Η περασμένη Κυριακή, 5 Οκτωβρίου, ήταν η παγκόσμια ημέρα του εκπαιδευτικού. Δεν θα αναλωθώ, εδώ, σε έρευνες για το κατά πόσον ο ρόλος του εκπαιδευτικού στη χώρα μας έχει την αναγνώριση που του αξίζει. Το γεγονός ότι οι εκπαιδευτικοί είναι ο μόνος, ίσως, κλάδος (μαζί με τους υγειονομικούς) όπου όλοι οι εργαζόμενοι είναι πτυχιούχοι ανωτάτων σχολών οι οποίοι έχουν διοριστεί με παντελώς αξιοκρατικές διαδικασίες, αλλά αμείβονται αρκετά χαμηλότερα από πολλούς άλλους κλάδους εργαζομένων, δείχνει πόσο η πολιτική ηγεσία και η κοινωνία (εκ)τιμούν την δημόσια εκπαίδευση. Θα προσθέσω, όμως, δύο προβληματισμούς που, κατά την άποψή μου, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι σήμερα είναι αναγκαιότερη όσο ποτέ άλλοτε η αναβάθμιση του ρόλου του εκπαιδευτικού.
Ο πρώτος προβληματισμός αφορά την εικόνα που έχουν οι ίδιοι οι μαθητές αλλά μάλλον και το κοινωνικό σύνολο για το σχολείο, ως ένα χώρο εξεταστικό κέντρο, βαρετό και αγχωτικό όπου μαθαίνουν μόνο SOS για τις εξετάσεις. Παρόλο που η ιδέα αυτή δεν είναι απολύτως ακριβής, καθώς τα σχολεία παροτρύνονται να αναπτύσσουν κοινωνικές δράσεις και δραστηριότητες, να επιδιώκουν το «άνοιγμα στην κοινωνία», να προσπαθούν να αναπτύσσουν νέες διδακτικές μεθόδους, το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα παραμένει αγχώδες και εξεταστικοκεντρικό, δίνοντας έμφαση στη στείρα απομνημόνευση, καθώς, ανεξάρτητα από τις όποιες καινοτομίες στη διδακτική πράξη, στο τέλος η εξέταση γίνεται με παλαιολιθικού τύπου μοντέλα που εξετάζουν περισσότερο την κεκτημένη γνώση. Αυτό ισχύει και για τα μαθήματα που εξετάζονται με Τράπεζα Θεμάτων, και για τα πανελλαδικώς εξεταζόμενα μαθήματα. Το τελικό αποτέλεσμα είναι οι μαθητές/τριες να έρχονται στο σχολείο από το φόβο μήπως δεν περάσουν την τάξη από απουσίες, να το βαριούνται και να εκτιμούν πως δεν έχει να τους προσφέρει τίποτα, κάτι το οποίο θεωρώ πως είναι απόλυτα λάθος. Παράλληλα η πρακτική αυτή έχει επίδραση και στη στάση των εκπαιδευτικών οι οποίοι, λειτουργώντας υπό την πίεση και το άγχος της «ολοκλήρωσης της ύλης», μετατρέπονται όλο και περισσότερο σε «διεκπεραιωτές ύλης» και αναπαραγωγοί πληροφοριών, λησμονώντας ή αναγκαζόμενοι να θέσουν σε δεύτερη μοίρα το ρόλο του παιδαγωγού. Όσο κι αν αυτό φαίνεται απολύτως λογικό σε μια κοινωνία που έχει θεοποιήσει την πληροφορία και την έχει ταυτίσει με τη γνώση εγκαταλείποντας την αγωγή, δε μπορεί και δεν πρέπει να είναι το ουσιαστικό και κύριο μέλημα του εκπαιδευτικού, ο οποίος θα πρέπει να λειτουργήσει πρώτιστα και περισσότερο ως παιδαγωγός, ιδιαίτερα στην εποχή μας.

