Skip to content

Έγραφα την προηγούμενη βδομάδα ότι οφείλουμε στα παιδιά μας μια κοινωνία που δεν θα τους γεννά τον φόβο για το αύριο, αλλά την επιθυμία να το ζήσουν. Δυστυχώς, αυτό δεν είναι τόσο εύκολο όσο ακούγεται. Αν περπατήσεις ένα τυχαίο απόγευμα στις πλατείες των μεγάλων πόλεων ή αν κάτσεις σε ένα φοιτητικό καφενείο, θα το νιώσεις αμέσως. Δεν είναι η γνώριμη, εκρηκτική ζωντάνια των προηγούμενων δεκαετιών• είναι ένας βουβός θόρυβος, μια διάχυτη αμηχανία. Οι νέοι στην Ελλάδα σήμερα μοιάζουν με θεατές σε ένα έργο που γράφτηκε ερήμην τους, αναγκασμένοι να παίξουν ρόλους σε μια σκηνή γεμάτη ερείπια.
Ο κλονισμός της ψυχικής και ψυχοσωματικής υγείας είναι απόρροια των συνεχών μεταβολών στις οποίες εκτίθεται ο άνθρωπος σήμερα, με τους αριθμούς των ατόμων που πάσχουν από κατάθλιψη και μανιοκατάθλιψη να αυξάνονται με τρομακτικά γρήγορους ρυθμούς. Η Ελλάδα θα μπορούσε κανείς εύκολα να πει πως αποτελεί κι αυτή έναν καθρέφτη, στους νέους της οποίας αντανακλώνται όλοι αυτοί οι αριθμοί. Οι νέοι μας είναι αυτοί που βασανίζονται περισσότερο από όλους μας από την παρατεταμένη κρίση, όχι μόνο την οικονομική αλλά πρωτίστως την πνευματική και ηθική κρίση που ταλαιπωρεί την κοινωνίας μας, αυτή που τόσο εύκολα ονομάζουμε στις εκθέσεις «κρίση αξιών». Πώς να μην υποστεί ψυχολογικά τραύματα ένας νέος όταν βιώνει τεράστια ανασφάλεια σχετικά με το μέλλον του; Με ποιο τρόπο μπορεί να αισθανθεί σιγουριά και ασφάλεια ώστε να θεωρηθεί απολύτως υγιής ψυχικά, όταν ξέρει πως στην περίοδο της ακμής του η ίδια η κοινωνία στην οποία ζει τον απορρίπτει, στέλνοντάς τον στο εξωτερικό ή τον περιθωριοποιεί αφήνοντάς τον άνεργο;
Η ελπίδα, αυτό το παραδοσιακό καύσιμο των νιάτων, μοιάζει σήμερα με πολυτέλεια σε ανεπάρκεια. Δεν χάθηκε ξαφνικά. Ξεφούσκωσε μέρα με τη μέρα, μέσα από τις διαχρονικά λανθασμένες επιλογές ενός πολιτικού συστήματος που έμαθε να καταναλώνει το μέλλον για να συντηρεί το παρόν του. Οι υποσχέσεις για «αλλαγή», «εκσυγχρονισμό» και «ανάπτυξη» αποδείχθηκαν απλώς τίτλοι τέλους σε μια οθόνη που σκοτείνιασε νωρίς. η γενιά που γεννήθηκε μετά το 2000 μπορεί να χαρακτηριστεί ως η «χαμένη γενιά» ή «η γενιά που θα ζει χειρότερα από την προηγούμενή της». Οι επιπτώσεις όλων αυτών στη στάση και τη συμπεριφορά των νέων μεταξύ 20 και 30 είναι ποικίλες. Παρουσιάζουν συχνά καταθλιπτικές συμπεριφορές, συμπεριφέρονται σαν να μην έχουν κίνητρα για οτιδήποτε και εμφανίζονται, σύμφωνα με πολλά Μ.Μ.Ε. ως «αδρανοποιημένοι», «απαθείς» και «κυνικοί». Αποστρέφονται την πολιτική και τους πολιτικούς, αρνούνται την πολιτική δράση γιατί ισχυρίζονται ότι δεν τους εκφράζει, αλλά δεν προχωρούν σε θετική αντιπρόταση.
