Την Κυριακή που μας πέρασε η εθνική μας ομάδα μπάσκετ νίκησε σε αγώνα για τα προκριματικά του παγκοσμίου κυπέλου την αντίστοιχη του Βελγίου με το ευρύτατο σκορ 85-68. Λίγες μέρες νωρίτερα η ίδια ομάδα είχε χάσει από την αντίστοιχη της Σερβίας μέσα στο Βελιγράδι με 6 πόντους διαφορά στην παράταση, σε ένα ματς όπου ο μόνος Έλληνας που εκτέλεσε βολές ήταν ο σταρ του ΝΒΑ Γιάννης Αντετοκούμπο (προφανώς στους άλλους παίκτες μας οι αντίπαλοι δεν έκαναν φάουλ!). Οι εμφανίσεις της εθνικής μας, αλλά, πολύ περισσότερο, η σοβαρότητά της και οι χαμηλοί τόνοι που κρατούν όλοι της οι πρωταγωνιστές, γεννούν την αισιοδοξία για κάτι καλό στο Ευρωμπάσκετ του Σεπτεμβρίου, μια διοργάνωση, δηλαδή, στην οποία η ομάδα μας έχει να διακριθεί περίπου 10 χρόνια τώρα. Στο σημείο αυτό είναι ανάγκη να εστιάσουμε στους πρωταγωνιστές της ομάδας. Πέρα από τον προπονητή της, τον ικανότατο Δημήτρη Ιτούδη, δεν μπορεί κανείς να αμφισβητήσει πως πρωταγωνιστές είναι οι αθλητές οι οποίοι αγωνίζονται στην ομάδα, με προεξάρχοντες τους τρεις αδερφούς Αντετοκούμπο. Είναι, νομίζω, η πρώτη φορά που τρία αδέρφια βρίσκονται να αγωνίζονται στην εθνική μας σε τέτοιο επίπεδο, αλλά δεν θα ήθελα να σταθώ σ’ αυτό τώρα.
Αυτό που θα πρέπει να επισημάνουμε είναι η αντιμετώπιση που έχει η εθνική μας ομάδα από αυτά τα τρία παιδιά, τα οποία, μάλιστα, λοιδορήθηκαν από την ομοσπονδία της Νιγηρίας για την επιλογή τους να παίξουν για την εθνική Ελλάδας. Και βεβαίως μεγαλύτερη αξία έχει το γεγονός πως ο πλέον προβεβλημένος από τους τρεις, ο πολυτιμότερος παίχτης του κορυφαίου πρωταθλήματος στον κόσμο, του ΝΒΑ, ο Γιάννης Αντετοκούμπο, προβάλλει με όποιο τρόπο μπορεί, όπου και όποτε του δίνεται η ευκαιρία τη χώρα μας που τη νιώθει σαφέστατα ως χώρα του. Μιλάμε για έναν σταρ παγκοσμίου επιπέδου του οποίου η ζωή (μαζί με αυτή της οικογένειάς του) έχει γίνει ταινία από το Χόλιγουντ! Ο άνθρωπος θα μπορούσε να ρίξει μαύρη πέτρα πίσω του και να μην ξανακούσει για την Ελλάδα, όχι να ταλαιπωρεί το σώμα του (από το οποίο βγάζει τα χρήματα που βγάζει) καλοκαιριάτικα για να παίζει με την εθνική σε προκριματικούς και φιλικούς αγώνες προετοιμασίας!
Όμως οι Αντετοκούμπο (και ο Γιάννης ειδικότερα) δεν περιφρονούν τη χώρα τους (γιατί η Ελλάδα είναι χώρα τους, θέλει δε θέλει). Και στην εθνική έρχονται, και ιδρώτα χύνουν, και τραυματίζονται. Αλλά, πολύ περισσότερο, πονάνε τον τόπο αυτό και το δείχνουν με κάθε τρόπο, προσφέροντας βοήθεια στους πυρόπληκτους στο Μάτι, στους πλημμυρόπληκτους στη Μάντρα, στους άπορους αλλά και στα παιδιά της γειτονιάς τους στα Σεπόλια. Είναι η μεγαλύτερη απόδειξη της αλήθειας πως Έλληνας δε γεννιέσαι, αλλά γίνεσαι. Είναι επίσης και η καλύτερη απόδειξη της προσφοράς που μπορεί να προσφέρουν οι μετανάστες στη χώρα μας, δεδομένου ότι η οικογένεια Αντετοκούμπο μετανάστευσε στη χώρα μας από τη Νιγηρία. Είναι, τέλος, το καλύτερο δείγμα του πώς μπορεί να γίνει η ένταξη και η αφομοίωση μεταναστών σε μια χώρα.
