Skip to content

Η πρόσφατη ανακοίνωση των αποτελεσμάτων εισαγωγής των υποψηφίων φοιτητών στα ΑΕΙ, με τη διαδικασία των πανελλαδικών εξετάσεων, η ανακοίνωση των «βάσεων», όπως είναι πιο ευρέως γνωστή, έφερε στο προσκήνιο ένα θλιβερό γεγονός. Την εξαιρετικά χαμηλή, για την αξία και την προσφορά τους, βάση των φιλολογικών σχολών (φιλολογίας, ιστορίας, φιλοσοφίας). Για να γίνω σαφέστερος, θα πρέπει να τονίσω ότι οι «βάσεις» δεν προσδιορίζονται εκ των προτέρων. Δεν υπάρχει, δηλαδή, προκαθορισμένη «βάση» την οποία, αν δεν «πιάσει» κάποιος υποψήφιος, δεν περνάει στο τμήμα. Η ελάχιστη βάση εισαγωγής αφορά τους βαθμούς που γράφει ο κάθε υποψήφιος και διαμορφώνεται από το μέσο όρο βαθμολογίας όλων των υποψηφίων συν/πλην 20% (δηλαδή μπορεί κάποιος να έχει ξεπεράσει την ελάχιστη βάση εισαγωγής και να μην «πιάσει» τη βάση για ένα τμήμα). Η «βάση» του τμήματος είναι τα μόρια που έχει συγκεντρώσει ο τελευταίος που εισήχθη στο συγκεκριμένο τμήμα. Καθορίζεται, επομένως, από την προσφορά και τη ζήτηση για κάθε τμήμα. Αν, για παράδειγμα οι ιατρικές σχολές δέχονταν το διπλάσιο αριθμό φοιτητών από αυτών που δέχονται σήμερα και εξακολουθούσε να υπάρχει η αυξημένη ζήτησή του, οι βάσεις προφανώς θα έπεφταν! Το γεγονός, λοιπόν, ότι τα τμήματα των φιλοσοφικών σχολών δεν έχουν υψηλές βάσεις, σημαίνει πολύ απλά ότι οι υποψήφιοι δεν τα ζητούν πολύ. Αυτό, όμως, έχει δυσμενείς συνέπειες για όλους.

Αντιγράφω από άρθρο του Ηλία Τουμασάτου στην ιστοσελίδα alfavita.gr: «Η θλιβερή πραγματικότητα είναι ότι οι υποψήφιοι ΔΕΝ ΔΗΛΩΝΟΥΝ πλέον τις φιλοσοφικές σχολές. Η ανθρωπιστική παιδεία έχει απαξιωθεί, όσο κι αν η κ. Κεραμέως βαυκαλιζόταν πανηγυρίζοντας ότι “ενισχύει τις κλασικές σπουδές” με έξτρα δόσεις λατινικών, καταργώντας τα μαθήματα Κοινωνικών επιστημών και πολιτειακής παιδείας. 3.815 θέσεις σε φιλοσοφικές σχολές προσφέρθηκαν φέτος. […] Καλύφθηκαν 2.426. Πόσα από τα παιδιά αυτά θα αποφοιτήσουν και πόσα θα βρουν δουλειά; Διότι αν δούμε τη Φιλοσοφική Σχολή μόνο ως σχολή παραγωγής φιλολόγων για την εκπαίδευση, τα πράγματα είναι δραματικά. Όσοι όμως έχουμε περάσει από Φιλοσοφική Σχολή ξέρουμε πόσο μεγάλους ορίζοντες μπορούν να σου ανοίξουν οι σπουδές σε ένα τέτοιο τμήμα. Και επαγγελματικούς, πιστεύω. Ένας απόφοιτος Φιλοσοφικής μπορεί να κάνει πολύ περισσότερα πράγματα απ’ ό,τι φαντάζεστε. Ένας καλός γνώστης της γλώσσας, της ιστορίας, της φιλοσοφίας και του πολιτισμού δεν θα ήταν ιδανικός “δημιουργός περιεχομένου;” άραγε; Δεν θα ήταν χρήσιμος στη διαφήμιση, στη δημοσιογραφία, στην πολιτική και επιχειρησιακή επικοινωνία;».

