Ο Θανάσης Αγάθος γεννήθηκε το 1967 στην Αθήνα και είναι καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Τμήμα Φιλολογίας του ΕΚΠΑ. Είναι απόφοιτος του Τμήματος Φιλολογίας του ΕΚΠΑ, πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στην Ευρωπαϊκή Λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και υποστήριξε διδακτορική διατριβή στον Τομέα Νεοελληνικής Φιλολογίας του Τμήματος Φιλολογίας του ΕΚΠΑ, με θέμα Οι γυναικείοι χαρακτήρες στα μυθιστορήματα του Νίκου Καζαντζάκη. Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα επικεντρώνονται στη νεοελληνική λογοτεχνία του 19ου και του 20ού αιώνα, σε ζητήματα πρόσληψης, στη σχέση της λογοτεχνίας με τον κινηματογράφο και το θέατρο. Έχει δημοσιεύσει μελέτες για το έργο των Εμμανουήλ Ροΐδη, Αλέξανδρου Ρίζου-Ραγκαβή, Σπυρίδωνος Ζαμπέλιου, Κωνσταντίνου Θεοτόκη, Κωστή Παλαμά, Γρηγορίου Ξενόπουλου, Νίκου Καζαντζάκη, Στράτη Μυριβήλη, Γιώργου Σεφέρη, Οδυσσέα Ελύτη, Κοσμά Πολίτη, Άγγελου Τερζάκη, Βασίλη Βασιλικού κ.ά. Το τελευταίο του βιβλίο, Ο Καραγάτσης του κινηματογράφου (εκδ. Αιγόκερως, 2025) αποτέλεσε την αφορμή για την ακόλουθη συνέντευξη.
Πώς ξεκινά η προετοιμασία ενός βιβλίου;
Τα βιβλία που έχω γράψει μέχρι τώρα είναι όλα φιλολογικές μονογραφίες. Συνεπώς, πρώτα βρίσκω ένα θέμα ή μια υπόθεση εργασίας και σχεδιάζω τη δομή του βιβλίου. Ακολουθούν εκ του σύνεγγυς ανάγνωση (συνήθως για δεύτερη, τρίτη ή πολλοστή φορά) των λογοτεχνικών κειμένων που αποτελούν τις πρωτογενείς πηγές της μελέτης μου και παράλληλη επισκόπηση της σχετικής βιβλιογραφίας. Όλα αυτά συνδυάζονται με έρευνα σε αρχεία λογοτεχνών και σε αρχεία εφημερίδων και περιοδικών. Προσθέτω ότι από την αρχή κρατώ αναλυτικές σημειώσεις, που σιγά σιγά λαμβάνουν τη μορφή συνεχούς κειμένου.
Ποια ήταν η αφορμή για να εκδοθεί το βιβλίο Ο Καραγάτσης του κινηματογράφου;
H θέαση της μοναδικής κινηματογραφικής ταινίας που σκηνοθέτησε ο Καραγάτσης, της Καταδρομής, και η συνειδητοποίηση του γεγονότος ότι ήταν ο πρώτος Έλληνας συγγραφέας που εισήλθε τόσο δυναμικά στον κινηματογραφικό χώρο, ως σκηνοθέτης και σεναριογράφος ταυτόχρονα.
Έχετε εκδώσει τρία ανάλογα βιβλία για τους Ξενόπουλο, Τερζάκη και Καζαντζάκη. Για ποιο λόγο γράψατε για τον Μ. Καραγάτση;
Ο λόγος είναι η αίσθηση ότι η κινηματογραφική διαδρομή του Καραγάτση ήταν πολύχρονη και πολύπλευρη: δεν περιοριζόταν μόνο στην Καταδρομή, αλλά και σε άρθρα σχετικά με το σινεμά, κινηματογραφικές τεχνικές και θεματοποίηση του κινηματογράφου στην πεζογραφία του και αδημοσίευτα σενάρια. Επίσης, το ότι, σε μεγάλο βαθμό, αυτή η πτυχή του ήταν ανεξερεύνητη. Με αυτό το βιβλίο νομίζω ότι κλείνει για μένα ένας κύκλος που αφορά στη σχέση κορυφαίων λογοτεχνών των αρχών του 20ού αιώνα και του Μεσοπολέμου με την έβδομη τέχνη.
Κλείνει για μένα ένας κύκλος που αφορά στη σχέση κορυφαίων λογοτεχνών των αρχών του 20ού αιώνα και του Μεσοπολέμου με την έβδομη τέχνη.