Οι Αντετοκούμπο (όπως και η Μιρέλα Μανιάνι, ο Κάχι Καχιασβίλι, η Ελίνα Τζένγκο κ.α.) ήρθαν στην Ελλάδα και πάλεψαν κόντρα σε απίστευτες δυσκολίες, ενάντια στη γραφειοκρατία, στον παραλογισμό της κρατικής διοικητικής μηχανής, στις προκαταλήψεις και τις ρατσιστικές συμπεριφορές, προκειμένου να καταφέρουν όχι ντε και καλά να διακριθούν, αλλά να επιβιώσουν, αρχικά, και να εξασφαλίσουν κατόπιν μια ζωή καλύτερη από εκείνη από την οποία προσπάθησαν να ξεφύγουν. Ό,τι ακριβώς έκαναν, με άλλα λόγια, χιλιάδες και χιλιάδες Έλληνες στο Βέλγιο, τη Γερμανία, τις ΗΠΑ, την Αυστραλία και αλλού, για δεκαετίες και δεκαετίες. Είναι, λοιπόν, εφικτή η ενσωμάτωση των μεταναστών στην κοινωνία μας; Σαφώς ναι, υπό την προϋπόθεση την οποία θέτουν εν τοις πράγμασι οι ίδιοι οι ευημερούντες. Γιατί όλοι οι μετανάστες που προσπάθησαν να ενσωματωθούν στην κοινωνία όπου εγκαταστάθηκαν, αντιμετώπισαν την κοινωνία αυτή με σεβασμό και εκτίμηση, ου μην και με αγάπη. Αποδέχτηκαν τους κανόνες που έθετε η όποια κοινωνία (ελληνική, γερμανική, αμερικάνικη κ.ο.κ.) και προσάρμοσαν τη συμπεριφορά τους και τα θέλω τους σ’ αυτή. Κάπως έτσι οι ελληνοαμερικανοί ομογενείς γιορτάζουν και το ελληνικό Πάσχα και το αμερικάνικο θενκσγκίβινγκ, οι ομογενείς μας στη Γερμανία τις Απόκριες, αλλά και το Οκτόμπερφεστ και πάει λέγοντας.
Η ένταξη στην όποια κοινωνία προϋποθέτει αποδοχή των κανόνων λειτουργίας της. Αυτό σημαίνει [ως αποδέχεται κανείς, προκειμένου να ενταχθεί σε μια κοινωνία, τους νόμους που προσδιορίζουν τον τρόπο λειτουργίας της, όχι μόνο τους γραπτούς (δηλαδή τους κώδικες νομοθεσίας που θεσπίζονται από τα νομοθετικά όργανα και τις ερμηνείες τους από τα δικαστικά όργανα), αλλά και τους άγραφους, δηλαδή τα ήθη και τα έθιμα, τις αντιλήψεις και την ηθική της. Αυτό ονομάζεται κοινωνικοποίηση και εφαρμόζεται σε όλους τους ανθρώπους ανεξαιρέτως από την παιδική τους ηλικία. Όποιος, λοιπόν, επιλέξει να πάει σε κάποια άλλη χώρα για να εγκατασταθεί, θα πρέπει να δεχτεί ότι θα συμμορφωθεί με τους κανόνες που ισχύουν στη χώρα αυτή και θα σεβαστεί, αν δεν υιοθετήσει, τους όρους λειτουργίας της (τους νόμους της, τα έθιμά της, τη θρησκεία της). Δε σημαίνει ότι θα πρέπει να απαρνηθεί την προέλευσή του, αλλά ότι θα πρέπει αν δεχτεί και να σεβαστεί τη συμβίωση με τους γύρω του στο πλαίσιο που η κοινωνία υποδοχής ορίζει.
Η τέτοια αποδοχή γίνεται πιο εύκολα όταν ο μετανάστης προέρχεται από χώρα με παρόμοιο τρόπο ζωής και ανάλογους ηθικούς κανόνες. Μ’ άλλα λόγια είναι ευκολότερη η ενσωμάτωση σε μια χώρα του δυτικού πολιτισμού ανθρώπων που αποδέχονται τον πολιτισμό αυτό και επιδιώκουν την υλοποίησή του. Το γεγονός ότι ο δυτικός πολιτισμός ορίζεται από την ελληνορωμαϊκή φιλοσοφική θεωρία και τη χριστιανική ηθική, διαμορφώνει και το πλαίσιο επί του οποίου θα πρέπει να υπάρχει μια εκ των προτέρων ντε φάκτο συμφωνία του όποιου μετανάστη με την κοινωνία αποδοχής. Χωρίς να απαρνηθεί τις ρίζες του, τη θρησκεία του ή τις όποιες του αντιλήψεις, ο κάθε μετανάστης θα πρέπει να σέβεται και να εκτιμά την κοινωνία όπου εντάσσεται. Αν καταφέρει και την αγαπήσει (όπως καλή ώρα οι Αντετοκούμπο), μπορεί να προσφέρει ακόμα περισσότερα.
Γράφει
ο Κώστας Κωσταβασίλης
