Η έναρξη του φετινού «παζαριού» της πόλης μας την Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου φέρνει ξανά στο προσκήνιο έναν θεσμό που δεν αποτελεί απλώς μια ετήσια εμπορική συνήθεια, αλλά μια βαθιά ριζωμένη παράδοση.

Καθώς ο Σεπτέμβριος απλώνει τα πρώτα του φθινοπωρινά χρώματα, ο αέρας της Άρτας γεμίζει από εκείνη την γνώριμη, σχεδόν ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα. Είναι η ατμόσφαιρα της εμποροπανήγυρης, ενός ζωντανού κυττάρου της συλλογικής μας μνήμης που αντέχει στον χρόνο, μεταλλάσσεται, αλλά δεν χάνει ποτέ την ουσία του: τη συνάντηση των ανθρώπων, το σμίξιμο της παράδοσης με την ανάγκη της επικοινωνίας και του εμπορίου.
Ζωοπανηγύρεις κι εμποροπανηγύρεις γίνονταν —κι ως ένα βαθμό γίνονται ακόμη— πολλές στην Ήπειρο, μια περιοχή με ορεινούς όγκους και απομονωμένα χωριά που ιστορικά αναζητούσαν διέξοδο επικοινωνίας. Από όλες αυτές τις συγκεντρώσεις, ξεχωριστή αίγλη και φήμη είχε πάντα η εμποροζωοπανήγυρη της Άρτας, το περίφημο «Μουχούστι» ή «Μπχούστι», ονομασία που προήλθε από την ομώνυμη συνοικία στην οποία αρχικά διεξαγόταν.
Η ιστορία του θεσμού χάνεται στα βάθη των αιώνων. Όπως σημειώνει χαρακτηριστικά ο Φώτης Βράκας: «για τον ύστερο μεσαίωνα και τους νέους χρόνους, γνωρίζουμε ότι η Άρτα είχε σημαντική ετήσια εμποροπανήγυρη. Από τον 16ο αιώνα και μετά είναι γνωστό ότι αυτή η μεγάλη εμποροπανήγυρη που διεξαγόταν στην Άρτα ονομάζεται Μχούστης ή, στο τοπικό επαρχιακό ιδίωμα, Μχούστ. […] Πέρα από τους εγχώριους που θα μπορούσε κανείς να συναντήσει εδώ να πουλάνε την πραμάτεια τους, μια σειρά ξένων από τη Ραγούζα (Dubrovnik), τη Βενετία, τη Φλωρεντία, την Κάτω Ιταλία, τη Μάλτα, όλοι ήταν παρόντες. Από τη Μακεδονία, τη Θεσσαλία, την Ακαρνανία, όλους θα μπορούσε κανείς να τους βρει εδώ, καθότι τέτοια αγαθά δεν παράγονταν στην Άρτα και την Ήπειρο, όπως παραδείγματος χάρη το βαμβάκι, το οποίο έφτανε εδώ από τη Θεσσαλία. Προϊόντα όπως το κερί, το βαμβάκι, το λινάρι, οι βαφές, το μετάξι, τα παστά κρέατα, το λαρδί, τα τυριά, τα μαλλιά, τα χοιρομέρια, τα σιτηρά, τα πάντα υπήρχαν σε αφθονία. Πλούσια ήταν και η ζωοπανήγυρη, η οποία εξυπηρετούσε περισσότερο την ντόπια και όμορη περιοχή της Άρτας».
Αυτή η ζωντανή εμπορική κυψέλη δεν πέρασε απαρατήρητη από τους ξένους περιηγητές. Ο Άγγλος περιηγητής William Martin Leake, που επισκέφθηκε την Άρτα το φθινόπωρο του 1804, κάνει λόγο στις σημειώσεις του για ένα εντυπωσιακό, μεγάλο παζάρι που δεν γινόταν στον συνηθισμένο τόπο όπου βρισκόταν η καθημερινή αγορά, υπογραμμίζοντας τον έκτακτο και γιορτινό χαρακτήρα του. Ογδόντα χρόνια αργότερα, στα 1884, ο τότε μητροπολίτης Άρτας Σεραφείμ Ξενόπουλος επιβεβαιώνει την πληροφορία αυτή, μαρτυρώντας ταυτόχρονα την αδιάλειπτη συνέχεια του θεσμού. Ο μητροπολίτης τονίζει ότι από τα αρχαία χρόνια λαμβάνει χώρα στην Άρτα «εμπορική τις πανήγυρις, ουχί ευκαταφρόνητος», στην οποία συνέρχονται έμποροι από όλα τα μέρη της Ηπείρου και η οποία διαρκεί συνήθως δέκα ημέρες, από τις 14 έως τις 24 Σεπτεμβρίου.