Πώς ήταν ο άνθρωπος Μ. Καραγάτσης;
Είναι παρακινδυνευμένο να μιλήσεις για έναν άνθρωπο που δεν έχεις γνωρίσει από κοντά. Η όποια γνώμη μου, λοιπόν, για τον Καραγάτση ως άνθρωπο έχει διαμορφωθεί μέσα από τα βιβλία του, την αλληλογραφία του, τις κριτικές του, την αρθρογραφία του και τις μαρτυρίες των δικών του ανθρώπων, όπως η Μαρίνα Καραγάτση, που έγραψε το πολύ ενδιαφέρον βιβλίο Το ευχαριστημένο ή Οι δικοί μου άνθρωποι. Έχω σχηματίσει την εικόνα ενός ανθρώπου ευφυούς, πνευματώδους, καλλιεργημένου, κοσμοπολίτη, κυκλοθυμικού, μάλλον αυταρχικού με την οικογένειά του, ενός ανθρώπου που βασανιζόταν από αϋπνίες και έγραφε πολύ και με πάθος.
Ποια είναι, κατά τη γνώμη σας, τα καλύτερα μυθιστορήματά του;
Πρώτα ο Γιούγκερμαν, τρίτο μέρος της τριλογίας «Εγκλιματισμός κάτω απ’ τον Φοίβο» (μετά τον Λιάπκιν και τη Χίμαιρα), ένα πολυπρόσωπο, αληθινά συναρπαστικό μυθιστόρημα με κοσμοπολιτικό χρώμα και έναν γοητευτικό και άκρως αντιφατικό κεντρικό χαρακτήρα. Ύστερα το Άμρι α Μούγκου (Στο χέρι του Θεού), τοποθετημένο στα βάθη της Αφρικής, εκτός νόρμας αλλά μαεστρικά γραμμένο μυθιστόρημα, συνδυασμός εξωτισμού, ερωτισμού και μεταφυσικής αγωνίας. Και, βέβαια, ο Κίτρινος φάκελος, οξυδερκές και άκρως απολαυστικό σχόλιο για τη δυναμική της γραφής, τη σύμπλεξη πραγματικότητας και μυθοπλασίας και την αναζήτηση ταυτότητας, με αποχρώσεις αστυνομικού ενδιαφέροντος.
Ποια η γνώμη σας για τον Καραγάτση ως αρθρογράφο;
Τα άρθρα του είναι απολαυστικά, όπως όλα τα γραπτά του, και απολύτως τεκμηριωμένα. Στα άρθρα και στις θεατρικές κριτικές του συζητούσε συχνά τον στενό σύνδεσμο ανάμεσα στον κινηματογράφο και το θέατρο, σχολίαζε τις κινηματογραφικές μεταπλάσεις θεατρικών έργων, κατέθετε τον θεωρητικό προβληματισμό του αναφορικά με τις δυνατότητες και τα όρια του κινηματογράφου, εξέφραζε την άποψή του για την κατάσταση του ελληνικού μεταπολεμικού κινηματογράφου και έκανε ενδιαφέροντα σχόλια για τα κινηματογραφικά είδωλα.
Οι αναγνώστες γνωρίζουν τον Καραγάτση ως συγγραφέα. Γιατί αγνοούν την ενασχόλησή του με τον κινηματογράφο;
Ενδεχομένως, γιατί η μοναδική κινηματογραφική ταινία που γύρισε ως σκηνοθέτης και σεναριογράφος έχει αγνοηθεί από τα τηλεοπτικά κανάλια. Αλλά και γιατί τα μυθιστορήματά του είναι τόσο αγαπητά και ευπώλητα επί δεκαετίες, ώστε να επισκιάζεται η ενασχόλησή του με τον κινηματογράφο.
