Ζούμε τις τελευταίες μέρες μια πρωτόγνωρη για τα μέτρα της κοινωνίας μας κατάσταση με έξαρση φαινομένων πρωτοφανούς βίας, αλλά και αμοραλισμού με αποκορύφωμα την υπόθεση παιδοκτονίας στην Κυψέλη της Αθήνας, υπόθεση η οποία διαλευκάνθηκε πρόσφατα, αν και συνέβη εδώ και κάποια χρόνια. Κι εδώ βρίσκεται το τραγικό της υπόθεσης, δεδομένου ότι για τη δολοφονία του άτυχου εφτάχρονου παιδιού δε μπορεί να ρίξει κανείς τις ευθύνες στην παράνοια που έχει προκύψει στο σύνολο σχεδόν της κοινωνίας μας λόγω του κορωνοϊού, ούτε στα προηγούμενα λοκντάουν, ούτε καν στα προβλήματα διαβίωσης που προκύπτουν από τις επιπτώσεις που έχει ο κορωνοϊός (και η αντιμετώπισή του) στην οικονομία.
Είναι γεγονός ότι την περίοδο της πανδημίας έχουν αυξηθεί οι περιπτώσεις εγκληματικής βίας (ας θυμηθούμε μόνο τα πρόσφατα γεγονότα του ομαδικού βιασμού της νεαρής Γεωργίας στη Θεσσαλονίκη, την εν ψυχρώ δολοφονία του νεαρού Άλκη, την αποτρόπαιη δολοφονία στα Γλυκά Νερά κ.λπ.). Σύμφωνα με τον καθηγητή εγκληματολογίας Άγγελο Τσιγκρή, «όσα συμβαίνουν από τον Μάρτιο του 2020 έως σήμερα δεν αφορούν ούτε μόνον έναν χώρο ούτε μόνον ένα κράτος, αφορούν όλο τον πλανήτη και επηρεάζουν κάθετα και οριζόντια όλη την κοινωνική οργάνωση. Σε όλες τις χώρες, όπου διατίθενται επίσημα καταγεγραμμένα στοιχεία, η αύξηση του εγκλήματος και της ψυχικής νόσου είναι μεγάλη. Οι αντιδράσεις όσων δεν μπορούν να διαχειριστούν τη νέα, πιεστική, καθημερινότητα είναι συνήθως τρεις: η αποχώρηση (που μπορεί να φτάσει έως την αυτοκτονία), η εκδήλωση ψυχικής ασθένειας ή το έγκλημα».
Η καθημερινή ειδησεογραφία επιβεβαιώνει, δυστυχώς, τα παραπάνω. «Η εγκληματικότητα είναι πλέον πιο παθογενής, έχει δε επηρεάσει τη λειτουργία των πολύ προστατευμένων θυλάκων της κοινωνικής ζωής, όπως είναι η οικογένεια και το σχολείο». Επομένως, όπως σημειώνεται σε άρθρο στην σελίδα kathimerini.gr, οι δύο κατεξοχήν φορείς κοινωνικοποίησης μετατρέπονται σε παθογενείς και εν δυνάμει εγκληματογενείς. Η αύξηση της ενδοοικογενειακής βίας, εν καιρώ πανδημίας, προσδιορίζεται στο 30%. Ο καθηγητής εγκληματολογίας διακρίνει εξίσου μιαν άνευ προηγουμένου αύξηση της «παράλογης» βίας. «Πρόκειται για έκρηξη του θυμικού εις βάρος ανθρώπων που είναι εντελώς άγνωστοι στους δράστες», υπογραμμίζει. «Έχουν καταγραφεί τόσο έντονες αντιπαραθέσεις στα ΜΜΜ, με αφορμή τη χρήση ή μη μάσκας, που οι εμπλεκόμενοι φτάνουν μέχρι τη χειροδικία». Ας μην τα ρίχνουμε, όμως, όλα στην πανδημία. Το έγκλημα που ανακαλύφθηκε πρόσφατα, με θύμα το μικρό εφτάχρονο παιδί, δεν αποτελεί απότοκο της πανδημίας, αλλά της ευρύτερης κρίσης που σοβεί εδώ και μια δεκαετία στην κοινωνία μας. Θα πρέπει, επομένως, να αναζητήσουμε και αλλού τα αίτια αυτής της συμπεριφοράς. Αν αφήσουμε κατά μέρος τις παθολογικές περιπτώσεις ή τις περιπτώσεις όπου κυριαρχεί ανεξέλεγκτο πάθος, η βία προέρχεται από την επιθυμία να κυριαρχήσει κάποιος έναντι του άλλου (να του αφαιρέσει πολύτιμα αγαθά, να τον εξευτελίσει, να τον υποβιβάσει), η οποία πηγάζει από το φόβο που προκαλεί είτε η αδυναμία για επιβίωση με ίδια μέσα είτε η ανασφάλεια είτε η αίσθηση της μειονεξίας.
