Skip to content

Οι σχετικά πρόσφατες πυρκαγιές που έπληξαν την περιοχή μας τον Αύγουστο (Παντάνασσα, Καμπή, Αμμότοπος, Γυμνότοπος, Κερασώνας, Παναγιά, Φιλιππιάδα) αναδεικνύουν και καταδεικνύουν ταυτόχρονα ορισμένες παθογένειες της χώρας μας, αλλά και κάποια από τα προτερήματά της. Ας ξεκινήσουμε, όμως, από τα γεγονότα. Στις 12 Αυγούστου πυρκαγιά ξέσπασε στον Γυμνότοπο, πήρε γρήγορα διαστάσεις λόγω των ανέμων και των υψηλών θερμοκρασιών, και γιγαντώθηκε στα χωριά του δήμου Ζηρού. Η πυρκαγιά άφησε πίσω της εικόνες καταστροφής. Σπίτια καμένα, ελαιώνες και καλλιέργειες στάχτη, νεκρά ζώα και εκτεταμένες ζημιές στο δίκτυο ηλεκτροδότησης. Οι κοινότητες Αμμοτόπου, Παντάνασσας και Καμπής έζησαν επίσης εφιαλτικές στιγμές, με τους κατοίκους να βιώνουν άμεσα τον κίνδυνο επέκτασης της φωτιάς προς τις κατοικημένες περιοχές, κάτι που τελικά αποφεύχθηκε. Ωστόσο υπήρξαν, πέρα από τις καμένες και κατεστραμμένες αγροτικές εκτάσεις, απώλειες και ζώων αλλά και ακίνητων ιδιοκτησιών. Το πρόβλημα ήταν ότι η προσπάθεια κατάσβεσης με εναέρια μέσα άρχισε αρκετά αργά στις 13 Αυγούστου, ενώ και η γεωμορφολογία του εδάφους δεν προσφερόταν για προσέγγιση από επίγεια μέσα. Καθοριστική ήταν η προσπάθεια των πληρωμάτων της Πυροσβεστικής και των εθελοντών, οι οποίοι απέτρεψαν τη φωτιά από το να περάσει εκ νέου την Ιόνια Οδό.

Όλα αυτά δεν είναι καταστάσεις άγνωστες στους διοικούντες τον τόπο μας. Αν γυρίσουμε τη ματιά μας πίσω στο χρόνο θα δούμε ότι παρόμοιες συνθήκες βίωσαν συμπατριώτες μας πέρυσι και πρόπερσι στην Εύβοια, το Λουτράκι, λίγο παλαιότερα στο Μάτι και στην Κινέτα, κάποια χρόνια πιο πίσω στη Χαλκιδική και την Πελοπόννησο (εκεί όπου κατά δήλωση πρώην κυβερνητικού στελέχους η τότε κυβέρνηση μοίραζε χρήματα σε όποιον μιλούσε ελληνικά). Τι σημαίνει αυτό; Πολύ απλά ότι, από τη στιγμή που το γεγονός των πυρκαγιών του καλοκαιριού επαναλαμβάνεται (και σύμφωνα με τις προβλέψεις των ειδικών, λόγω και της κλιματικής αλλαγής θα συνεχίσει να επαναλαμβάνεται) κάθε χρόνο (απλά σε διαφορετικές περιοχές), παύει να είναι μια απρόβλεπτη φυσική καταστροφή την οποία είναι δύσκολο να αντιμετωπίσει οποιοσδήποτε, ειδικά όταν είναι σε έξαρση και κάτω από δύσκολες καιρικές συνθήκες, και μετατρέπεται σε στοιχείο προβλέψιμο και αντιμετωπίσιμο όταν βρίσκεται ακόμη στα πρώτα στάδια εκδήλωσής του. Για να το κάνω σαφέστερο, λέω ότι η πυρκαγιά που ξεκίνησε στο Γυμνότοπο (για παράδειγμα) θα μπορούσε να είχε αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά εν τη γενέσει της, χωρίς να επεκταθεί και να καταστρέψει χιλιάδες στρέμματα, αν είχε αξιολογηθεί ορθά η επικινδυνότητά της και υπήρχαν διαθέσιμα μέσα αντιμετώπισής της.

fire (1)