Εδώ έγκειται ο δεύτερος προβληματισμός που αφορά την όλο και μεγαλύτερη εισβολή της Τεχνητής Νοημοσύνης (ΤΝ) στην εκπαίδευση. Όπως υπογράμμισε σε δηλώσεις του στη Βρετανική Telegraph o παγκοσμίου φήμης μελλοντολόγος και σύμβουλος στρατηγικού σχεδιασμού, Νικόλας Μπάντμιντον, «Οι μηχανές προβλέπεται να είναι καλύτερες από εμάς […] στη συγγραφή εκθέσεων επιπέδου δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης έως το 2026, […] στη συγγραφή ενός μπεστ σέλερ βιβλίου μέχρι το 2049, στις χειρουργικές επεμβάσεις μέχρι το 2053». Ωστόσο, όπως επισημαίνει η κα Λούση Αβρααμίδου, διευθύντρια του Κέντρου Μάθησης και Διδασκαλίας στο Πανεπιστήμιο του Groningen της Ολλανδίας, «η εκπαίδευση πρέπει να είναι δημόσιο και κοινό αγαθό και, ως εκ τούτου, δεν πρέπει να διαμορφώνεται από τη βιομηχανία της ΤΝ, τα εταιρικά συμφέροντα ή τα καπιταλιστικά πλαίσια» και «αντί να αποτελεί πεδίο δημιουργικότητας και ενδυνάμωσης, μπορεί να εξελιχθεί σε μια δυστοπική παιδική χαρά, όπου η ΤΝ διαμορφώνει παιδιά “ζόμπι” χωρίς κριτική σκέψη». Το ζήτημα αποκτά μεγαλύτερη επικαιρότητα τη στιγμή που η κυβέρνηση προσανατολίζεται στην εισαγωγή της ΤΝ στην αξιολόγηση των μαθητών/τριών. Όπως δήλωσε ο υπουργός επικρατείας κος Σκέρτσος για την πρόταση της κυβέρνησης για το εθνικό απολυτήριο, «η διαδικασία θα υποστηρίζεται από τεχνητή νοημοσύνη, προσφέροντας νέες δυνατότητες εποπτείας και ανατροφοδότησης προς μαθητές και γονείς». Μέσα σ’ αυτό το κλίμα δεν είναι καθόλου απίθανο να ακούσουμε σε λίγα χρόνια ότι οι εκπαιδευτικοί δεν μας είναι απαραίτητοι, διότι τις γνώσεις που πρέπει να μαθαίνουν στα παιδιά μας μπορεί να τους τις προσφέρει καλύτερα, ταχύτερα και χωρίς βαρεμάρα μια μηχανή!
Εδώ, πια, έγκειται η μεγάλη πρόκληση, τόσο για τους/τις εκπαιδευτικούς, αλλά και για την κοινωνία μας. Τα όποια οράματα για αναβάθμιση της εκπαίδευσης θα πρέπει οπωσδήποτε να περιλαμβάνουν την αναβάθμιση του ρόλου του εκπαιδευτικού, ώστε αυτός να μην περιορίζεται μόνο στο ρόλο του «διεκπεραιωτή ύλης». Πολύ περισσότερο θα πρέπει να επικεντρωθούν σ’ αυτό που πραγματικά αποτελεί κύριο έργο του δασκάλου, τη συμβολή στην πνευματική και ψυχικά συγκρότηση των νέων. Διότι, όπως γράφει ο μεγάλος Ι. Θ. Κακριδής: «Στο πρώτο πρόχειρο κοίταγμα η σχέση ανάμεσα στο δάσκαλο και στο μαθητή φαίνεται πολύ απλή. Ο πρώτος δίνει γνώσεις και ο δεύτερος δέχεται γνώσεις. Και όμως το πράγμα δε σταματάει εδώ. Το κάτω-κάτω, αν ήταν μόνο γνώσεις να μεταδίδουμε, ο καθηγητής θα μπορούσε πολύ ωραία ν’ αντικατασταθεί από τα βιβλία, που τα διαβάζει κανείς με πιο άνεση στο σπίτι του. Εκείνο που περιμένει ο μαθητής – ας είναι και ανεπίγνωστα – είναι κάτι πολύ πιο πλατύ και πολύ πιο βαθύ από το να πλουτίσει το μυαλό του με ορισμένα γνωστικά στοιχεία. Αν είναι ο δάσκαλος να επιδράσει σωστά πάνω του, θα επιδράσει πολύ καθολικότερα. Γι’ αυτό παίρνει τόση σημασία η προφορική διδασκαλία, γι’ αυτό πρέπει ο δάσκαλος να είναι αληθινά μια προσωπικότητα». Στην εποχή μας τείνουμε να μετατρέπουμε τους εκπαιδευτικούς σε είδος προς εξαφάνιση. Ας μην επιτρέψουμε να συνεχιστεί αυτό.
Δείτε εδώ κείμενα του κ.Κωσταβασίλη
