Skip to content

Οι πρόσφατοι τελικοί του ελληνικού πρωταθλήματος μπάσκετ θα έπρεπε να είναι μια γιορτή του αθλητισμού, ένα καταφύγιο πάθους και ευγενούς άμιλλας. Αντίθετα, μετατράπηκαν σε μια θλιβερή αρένα, όπου παράγοντες επιδόθηκαν σε ένα κρεσέντο ρητορικής μίσους και παίκτες αντάλλαξαν χειροδικίες, υπενθυμίζοντάς μας με τον πιο βάναυσο τρόπο γιατί η Παγκόσμια Ημέρα κατά της Ρητορικής Μίσους (18 Ιουνίου) δεν είναι απλώς μια ακόμη τυπική επέτειος στο ημερολόγιο, αλλά μια κραυγή αγωνίας.
Όταν τα υποτιθέμενα είδωλα και οι διοικητικοί ηγέτες χάνουν το μέτρο, δηλητηριάζοντας με μίσος το κοινό αίσθημα, γίνεται σαφές ότι το μικρόβιο της μισαλλοδοξίας έχει εισχωρήσει βαθιά στον κοινωνικό μας ιστό. Το γήπεδο, ως μικρογραφία της κοινωνίας, καθρέφτισε μια πραγματικότητα όπου ο αντίπαλος δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως συνταξιδιώτης στο παιχνίδι, αλλά ως εχθρός προς εξόντωση. Αυτή η ρητορική δεν γεννιέται στο κενό• τρέφεται από την ανάγκη για εύκολη πόλωση, την εργαλειοποίηση του οπαδισμού και την έλλειψη παιδείας που μετατρέπει τη διαφωνία σε τυφλό μίσος. Το μεγάλο «εκκολαπτήριο» αυτής της κατάστασης, βέβαια, δεν είναι άλλο από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Στην εποχή των σόσιαλ μήντια, η οθόνη έχει γίνει το απόλυτο οχυρό: ο καθένας μπορεί να εκτοξεύσει τον πιο χυδαίο λόγο, κρυμμένος στην πλαστή ασφάλεια και την άνεση μιας ψηφιακής ανωνυμίας. Το πρόβλημα, ωστόσο, είναι βαθύτερο από το «τρολάρισμα». Έχουμε ξεμάθει πια να ακούμε. Απορροφημένοι στην προσπάθεια να ενισχύσουμε τη δική μας φωνή, να μαζέψουμε «likes» και να επιβάλουμε την άποψή μας, αντιμετωπίζουμε τον ψηφιακό χώρο ως έναν ατελείωτο μονόλογο. Ο «άλλος» δεν υφίσταται ως προσωπικότητα με επιχειρήματα, παρά μόνο ως στόχος. Η ταχύτητα της πληροφορίας και ο εθισμός στην άμεση αντίδραση μας στερούν την ικανότητα να φιλτράρουμε τις σκέψεις μας, να αμφιβάλλουμε για τις βεβαιότητές μας και, κυρίως, να προσέξουμε τι πραγματικά προσπαθεί να μας πει η απέναντι πλευρά.
Η αυθεντική επικοινωνία δεν κρίνεται από το πόσο δυνατά φωνάζουμε, αλλά από το πόσο βαθιά μπορούμε να ακούσουμε. Κάθε σκεπτόμενος άνθρωπος που ακολουθεί τους κανόνες της κοινής λογικής πιστεύει πως, όταν οι άνθρωποι αποφασίζουν να μαζευτούν και να καθίσουν να συζητήσουν, το κάνουν επειδή πιστεύουν ότι είναι δύσκολο να βρουν τις λύσεις μόνοι τους και χρειάζονται και τη βοήθεια των συνανθρώπων τους. Αυτό σημαίνει ότι εξ ορισμού, όταν προσέρχεσαι σε μια συνάντηση διαλόγου, το κάνεις για να διαλεχθείς. Δηλαδή δεν πας εκεί μόνο για να μιλήσεις, αλλά και για να ακούσεις, με την επίγνωση ότι κάποια από αυτά που εσύ υποστηρίζεις μπορεί να είναι λάθος και κάποια από αυτά που θα σου προτείνουν οι άλλοι μπορεί να είναι σωστά. Άρα, αφού θα ακούσεις και θα ακουστείς, θα γίνουν οι αμοιβαίες υποχωρήσεις, θα προχωρήσετε σε σύνθεση απόψεων και θα καταλήξετε σε ένα κοινά αποδεκτό αποτέλεσμα. Αυτή είναι η σημασία του διαλόγου και χωρίς αυτή καμιά συνάντηση δεν θα είχε νόημα, αν όλοι πήγαιναν εκεί μόνο για να τους δουν οι κάμερες και για να μιλήσουν, όχι να ακούσουν τι θα πει ο άλλος.