Θέλετε να μας πείτε δυο λόγια για την εν λόγω ταινία;
Το 1946, ο Καραγάτσης δοκίμασε για πρώτη και μοναδική φορά να έχει ενεργή παρουσία στον χώρο του κινηματογράφου με την ταινία Καταδρομή, σε μια περίοδο κατά την οποία ο ελληνικός κινηματογράφος βρισκόταν ακόμη στη διαδικασία ανασυγκρότησής του. Ο συγγραφέας εμφανίστηκε στο νέο αυτό πεδίο με έντονο ενθουσιασμό και νεανική ορμή, αναλαμβάνοντας τόσο τη σκηνοθεσία όσο και τη συγγραφή του σεναρίου. Βρισκόταν τότε σε μια φάση της δημιουργικής του διαδρομής που χαρακτηριζόταν από διάθεση ανανέωσης και πειραματισμού με διαφορετικές καλλιτεχνικές μορφές – δεν είναι, άλλωστε, τυχαίο ότι την ίδια χρονιά παρουσιάστηκε στο θέατρο και το έργο του Μπαρ Ελδοράδο. Για την παραγωγή της ταινίας εξασφαλίστηκαν, για τα δεδομένα της εποχής, αξιόλογα τεχνικά μέσα, ικανοποιητικές συνθήκες γυρισμάτων και μια ιδιαίτερα καλή ομάδα ηθοποιών, ενώ σημαντική υπήρξε και η υποστήριξη των Γενικών Επιτελείων Στρατού και Ναυτικού. Κεντρικό πρόσωπο ήταν ένας ηρωικός Έλληνας αξιωματικός που κατά τη διάρκεια της Κατοχής κατόρθωσε να διαφύγει απ’ τους Γερμανούς και να φτάσει στο αρχηγείο Μέσης Ανατολής στο Κάιρο, όπου διέπρεψε στα σαμποτάζ και στις καταδρομές. Παρά τις αναπόφευκτες αδυναμίες –που οφείλονταν κυρίως στη σκηνοθετική απειρία του Καραγάτση– το αποτέλεσμα ήταν ενδιαφέρον, καθώς η ταινία εισήγαγε στον ελληνικό κινηματογράφο το είδος της πολεμικής περιπέτειας και άνοιξε τον δρόμο για πλήθος μεταγενέστερων έργων με θεματικές όπως ηρωικές πράξεις, ναυμαχίες, σαμποτάζ.
Ποιοι ηθοποιοί έπαιξαν και πώς αντιμετώπισε την ταινία η κριτική;
Τους βασικούς ρόλους υποδύθηκαν οι Λάμπρος Κωνσταντάρας, Ελένη Χατζηαργύρη, Μάνος Κατράκης, Ζινέτ Λακάζ, Χριστόφορος Νέζερ, Γιάννης Αποστολίδης και Μιχάλης Νικολόπουλος. Για την ταινία έγραψαν ελάχιστοι κριτικοί. Γενικά, η κριτική υποδοχή της ήταν χλιαρή. Εντοπίστηκαν αδυναμίες, ελλείψεις σε διάφορους τομείς, αλλά επισημάνθηκαν και θετικά στοιχεία, όπως η ύπαρξη κινηματογραφικού ρυθμού και τα φροντισμένα εξωτερικά πλάνα.
Σημειωτέον ότι κανένα έργο του δεν μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο. Για ποιο λόγο;
Παραδόξως, κανένα από τα πεζογραφήματα του Καραγάτση, παρότι είναι διάσπαρτα από κινηματογραφικές αναφορές και τεχνικές, δεν μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο όσο ο ίδιος βρισκόταν εν ζωή αλλά ούτε και μετά τον πρόωρο θάνατό του. Πάντως, κατά μία σχεδόν ειρωνική σύμπτωση, λίγο μετά τον θάνατό του ο Τύπος ανήγγειλε δύο κινηματογραφικές διασκευές της Μεγάλης Βδομάδας του Πρεζάκη και μία του Μπουρινιού, οι οποίες όμως δεν θα βασίζονταν σε σενάρια που είχε γράψει ο ίδιος και, τελικά, δεν γυρίστηκαν ποτέ.