Θα μπορούσε να αντιτάξει κανείς ότι δεν είναι εύκολο να έχεις όσα μέσα κατάσβεσης χρειάζεσαι όταν καίγεται όλη η Ελλάδα (όπως χαρακτηριστικά φέρεται να ανέφερε και τοπικός παράγοντας). Αυτό βέβαια είναι σωστή παρατήρηση, αλλά μόνον αν δεχτούμε πως η πυρκαγιά είναι απρόβλεπτη καταστροφή. Στις παρούσες συνθήκες, όμως, όπως λογικά προκύπτει από όσα είδαμε, δεν θα πρέπει να θεωρείται τέτοια. Τι θα μπορούσε, λοιπόν, να είχε γίνει; Θα έπρεπε, με βάση και τις εμπειρίες των προηγούμενων καταστροφών να έχει ήδη διαμορφωθεί ένα σύστημα πυροπροστασίας που θα επιτρέπει την ανίχνευση εστιών φωτιάς πριν αυτές εξελιχθούν σε μεγάλες πυρκαγιές, με χρήση ενδεχομένως δορυφορικών μέσων, εναέριων μηχανών ανίχνευσης και τεχνητής νοημοσύνης. Θα έπρεπε να υπάρχει πρόβλεψη για μεγαλύτερη δαπάνη όσον αφορά την πρόσληψη εποχικών δασοπυροσβεστών οι οποίοι κανονικά θα έπρεπε να προσλαμβάνονται πριν την έναρξη της αντιπυρικής περιόδου, ώστε να μπορούν να εκπαιδεύονται κατάλληλα. Θα μπορούσε κάθε οικισμός να ενισχυθεί οικονομικά ώστε να μπορεί να συντηρεί έναν ελάχιστο αριθμό μέσων πυρόσβεσης άμεσης επέμβασης, με τη βοήθεια και εθελοντών. Έχει σχεδιαστεί ή έχει εφαρμοστεί κάτι από όλα αυτά στη χώρα μας; Προδήλως όχι. Το μόνο που φαίνεται να λειτουργεί είναι το 112 που προτρέπει τους κατοίκους να εκκενώσουν τις περιοχές όπου μένουν. Αυτό πιθανόν να περιορίζει στο ελάχιστο τις ανθρώπινες απώλειες, αλλά, δυστυχώς, αφήνει τη φύση, τα ζώα και τις ανθρώπινες περιουσίες στο έλεος της καταστροφής.

Δεν είναι, όμως, μόνο οι παθογένειες που καταδείχτηκαν μέσα στη δίνη της φωτιάς αυτό τον Αύγουστο. Είναι και μια σειρά από θετικά χαρακτηριστικά που αφήνουν μια ελπίδα αισιοδοξίας ότι κάτι μπορεί να πάει καλά στον τόπο μας. Είναι οι εκατοντάδες εθελοντές που έσπευσαν να βοηθήσουν, μετατρέποντας πολλές φορές τα αγροτικά τους αυτοκίνητα σε βυτιοφόρα. Είναι οι επιχειρήσεις που διέθεσαν βυτιοφόρα και προσωπικό για να ενισχύσουν τις πυροσβεστικές δυνάμεις. Είναι τα καταστήματα που έστελναν δωρεάν φαγητό και νερό σ’ εκείνους που έδιναν μάχη με τη φωτιά. Είναι όλοι όσοι έσπευσαν να δηλώσουν έτοιμοι να φιλοξενήσουν οικογένειες που ξεσπιτώθηκαν, ανοίγοντας τα καταστήματά τους ή τα σπίτια τους. Είναι όλοι όσοι προσέφεραν είδη πρώτης ανάγκης και προσέτρεξαν για βοήθεια στους χώρους προσέλευσης και φιλοξενίας πυρόπληκτων τη νύχτα της 12ης και της 13ης Αυγούστου. Είναι το ελληνικό φιλότιμο και η αλληλεγγύη που υπερνικούν τις δυσκολίες, υποκαθιστούν και ξεπερνούν τις κυβερνητικές αδυναμίες και την κρατική αδιαφορία, που, τελικά, δίνουν την αίσθηση πως κάτι μπορούμε να καταφέρουμε, ακόμα και μέσα από τις καταστροφές που αντιμετωπίζουμε και θα αντιμετωπίζουμε ως λαός. Αρκούν το φιλότιμο, η αλληλεγγύη, ο ανθρωπισμός για να αποφύγουμε αντίστοιχες εικόνες στο μέλλον; Προφανώς όχι. Χρειάζεται και η κρατική ευθύνη, το κράτος πρόνοιας, η κυβερνητική πολιτική πρόληψης και αντιμετώπισης. Αλλά αυτά, δυστυχώς, δε φαίνεται να υφίστανται στο άμεσο μέλλον.

Δείτε εδώ κείμενα του κ.Κωσταβασίλη