Ο θεσμός αυτός διατηρήθηκε μέχρι τα νεότερα χρόνια σχεδόν αναλλοίωτος στον πυρήνα του. Απλά, με την πάροδο του χρόνου και την αλματώδη πρόοδο της τεχνολογίας, το «Μουχούστι» σταδιακά απώλεσε τον χαρακτήρα της αγοράς και εμπορίας ζώων. Μετασχηματίστηκε έτσι σε έναν χώρο αμιγώς προσανατολισμένο στην ανταλλαγή εμπορικών προϊόντων, όχι μόνο από την Ήπειρο αλλά και από κάθε γωνιά της Ελλάδας. Παράλληλα με τον χαρακτήρα του, το «Μουχούστι» άλλαζε κατά καιρούς και τόπο διεξαγωγής, αφήνοντας την αρχική του γειτονιά. Οι σημερινοί εξηντάρηδες θα θυμούνται ασφαλώς με μια δόση νοσταλγίας τους παιδικούς ή εφηβικούς περιπάτους ανάμεσα στις παράγκες των πωλητών, το πολύχρωμο πλήθος και τις μυρωδιές κατά μήκος της περιφερειακής οδού ή στο ευρυχώριο της πλατείας Καραϊσκάκη —εκεί όπου σήμερα υψώνεται το 4ο Δημοτικό Σχολείο.
Η σημασία της εμποροπανήγυρης για την Άρτα, αλλά και για ολόκληρο τον νομό, υπήρξε ανυπολόγιστη. Ιδιαίτερα μέχρι τη δεκαετία 1950–1960, όταν οι δυνατότητες τακτικών εμπορικών συναλλαγών σε πανελλαδικό επίπεδο ήταν περιορισμένες, πολύ δε περισσότερο στο πεδίο των εισαγωγών και εξαγωγών, το παζάρι αποτελούσε οικονομική αναπνοή. Επέτρεπε τη μεταφορά αγαθών από τόπο σε τόπο και έφερνε σε επαφή τους κατοίκους ακόμη και των πιο απομακρυσμένων ορεινών περιοχών με εμπόρους διαφόρων περιφερειών. Το αποτέλεσμα δεν ήταν μόνο η προμήθεια των απαραίτητων αγαθών για τη διαβίωση της χρονιάς, αλλά και η διαμόρφωση ενός σπάνιου κλίματος πολιτισμικών, κοινωνικών και πνευματικών ανταλλαγών με ευεργετικές συνέπειες για τον τόπο.
Σήμερα, ο θεσμός εξακολουθεί παραδοσιακά να υφίσταται, φιλοξενούμενος στο εκθεσιακό κέντρο του δήμου. Προσαρμοσμένος στις απαιτήσεις της εποχής, τουλάχιστον μέχρι φέτος, ο θεσμός συνδυαζόταν παράλληλα με τη διοργάνωση εμπορικής έκθεσης στον ίδιο χώρο. Αυτό αποτελεί σαφή ένδειξη του πώς ένας παραδοσιακός θεσμός μπορεί όχι μόνο να επιβιώνει μέσα στους αιώνες, αλλά και να εξελίσσεται.
Η μη διοργάνωση της έκθεσης φέτος ας αποτελέσει απλώς μια σύντομη παρένθεση. Είναι επιτακτική ανάγκη να υπάρξει ουσιαστική στήριξη της εμπορικής έκθεσης παράλληλα με το παζάρι, καθώς και μελλοντική της επέκταση. Η στοχευμένη προβολή της στους εμπορικούς κύκλους εκτός Άρτας και η ευρηματικότητα στον σχεδιασμό των περιπτέρων μπορούν να αναδείξουν τις δυνατότητες του τοπικού εμπορικού κόσμου. Έτσι, ο εμπορικός κόσμος της πόλης θα μπορέσει να επωφεληθεί ουσιαστικά από το πλήθος των επισκεπτών που κατακλύζουν το παζάρι αλλά δεν έχουν πάντα την ευκαιρία να επισκεφθούν τα καταστήματα του κέντρου.
Μια ευρύτερη συμμετοχή στην έκθεση, με μεγαλύτερη γκάμα προϊόντων, μπορεί να προβάλει την ποιοτική ανωτερότητα των επώνυμων αγαθών που διαθέτει η ντόπια αγορά. Αν μάλιστα ο Δήμος συνδράμει την προσπάθεια αυτή με τη διοργάνωση ποικιλίας πολιτιστικών εκδηλώσεων (όπως πολύ σωστά πράττει φέτος) αλλά και παράλληλων συνεδρίων ή ημερίδων σε συνεργασία με το Επιμελητήριο για την προώθηση των τοπικών προϊόντων, τα οφέλη θα είναι τεράστια. Η περίοδος του «παζαριού» μπορεί να αποκτήσει για την Άρτα τη δυναμική που έχει το Καρναβάλι για την Πάτρα ή οι Γιορτές Παλιάς Πόλης για την Ξάνθη.
Το μόνο που χρειάζεται είναι συλλογική συνεργασία, όραμα και καλή διάθεση, ώστε η πόλη μας —και μαζί της όλοι εμείς που ζούμε σε αυτήν— να κάνει ένα σταθερό βήμα προς το μέλλον, τιμώντας τις ρίζες της.
