Η είδηση βρισκόταν «κρυμμένη» σε ένα σύνολο μικρής έκτασης ειδησεογραφικών αναφορών σε ανάλογη ιστοσελίδα, πολύ πιο κάτω από την επικαιρότητα του φάιναλ φορ, των πανελλαδικών κ.λπ. Σε πρόσφατη πανελλήνια μελέτη του Πανεπιστημίου Κρήτης, ένα 30% των ερωτηθέντων νέων αρνήθηκε να τοποθετήσει τον εαυτό του σε κάποια από τις υπάρχουσες ιδεολογίες και να χαρακτηριστεί σύμφωνα με την τρέχουσα ορολογία (π.χ. «αριστερός», «κεντρώος», «δεξιός» κλ.). Εκφράζονται απαξιωτικά για την γενιά των γονέων τους αλλά και όλες σχεδόν τις προηγούμενες (ας θυμηθούμε το σύνθημα «να καεί, να καεί, το μπο##δέ@ο η Βουλή»), δεν προσέρχονται να ψηφίσουν στις εκάστοτε εκλογές, αποσύρονται από τα συγκροτημένα και «κατεστημένα» κοινωνικά κινήματα (συνδικάτα, συλλόγους οργανώσεις κ.α.), δεν καταλήγουν όμως σε κάποιο τελικό συμπέρασμα ως προς τον τρόπο αντίδρασής τους ο οποίος, όταν πια εκδηλώνεται, παίρνει τη μορφή άτακτης και σκληρής, πολλές φορές, βίας.
Η βία αυτή βγαίνει στην επιφάνεια, σαν μια μορφή έκρηξης για όλα τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι νέοι. Υπάρχει μια μαζική αγανάκτηση των εφήβων από το αγχώδες εκπαιδευτικό σύστημα που τους εξαντλεί καθημερινά. Όταν μετά από όλη την προσπάθειά τους για να σπουδάσουν αντιμετωπίζουν έπειτα την ανεργία και τον φόβο να μην υπάρξει εξέλιξη και ανάπτυξη στη ζωή τους, διαμορφώνεται ένα κλίμα συνολικού φόβου και ανασφάλειας για το μέλλον τους ουσιαστικά. Έτσι με διάφορες αφορμές (από ένα ποδοσφαιρικό ματς μέχρι μια κίνηση αστυνομικής καταστολής) μέσα από τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν, αναδύεται όλη αυτή η οργή και δυσανασχέτηση.
Κάποτε όλη αυτή η αίσθηση απόρριψης θα οδηγούσε σε κινητοποιήσεις, σε αντίδραση, σε ξεσηκωμό, ίσως, της νεολαίας. Αλίμονο, όμως, εποχές σαν το Μάη του 68 στο Παρίσι, απέχουν ήδη πάνω από μισό αιώνα πίσω μας και είναι σαν να βρίσκονται 50 έτη φωτός μακριά μας! Σήμερα, αντί η καταπίεση και η απώθηση να φέρουν αντίδραση, προκαλούν κατάθλιψη ή και άλλες ψυχικές νόσους. Όλοι μας λίγο-πολύ, αλλά πολύ περισσότερο οι νέοι έχουν «χαθεί» στον κόσμο της τεχνολογίας, στην ψευδαίσθηση της οθόνης, των «κυβερνο-σχέσεων». Πώς να τολμήσει κανείς να ξεκινήσει νοικοκυριό σήμερα; Με ποιες δυνάμεις ο νέος των 25 και κάτι χρονών θα μπορούσε να αναζητήσει κάποια ή κάποιον σύντροφο ζωής και να ξεκινήσει οικογένεια, τη στιγμή που δεν είναι σίγουρος ότι θα μπορέσει να συντηρήσει τον εαυτό του; Και ποιο μέλλον διαγράφεται για την κοινωνία εκείνη της οποίας η νεολαία, αντί να έχει τη σιγουριά και την αφελή (ίσως) αυθάδεια της νιότης διακατέχεται από το κυνικότατο σύνδρομο «ο θάνατός σου, η ζωή μου»; Ανήκουν στο χώρο της φαντασίας τα ερωτήματα αυτά, θα μπορούσε να αντιτάξει κανείς, αλλά δεν παύουν να αποτελούν λογικές απορίες που προκύπτουν από μια απλή εμπειρική εκτίμηση της σημερινής κατάστασης που επικρατεί όχι μόνο στην χώρα μας, αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο.