Για να σπάσει αυτός ο φαύλος κύκλος της λεκτικής και σωματικής βίας, η λύση δεν θα βρεθεί πίσω από ένα πληκτρολόγιο ή μέσα από αλγοριθμικές απαγορεύσεις. Είναι επιτακτική ανάγκη να δραπετεύσουμε από την εικονική πραγματικότητα και να επιστρέψουμε στην ανθρώπινη, εκ του σύνεγγυς επαφή. Εκεί, στην πραγματική ζωή, ο διάλογος αποκτά ξανά την ουσιαστική του σημασία, καθώς εξελίσσεται σε φυσικό χρόνο. Όταν κοιτάζεις τον άλλον στα μάτια, η ανωνυμία καταλύεται και η ενσυναίσθηση ενεργοποιείται• γίνεται πολύ πιο δύσκολο να τον ισοπεδώσεις. Οφείλουμε να επανεκπαιδευτούμε στην τέχνη της ακρόασης και του αμοιβαίου σεβασμού. Η Παγκόσμια Ημέρα κατά της Ρητορικής Μίσους μάς καλεί να καταλάβουμε ότι η δημοκρατία και η συνύπαρξη δεν απαιτούν ομοφωνία, αλλά την ικανότητα να συνθέτουμε τις αντιθέσεις μας για το κοινό καλό. Μόνο αν μάθουμε να χτίζουμε γέφυρες εκεί που οι άλλοι υψώνουν τείχη, θα μπορέσουμε να ξαναβρούμε την ανθρωπιά μας, είτε μέσα στις κερκίδες των γηπέδων είτε στους δρόμους της καθημερινότητάς μας.
Αυτό είναι που τελικά με βάζει σε έναν προβληματισμό που ακολουθεί, φοβάμαι, την πορεία του φαύλου κύκλου. Αν σε μια εποχή όπου η εθνική συνεννόηση κρίνεται όσο ποτέ άλλοτε αναγκαία, οι πολίτες δεν μπορούν ή δεν θέλουν να συνεννοηθούν, σε τι μπορούμε να ελπίζουμε; Σε τέτοιες περιπτώσεις συνηθίζω να ανατρέχω στην ιστορία και οι απαντήσεις που παίρνω είναι ανησυχητικές, αν κι εμείς οι Έλληνες βρεθήκαμε σε αρκετά καλή μοίρα, στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα. Δεν λέω πως η πορεία μας ήταν ρόδινη, περάσαμε έναν αιματηρό εμφύλιο, μια περίοδο μισαλλοδοξίας και αμοιβαίας καχυποψίας, μια επταετή δικτατορία. Ήμασταν όμως με την αίσθηση πως αποτελούμε ένα ανεξάρτητο κράτος, το οποίο είχε βρει τη θέση του στο διεθνή χώρο, και για το οποίο δεν χρειαζόταν να αγωνιστούμε ιδιαίτερα. Μετά, μάλιστα, από την ένταξή μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, θα έλεγα ότι δεν μας φόβιζε και ο εξωτερικός κίνδυνος, άρα μας έλειπε ο συνεκτικός κρίκος που μας είχε βοηθήσει να σταθούμε ενωμένοι σε δύσκολες στιγμές του παρελθόντος, τη στιγμή που, στις μέρες μας, είναι απαραίτητη η ενότητα.
Την ενότητα αυτή, αν δεν προκύπτει από μια έμφυτη αίσθηση πατριωτισμού ή ως αποτέλεσμα αγώνων ενάντια σε κάποιον εξωτερικό κίνδυνο, την αποκτάς μόνο μέσα από την άσκηση της κριτικής και του διαλόγου, μέσα από τον οποίο μαθαίνεις να ακούς το συνομιλητή σου, να προσπαθείς να συνθέτεις απόψεις και να καταλήγεις σε κοινά αποδεκτό συμπέρασμα. Για να γίνει αυτό, όμως, επιβάλλεται να κατέχεις το Λόγο, τόσο ως λογική σκέψη, όσο και ως γλωσσική έκφραση. Αυτό το πράγμα ο σύγχρονος έλληνας δεν το διαθέτει. Πολύ περισσότερο δεν το διαθέτει ο σύγχρονος νέος, ο οποίος έχει χάσει την επαφή του με το βιβλίο, δεν διαβάζει, είναι απορροφημένος στα ηλεκτρονικά μέσα, στα φέησμπουκ, τα τουίτερ, τα στάρντολ, τα κινητά, τα μηνύματα και όλες αυτές τις σειρήνες της εικόνας. Δεν ισχυρίζομαι πως θα πρέπει να δαιμονοποιήσουμε την τεχνολογία, αλλά δεν θα πρέπει να δείξουμε λίγη περισσότερη προσοχή στο Λόγο; Αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα των καιρών μας. Είτε θα συνεχίσουμε να οχυρωνόμαστε πίσω από τις οθόνες και τις φανατικές μας βεβαιότητες, αναπαράγοντας τη βία των γηπέδων στην καθημερινότητά μας, είτε θα επιλέξουμε τον δύσκολο αλλά αναγκαίο δρόμο της εθνικής συνεννόησης. Η ιστορία μάς έχει προειδοποιήσει για το κόστος της διχόνοιας• η επιλογή της λογικής είναι πλέον δική μας ευθύνη.