Ποια μυθιστορήματα μεταφέρθηκαν στην τηλεόραση;
Το 1976 μεταδόθηκε από τον τηλεοπτικό σταθμό της ΥΕΝΕΔ η πολύ επιτυχημένη διασκευή του Γιούγκερμαν, σε σκηνοθεσία Βασίλη Γεωργιάδη και σενάριο Βαγγέλη Γκούφα, με τον Αλέκο Αλεξανδράκη στον επώνυμο ρόλο. Το 1979 μεταπλάστηκε για την ΥΕΝΕΔ ο Συνταγματάρχης Λιάπκιν, πάλι σε σκηνοθεσία Βασίλη Γεωργιάδη και σενάριο Βαγγέλη Γκούφα, με πρωταγωνιστή τον Πέτρο Φυσσούν. Το 1981 μεταδόθηκε από την ΥΕΝΕΔ η σειρά Το μυθιστόρημα των τεσσάρων, διασκευή του ομώνυμου συνεργατικού μυθιστορήματος των Καραγάτση, Βενέζη, Τερζάκη και Μυριβήλη, σε σκηνοθεσία Κωστή Ζώη και σενάριο Γαλάτειας Σαράντη. Το 1987 μεταδόθηκε από την ΕΡΤ2 η μίνι σειρά Το μπουρίνι, διασκευή του ομώνυμου διηγήματος, σε σκηνοθεσία Γιάννη Διαμαντόπουλου και σενάριο των Αντώνη Σιμιτζή, Στάθη Βαλούκου, Βασίλη Σπηλιόπουλου και Γιάννη Διαμαντόπουλου. Το 1990, ήρθε η σειρά του Κίτρινου φάκελου, με τον Κώστα Κουτσομύτη να υπογράφει τη σκηνοθεσία και τον Βαγγέλη Γκούφα να αναλαμβάνει το σενάριο της σειράς, που μεταδόθηκε από τον AΝΤ1. Το 2007 ο Καραγάτσης επέστρεψε στην τηλεόραση εις διπλούν: ο τηλεοπτικός σταθμός Alpha μετέδωσε το σίριαλ Το 10, σε σκηνοθεσία Πηγής Δημητρακοπούλου και σενάριο των Σταύρου Καλαφατίδη, Μαίρης Ζαφειροπούλου και Γιώργου Κρητικού, και ο AΝΤ1 παρουσίασε μια νέα τηλεοπτική διασκευή του Γιούγκερμαν, σε σκηνοθεσία Γρηγόρη Καραντινάκη και σενάριο Θόδωρου Πετρόπουλου, με τον Κωνσταντίνο Μαρκουλάκη στον κεντρικό ρόλο. Και εντελώς πρόσφατα μεταδόθηκε από την ΕΡΤ η φιλόδοξη τηλεοπτική μετάπλαση του μυθιστορήματος Η Μεγάλη Χίμαιρα, σε σκηνοθεσία Βαρδή Μαρινάκη και σενάριο του Παναγιώτη Ιωσηφέλη.
Μετά την επιτυχία της τηλεοπτικής μεταφοράς της Μεγάλης Χίμαιρας παρουσιάστηκε πάλι αναγνωστικό ενδιαφέρον για τα βιβλία του Μ. Καραγάτση;
Σίγουρα, μια επιτυχημένη τηλεοπτική μεταφορά λειτουργεί ως έναυσμα για να ανακαλυφθεί εκ νέου ένα βιβλίο και να διαβαστεί και από νεότερες γενιές αναγνωστών. Πάντως, πέρα από την τηλεοπτική μεταφορά, η Μεγάλη Χίμαιρα είναι δημοφιλέστατη εδώ και δεκαετίες (μέχρι και ήρωες της σειράς του Παπακαλιάτη «Maestro» παρουσιάστηκαν να το διαβάζουν!), καθώς και άλλα μυθιστορήματα του Καραγάτση, όπως ο Λιάπκιν, ο Γιούγκερμαν και ο Κίτρινος φάκελος. Θα πρέπει να επισημάνω εδώ ότι και στο θέατρο, η πεζογραφία του Καραγάτση μεταπλάστηκε τρεις φορές με μεγάλη επιτυχία: Μεγάλη Χίμαιρα (2014), Γιούγκερμαν (2018), Ο Κοτζάμπασης του Καστρόπυργου (2021). Και οι τρεις παραστάσεις έφεραν τη σφραγίδα του (εγγονού του Καραγάτση) Δημήτρη Τάρλοου στη σκηνοθεσία. Ο Τάρλοου, το υπογραμμίζω, υπήρξε πολύ υποστηρικτικός και γενναιόδωρος, καθώς μου άνοιξε το αρχείο του Καραγάτση και μου έδωσε άδεια να φωτογραφίσω και να αξιοποιήσω ερευνητικά τα δύο άγνωστα κινηματογραφικά σενάρια του παππού του.
Τι θα απευθύνατε στους αναγνώστες και στις αναγνώστριες που θα διαβάσουν τη συνέντευξή σας;
Να διαβάσουν ή να ξαναδιαβάσουν Καραγάτση. Είναι συναρπαστικός πεζογράφος, γεννημένος αφηγητής.
Ο Καραγάτσης του κινηματογράφου
Θανάσης Αγάθος
Αιγόκερως
324 σελ.
ISBN 978-960-322-804-2
Τιμή 15,90€