Και ύστερα, είναι η εμπιστοσύνη – ή μάλλον η ολοκληρωτική απουσία της. Τι βλέπει ένα εικοσάχρονο παιδί όταν ανοίγει την τηλεόραση ή σκρολάρει στο κινητό του; Βλέπει μια πολιτική σκηνή όπου οι γόνοι και τα «τζάκια» ανακυκλώνονται με τη φυσικότητα της οικογενειακής επιχείρησης, λες και η διακυβέρνηση της χώρας είναι κληρονομικό δικαίωμα. Βλέπει μια Δικαιοσύνη που, στα μάτια του, συχνά μοιάζει να εκτελεί εντολές αντί να προστατεύει τον αδύναμο, και ένα κράτος όπου η διαφθορά δεν είναι πια εξαίρεση, αλλά η ίδια η αρχιτεκτονική του δομή. Όταν η καθημερινότητα σε πείθει πως «αν δεν έχεις μπάρμπα στην Κορώνη, δεν πας πουθενά», η αξιοκρατία πεθαίνει. Και μαζί της πεθαίνει και η διάθεση για προσπάθεια, αφήνοντας πίσω της το πικρό τοπίο της εκτεταμένης ανεργίας ή των κακοπληρωμένων θέσεων των 500 ευρώ.
Ακόμα και το μονοπάτι που κάποτε υποσχόταν διέξοδο, η εκπαίδευση, έχει ναρκοθετηθεί. Το σχολείο και το πανεπιστήμιο μετατράπηκαν σε έναν στείρο μηχανισμό, ένα εργοστάσιο παπαγαλίας που στραγγαλίζει την κριτική ικανότητα και πνίγει την ελευθερία της έκφρασης. Το σύστημα σπρώχνει με το ζόρι τα παιδιά στα ΑΕΙ, όχι για να τα μορφώσει, αλλά για να κρύψει τα ποσοστά της ανεργίας πίσω από φοιτητικά πάσα. Κι όταν ο κύκλος κλείνει, ο απόφοιτος κρατά στα χέρια του ένα πτυχίο με μηδενικό αντίκρισμα στην αγορά εργασίας, ένα χαρτί απαξιωμένο πριν καν στεγνώσει το μελάνι της υπογραφής του. Το τίμημα όλης αυτής της κατάστασης είναι βαρύ και βαθιά ανθρώπινο. Οι νέοι στην Ελλάδα χάνουν τη νεανικότητά τους. Αντί για ανεμελιά, έρωτα και δημιουργικό ρίσκο, φορτώνονται από τα είκοσί τους με το άγχος της επιβίωσης και την κόπωση ενός μεσήλικα.
Η διέξοδος; Δίκοπη. Από τη μία, το «brain drain» – η φυγή στο εξωτερικό, όπου οι νέοι πακετάρουν τα όνειρά τους σε μια βαλίτσα, χαρίζοντας τη δημιουργικότητά τους σε άλλες κοινωνίες που ξέρουν να τους εκτιμούν. Από την άλλη, για όσους μένουν πίσω χωρίς τα μέσα να φύγουν, η εσωτερική μετανάστευση: μια βουβή κατάθλιψη, ένας συμβιβασμός με τη μιζέρια και η παραίτηση. Η ιστορία των ημερών μας δεν γράφεται με μελάνι, αλλά με την απουσία των νέων από το ίδιο τους το μέλλον. Κι αυτό είναι, ίσως, το πιο επικίνδυνο έλλειμμα της σύγχρονης Ελλάδας. Ίσως, τελικά, το πιο τρομακτικό δεν είναι η οργή που λείπει από τα μάτια τους, αλλά αυτή η βουβή, πρόωρη ωριμότητα με την οποία αποδέχονται τη μοίρα τους. Αν θέλουμε να αλλάξουμε το έργο, πρέπει να αλλάξουμε το σενάριο. Διαφορετικά, το «αύριο» που τους υποσχεθήκαμε θα παραμείνει η μεγαλύτερη και πιο επώδυνη πολιτική μας απάτη.