ca0c3a9f91104d5585fa6a146d9addf6

Δυστυχώς, οι τελευταίες παρατηρήσεις του αρθρογράφου απηχούν τη λογική και την κυρίαρχη αντίληψη ενός εκπαιδευτικού συστήματος, αλλά και μιας νοοτροπίας χρησιμοθηρικής και απολύτως τεχνοκρατικής που βλέπει τις σπουδές μόνο ως πρόκριμα για επαγγελματική αποκατάσταση, κυρίως στο δημόσιο. Η απαξίωση, όμως, των ανθρωπιστικών σπουδών είναι γενικότερη και επισείει μεγαλύτερους κινδύνους. Αντιγράφω από άρθρο του Τάκη Θεοδωρόπουλου στην ιστοσελίδα kathimerini.gr: «Μήπως οι σχολές Φιλολογίας έχουν μετατραπεί σε καταφύγιο όσων θέλουν να αποκτήσουν ένα πτυχίο χωρίς ιδιαίτερο κόπο; Αληθεύει ότι υπάρχουν απόφοιτοι οι οποίοι δεν έχουν διαβάσει ολόκληρο ούτε έναν πλατωνικό διάλογο; Και τι σημαίνει αυτό για το μέλλον της εκπαίδευσης;[…] Θα μου πείτε επίσης ότι το φαινόμενο δεν είναι μόνον ελληνικό. Οι λεγόμενες κλασικές σπουδές είναι σε αποδρομή σε όλον τον δυτικό κόσμο. Ακόμη και στις καλύτερες οικογένειες. Στο Πρίνστον κατήργησαν την υποχρεωτικότητα των αρχαίων ελληνικών και των λατινικών επειδή λειτουργούσε ως αντικίνητρο. Και κανείς δεν μπορεί να με πείσει ότι η υποχώρηση της σημασίας των κλασικών σπουδών δεν βοηθάει την εξάπλωση του διανοητικού βούρκου, της πολιτικής ορθότητας και της τερατογένεσης που ακούει στο όνομα woke. Ευτυχώς στα καθ’ ημάς δεν έχει περάσει ακόμη η επιδημία. Όσο άξιοι κι αν είναι οι καθηγητές, όταν η αξία του υλικού τους είναι υποβαθμισμένη, τότε το έργο τους μοιάζει μάταιο. Και όταν ξεκινάς να σπουδάσεις μια τέχνη η οποία δεν απαιτεί και πολλά από σένα, θα την υπηρετήσεις με τον κανόνα της μετριότητας που σου έχει εξαρχής επιβληθεί. Και μετά όταν μπεις στην τάξη να διδάξεις, θα τον μεταδώσεις στους μαθητές σου. Μήπως πρέπει να το ξανασκεφτούμε;».

Αυτό το τελευταίο ερώτημα θα πρέπει, ιδιαίτερα όσοι αποτελούμε την ελληνική κοινωνία, να το ξανασκεφτούμε. Ήδη, στο όνομα του (δήθεν) σεβασμού στη διαφορετικότητα, επιχειρείται ένας εξοστρακισμός όχι μόνο των διαφορετικών απόψεων (και είναι περίεργο πώς οι δήθεν υποστηρικτές της διαφορετικότητας δεν ανέχονται την ύπαρξη διαφορετικών απόψεων γύρω τους), αλλά ακόμη και των λέξεων που υποδηλώνουν τη φυσική (με την έννοια της εκ φύσεως ύπαρξης) υπόσταση των γενών. Εκπρόσωποι μιας δήθεν πολιτικής ορθότητας ακυρώνουν τη χρήση στην ελληνική, του αρσενικού και του θηλυκού άρθρου. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν είναι πρόκριμα υποδούλωσης της ελληνικής στην αγγλική ή και σε άλλες ισχυρότερες ξένες γλώσσες; Και ποιος θα μπορούσε να προβάλει αντίσταση σε κάτι τέτοιο αν όχι άνθρωποι με στέρεη γνώση της γλώσσας και της ιστορίας μας; Και πώς μπορεί να υπάρξει τέτοια γνώση χωρίς ισχυρά καταρτισμένους και συνειδητοποιημένους φιλολόγους; Μπορούν να υπάρξουν τέτοιοι φιλόλογοι-δάσκαλοι με απαξιωμένες τις ανθρωπιστικές σπουδές; Να τα ερωτήματα που θα πρέπει να απαντηθούν από την κοινωνία μας.

Η αποδοχή της διαφορετικότητας δε σημαίνει ισοπέδωση και άρνηση οποιουδήποτε αντίθετου, ο σεβασμός στην παράδοση και η διατήρηση των πολιτισμικών μας ιδιαιτεροτήτων δε σημαίνει περιχαράκωση και άρνηση της προόδου, η ανάπτυξη νέων τεχνολογικών και η αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης δες σημαίνει ότι θα πρέπει αυτομάτως να συμπεριφερόμαστε ως μηχανές. Γιατί η άρνηση του ανθρωπισμού και η απαξίωση των ανθρωπιστικών σπουδών σταδιακά εκεί μας οδηγούν. Και η κυριαρχία της χρησιμοθηρίας, της τεχνοκρατίας και του χρήματος, βλέπουμε ήδη πού μας οδηγούν. Πρέπει να αναρωτηθούμε αν αυτό είναι το μέλλον που θέλουμε να έχουν τα παιδιά μας.

Δείτε εδώ κείμενα του κ.Κωσταβασίλη.