάσατε τελευταία και σας εντυπωσίασε;
Διάβασα παράλληλα δύο βιβλία του Κέβιν Μπάρι, συγκεκριμένα το Νυχτερινό πλοίο για Ταγγέρη και Η καρδιά το καταχείμωνο. Και τα δύο με εντυπωσίασαν κυρίως για την εξαιρετικά δυνατή γλώσσα τους.
Τι θα προτείνατε στους αναγνώστες που θα διαβάσουν τη συνέντευξή σας;
Να διαβάσουν και την Εγγαστρίμυθη φάλαινα, ώστε να διαμορφώσουν προσωπική γνώμη για το βιβλίο. Τι άλλο θα μπορούσε να ζητήσει, άλλωστε, ένας συγγραφέας;
Δείτε εδώ συνεντεύξεις του κ.Ιντζέμπελη