Παρόλο που έχουν γραφεί πολλά σχετικά με τις συνθήκες που αντιμετωπίζουν σήμερα οι νέοι, πολλά ζητήματα παραμένουν ακόμα και σήμερα ανεπαρκώς ερευνημένα και θέτουν μια σειρά από ερωτήματα που αφορούν τόσο το μέλλον της γενιάς των νέων, όσο και τις σχέσεις μεταξύ των γενεών. Για παράδειγμα αναρωτιέται κανείς κατά πόσον θα συνεχίζεται αυτό το κλίμα ανασφάλειας ως ντόμινο και στις ερχόμενες γενιές ή αν θα βελτιωθούν οι συνθήκες στο εγγύς μέλλον. Μήπως υπάρχει ο κίνδυνος να επαναληφθεί το φαινόμενο των αρχών του 20ου αιώνα, όταν ο νέος που προερχόταν από φτωχή οικογένεια ήταν περίπου «καταδικασμένος» να μην ξεφύγει από τη φτώχεια; Η εκπαίδευση και η Παιδεία ήταν η λύση για τις γενιές που γεννήθηκαν μεταξύ του 1945 και 1970 ώστε να ξεφύγουν από τη φτώχεια και να ανελιχθούν κοινωνικά, εξασφαλίζοντας έτσι την αναγκαία κοινωνική κινητικότητα. Αν σήμερα η εκπαίδευση δεν μπορεί να εξασφαλίσει αυτό το ζητούμενο, πώς μπορεί να κερδίσει την εκτίμηση και την εμπιστοσύνη των νέων; Και τέλος, πόσο αυτή η συσσωρευμένη απογοήτευση και τάση για βία θα παραμένει ανένταχτη ή απαθής πολιτικά; Τι μπορεί να συμβεί αν βρεθεί κάποιος επιτήδειος που θα εκμεταλλευτεί τη δύναμη και τη δυναμική αυτών των νέων με την οργή τους να βρίσκεται μαζεμένη σαν σε χύτρα ταχύτητας; Οι προβλέψεις είναι μάλλον δυσοίωνες, αν ανατρέξουμε στην Ιστορία, μπορούμε όμως να διδαχτούμε από τα λάθη του παρελθόντος και να κάνουμε το μεγάλο βήμα.
Αυτό το μεγάλο βήμα, ωστόσο, δεν μπορεί να επαφίεται στην αυτόματη ροή της Ιστορίας• απαιτεί τη συνειδητή και άμεση ενεργοποίηση των ίδιων των πολιτών. Η κοινωνία των ενηλίκων οφείλει να βγει από τον λήθαργο και να σταθεί ως ανάχωμα στην απομόνωση των παιδιών της, αποδεικνύοντας ότι η συλλογική δράση έχει ακόμα νόημα. Σε αυτή την προσπάθεια, οι εκπαιδευτικοί κρατούν στα χέρια τους το πιο κρίσιμο τιμόνι. Έχουν την ηθική υποχρέωση να απεγκλωβιστούν από τον ρόλο του απλού διεκπεραιωτή μιας στείρας εξεταστέας ύλης και να μεταμορφωθούν σε ζωντανά, υγιή πρότυπα. Οφείλουν να εμπνεύσουν, να διδάξουν το ήθος και την αλληλεγγύη, επαναφέροντας την έννοια του δασκάλου-οδηγού που δεν γεμίζει απλώς ένα μυαλό με πληροφορίες, αλλά σμιλεύει χαρακτήρες ικανούς να συναισθάνονται και να αμφισβητούν γόνιμα.
Την ίδια στιγμή, η μεγαλύτερη ευθύνη βαραίνει το πολιτικό προσωπικό της χώρας, το οποίο οφείλει επιτέλους να ξεφύγει από τον φαύλο κύκλο της οικογενειοκρατίας και της διαφθοράς που δηλητηριάζει την πίστη των νέων στους θεσμούς. Οι πολιτικοί πρέπει να αποτινάξουν τη λογική των «τζακιών» και των πελατειακών σχέσεων, αποδεικνύοντας στην πράξη ότι η διακυβέρνηση δεν είναι κληρονομικό προνόμιο, αλλά πεδίο προσφοράς και αξιοκρατίας. Μόνο μέσα από μια τέτοια ριζική αλλαγή νοοτροπίας μπορεί η Πολιτεία να αναμορφώσει τις οικονομικές δομές, να σπάσει το τέλμα της εργασιακής ανασφάλειας και να προσφέρει στους νέους μια χειροπιαστή προοπτική εξέλιξης στον τόπο τους. Αυτό, βέβαια, προϋποθέτει και τη θεμελιώδη αναθεώρηση του εκπαιδευτικού συστήματος. Το σχολείο πρέπει να μετατραπεί σε ένα περιβάλλον βαθιά ανθρωπιστικό, που θα καλλιεργεί την κριτική σκέψη και την ελευθερία, στρέφοντας το βλέμμα των παιδιών μακριά από τον άκρατο κυνισμό. Μόνο αν η πολιτική ηθική συναντήσει τις ανθρωπιστικές αξίες, η «χύτρα ταχύτητας» της νεανικής οργής δεν θα εκραγεί τυφλά, αλλά θα μετατραπεί σε δημιουργική δύναμη για το αύριο.
