Μεγάλη θλίψη και έντονο προβληματισμό έχει προκαλέσει στο πανελλήνιο η πρόσφατη αυτοκτονία δύο μαθητριών 17 ετών στην Ηλιούπολη της Αττικής. Πέρα από το προφανές, δηλαδή τον αναγκαίο προβληματισμό σχετικά με το γιατί δύο νέα παιδιά (πάνω στο άνθος της ηλικίας τους θα έλεγαν οι παλαιότεροι) αποφασίζουν να πηδήσουν στο κενό και να εγκαταλείψουν τα εγκόσμια, αυτό που προκαλεί ανησυχία είναι οι λόγοι που φαίνεται ότι επικαλείται η μία αυτόχειρας, σε σημείωμα που άφησε στην τσάντα της. Τόσο το γεγονός, όσο και τα αίτιά του αποτελούν αφετηρία σημαντικών συζητήσεων τόσο όσον αφορά το εκπαιδευτικό μας σύστημα, όσο, πολύ περισσότερο, και σε ό,τι αφορά την κοινωνία μας.
Ας δούμε, όμως, πρώτα τα γεγονότα. Το τραγικό αυτό περιστατικό σημειώθηκε το μεσημέρι της Τρίτης 12 Μαΐου 2026. Η μία κοπέλα έχασε τη ζωή της σχεδόν ακαριαία κατά τη μεταφορά και την προσπάθεια ανάνηψης στο νοσοκομείο την ίδια ημέρα. Η άλλη κοπέλα, η οποία νοσηλευόταν σε εξαιρετικά κρίσιμη κατάσταση στη ΜΕΘ του νοσοκομείου ΚΑΤ, υπέκυψε τελικά στα βαρύτατα τραύματά της το βράδυ της Πέμπτης 14 Μαΐου 2026. Οι λεπτομέρειες που έχουν γίνει γνωστές από το σημείωμα που άφησε πίσω της η μία 17χρονη δείχνουν μια χρόνια κατάθλιψη σε συνδυασμό με το άγχος της για τις πανελλαδικές και έναν τεράστιο φόβο για το μέλλον, ωστόσο, αυτό που αναπαράχθηκε κατά κόρον ως το τελευταίο σημείωμα σε αναρτήσεις και τηλεοπτικούς σταθμούς δεν είναι ακριβές, είναι μία… συμπύκνωση και σύνθεση από στοιχεία που διέρρευσαν από κάποιες αστυνομικές πηγές, όπως αναφέρει η ιστοσελίδα efsyn.gr. Καθοριστικές αναμένεται να είναι και οι μαρτυρικές καταθέσεις από το περιβάλλον των δύο κοριτσιών, καθώς οι μαρτυρίες ατόμων που τους γνώριζαν είναι αντικρουόμενες, όπως αναφέρει το cnn.gr. Ενώ κάποιοι αναφέρουν ότι δεν υπήρχε κάτι αφύσικο στην συμπεριφορά τους, άλλοι δηλώνουν ότι το ένα από τα δύο κορίτσια δεν ήταν καλά το τελευταίο διάστημα. Στην ίδια ιστοσελίδα γίνεται λόγος για το περιεχόμενο του σημειώματος, στο οποίο η τραγική κοπέλα φέρεται να αναφέρει ότι φοβάται για τις πανελλαδικές εξετάσεις, για την πιθανή αποτυχία της, αλλά και για το μέλλον που την περιμένει.
Αν και δεν είναι απολύτως εξακριβωμένο το περιεχόμενο του σημειώματος, η υπουργός Παιδείας, Σοφία Ζαχαράκη, σε δηλώσεις της αναφέρθηκε στο άγχος των υποψηφίων αλλά και στο θεσμό των πανελλαδικών. Σε συνέντευξή της στο ΕΡΤnews κάλεσε τους μαθητές να αναζητούν ψυχολογική υποστήριξη όταν πιέζονται, τονίζοντας ότι ο αριθμός ψυχολόγων και κοινωνικών λειτουργών στα σχολεία έχει τετραπλασιαστεί από το 2019, με στόχο την περαιτέρω ενίσχυσή τους. Ενόψει των Πανελλαδικών Εξετάσεων, συνέστησε ψυχραιμία, υπενθυμίζοντας ότι το πανεπιστήμιο δεν αποτελεί τη μοναδική επιλογή για το μέλλον τους. Παράλληλα, αναφερόμενη στον εν εξελίξει εθνικό διάλογο για την αναμόρφωση του Λυκείου, εξέφρασε την προσωπική της θέση υπέρ της κατάργησης των Πανελλαδικών, χαρακτηρίζοντάς τις ένα αξιόπιστο σύστημα που όμως έχει αγγίξει τα όριά του. Τέλος, διαβεβαίωσε ότι οι όποιες αλλαγές δεν θα αιφνιδιάσουν τους σημερινούς μαθητές.