Θα υπήρχε άραγε βία σε έναν κόσμο όπου η επιβίωση και η ευημερία, η ασφάλεια και ο άνετος βίος θα ήταν εξασφαλισμένα; Δύσκολα μπορεί να απαντήσει κάποιος σε τούτο το ερώτημα. Η ιστορία του Κάιν με τον Άβελ λέει πως ακόμα και τότε η βία μπορεί να κάνει την εμφάνισή της, διότι κανείς δεν μπορεί να ελέγξει τα ασίγαστα πάθη του ανθρώπου. Άλλο όμως οι μεμονωμένες περιπτώσεις και άλλο η καθημερινότητα της ανασφάλειας και των συνεχών κρουσμάτων βίας τα οποία ενισχύονται από τις καθημερινές εικόνες αίματος και ατιμώρητων εγκλημάτων που αντικρύζουν τα παιδιά μας καθημερινά σε ηλεκτρονικά παιγνίδια (π.χ. World of Warcraft, Call of Duty, Grand Theft Auto, Assassin’s Greed κ.λπ.), αλλά και στην τηλεόραση. Το κακό όμως δεν είναι αυτό. Είναι ότι όσο και να προσπαθήσει κανείς δεν μπορεί να δει κάποια αχτίδα ελπίδας για το μέλλον. Κοιτάζεις γύρω σου και αντικρύζεις πρόσωπα σκληρά, μαζεμένα, κλειστά, χωρίς χαμόγελο, χωρίς διάθεση για κουβέντα. Κι όταν πιάνεις τελικά την κουβέντα, πριν καλά – καλά το καταλάβεις, σε καταλαμβάνει μια μιζέρια, ένα παράπονο, ένας φόβος για το αύριο. Ακόμα και τα παιδιά μας, οι έφηβοι, ακόμα κι αυτοί σα γερασμένοι μιλούν, με κάποια δόση κυνισμού στην κουβέντα τους, χωρίς τα όνειρα ή τις ελπίδες που θα έπρεπε να έχουν υπό συνθήκες κανονικές. Ως και η γλώσσα μας έφτασε να προσαρμόζεται στις συνθήκες της βίας. Λέξεις κοφτές, σύντομες, αμφίσημες (τις πιο πολλές φορές) για να μη μπορεί ο άλλος να σε παρεξηγήσει («πώς σου φάνηκε;» – «κουλό!» κι εννοείς πολύ καλό ή και άχρηστο, ανάλογα με το συνομιλητή σου). Και ξαφνικά όλα γύρω σου γίνονται «κουλά», ανάπηρα, χωρίς πληρότητα, πράγματα των άκρων χωρίς τα άνω άκρα, ώστε να μπορούν να συγκρατηθούν, με αποτέλεσμα την κατρακύλα σε ένα βάραθρο ασυνεννοησίας, βίας, εμπάθειας, τρομοκρατίας από όλους προς όλους.
Είναι σαφές ότι η παραβατικότητα και η έξαρσή της τα τελευταία χρόνια δεν αντιμετωπίζονται με επιμέρους ενέργειες και αποσπασματικά. Χρειάζεται ένα συνεκτικό και καλά σχεδιασμένο πρόγραμμα ολιστικής αντιμετώπισης, που θα ξεκινάει από το κάθε σπίτι, θα επεκτείνεται στο σχολικό περιβάλλον και θα φτάνει στην ίδια την κοινωνία που καλείται να αντιμετωπίσει τέτοια περιστατικά. Έτσι οι δάσκαλοι και καθηγητές, οι κοινωνικοί λειτουργοί, που αντιμετωπίζουν τα πρώτα οικογενειακά προβλήματα με αποκλίνουσα συμπεριφορά, οι αστυνομικοί που έχουν να αντιμετωπίσουν τους υπόπτους, οι εισαγγελείς και δικαστές που θα έρθουν σε (άμεση ή έμμεση) επαφή με τους παραβάτες, οι δεσμοφύλακες και τέλος οι κοινωνικοί λειτουργοί που θα έρθουν σε επαφή με τους επανενταγμένους φυλακισθέντες, οφείλουν να έχουν κοινό όραμα και κοινό προσανατολισμό. Και ένας τέτοιος προσανατολισμός δεν μπορεί παρά να προκύψει από την συντεταγμένη πολιτεία. Μπορούμε να ελπίζουμε σε τέτοια προοπτική; Οι ενδείξεις είναι μάλλον απαισιόδοξες, αλλά η ελπίδα ζει ως το τέλος…

Γράφει
ο Κώστας Κωσταβασίλης