Εδώ, όμως, έγκειται και ο κίνδυνος παρανόησης των πραγματικών αιτίων που οδήγησαν τα κορίτσια αυτά στο απονενοημένο διάβημά τους. Προφανώς και τίθεται ζήτημα πανελλαδικών εξετάσεων. Σε ό,τι με αφορά, έχω εκφράσει και παλαιότερα τη διαφωνία μου ως προς την αντικειμενικότητα και τον αξιοκρατικό χαρακτήρα τους, παρά το αδιαμφισβήτητο του αδιάβλητου της διαδικασίας. Επιπλέον, με την ίδια τους την ύπαρξη δεν επιτρέπουν την αναθεώρηση των συγγραμμάτων, του τρόπου εξέτασης αλλά και των μεθόδων διδασκαλίας στο Λύκειο και κατά ένα μέρος και στο Γυμνάσιο, με αποτέλεσμα το σχολείο του 2023 να παραμένει προσκολλημένο σε τακτικές διδασκαλίας, μάθησης, εξέτασης και αξιολόγησης που έχουν σχεδιαστεί και διαμορφωθεί 50 χρόνια πιο πριν!! Όμως δεν είναι μόνο οι πανελλαδικές. Αυτές αποτελούν ίσως τη σταγόνα που ξεχειλίζει το ποτήρι. Γιατί η κοινωνία μας έχει φτάσει σχεδόν σε σημείο να μην είναι φιλική προς τη νέα γενιά. Τα επίσημα στοιχεία δείχνουν μια σαφή και ανησυχητική αυξητική τάση στις νεαρές ηλικίες τα τελευταία χρόνια. Στην ηλικιακή ομάδα 15 έως 19 ετών, οι θάνατοι από αυτοκτονία παρουσιάζουν άνοδο, με χαρακτηριστικό ότι από τις αρχές του 2026 έχουν ήδη χάσει τη ζωή τους 8 παιδιά αυτής της ηλικίας. Παράλληλα, υπολογίζεται ότι ένα ποσοστό 12% έως 16% των εφήβων (14-19 ετών) καταφεύγει σε συμπεριφορές αυτοτραυματισμού ως έναν μηχανισμό διαχείρισης του έντονου ψυχικού πόνου. Το άγχος δεν είναι μόνο ψυχολογικό, είναι και κοινωνικό. Η ανάγκη για παραπαιδεία (φροντιστήρια, ιδιαίτερα) ξεκινά πλέον από πολύ νωρίς, δημιουργώντας τεράστια πίεση και στις οικογένειες. Οι μαθητές φορτώνονται με ένα εξαντλητικό διπλό ωράριο (πρωί σχολείο, απόγευμα φροντιστήριο, βράδυ διάβασμα), με αποτέλεσμα η έλλειψη ελεύθερου χρόνου, ποιοτικού ύπνου και κοινωνικής ζωής να στερεί από τους εφήβους τα απαραίτητα «φίλτρα» αποσυμπίεσης, κάνοντάς τους πιο ευάλωτους σε κατάθλιψη και κρίσεις πανικού. Δεν αρκούν, λοιπόν, μόνο κάποια μέτρα αλλαγής του τρόπου εισαγωγής στα ΑΕΙ. Χρειάζεται δομική αλλαγή της εκπαίδευσης, που να βασίζεται σε διαφορετικά πρότυπα.
Χρειάζεται ένα σύστημα όπου η εισαγωγή στο Πανεπιστήμιο θα κρίνεται συνολικά από την πορεία του μαθητή στο Λύκειο και όχι από μια εξέταση λίγων ωρών. Επιβάλλεται να σταματήσει ο κοινωνικός στιγματισμός των τεχνικών σχολών και των ΙΕΚ, ώστε τα παιδιά να βλέπουν εναλλακτικές διαδρομές. Πρωτίστως το σχολείο πρέπει να μάθει στα παιδιά πώς να αντιμετωπίζουν την αποτυχία και πώς να διαχειρίζονται την απογοήτευση – δεξιότητες ζωής πολύ πιο σημαντικές από την αποστήθιση μιας ύλης. Τίποτε απ’ όλα αυτά, όμως, δε μπορεί να έχει αποτέλεσμα αν δεν αλλάξουν οι ίδιες οι κοινωνικές δομές, αν δε δοθεί βάρος στην αξιοποίηση της νέας γενιάς, αν δεν διαμορφωθεί μια πιο ανθρώπινη κοινωνία, με δομές υποστηρικτικές, με επαναφορά της χαμένης παιδικότητας, με κοινωνικό πρόσωπο και ελπίδα για το μέλλον. Το τραγικό νήμα που κόπηκε πρόωρα στην Ηλιούπολη δεν επιτρέπει άλλες καθυστερήσεις, ούτε επιφανειακές προσεγγίσεις. Οι Πανελλαδικές μπορεί να είναι η κορυφή του παγόβουνου, όμως η ρίζα του προβλήματος κρύβεται σε μια καθημερινότητα που στερεί από τους εφήβους το δικαίωμα στο λάθος και στην ανάσα. Αν δεν μετατρέψουμε το σχολείο από ένα ψυχρό εξεταστικό κέντρο σε ένα ασφαλές καταφύγιο συναισθηματικής θωράκισης, και αν η ίδια η κοινωνία δεν προσφέρει στους νέους απτά στηρίγματα και ουσιαστική προοπτική, οι αριθμοί της εφηβικής απελπισίας θα συνεχίσουν να μας στοιχειώνουν. Οφείλουμε στα παιδιά μας μια κοινωνία που δεν θα τους γεννά τον φόβο για το αύριο, αλλά την επιθυμία να το ζήσουν.
