Florian Illies: συνέντευξη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη

Ο Φλόριαν Ίλις γεννήθηκε το 1971 και σπούδασε ιστορία της τέχνης στο Πανεπιστήμιο της Βόννης και στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Το 1997 έγινε αρθρογράφος στην εφημερίδα Frankfurter Allgemeinen Zeitung. Από το 1999 μέχρι το 2001 διηύθυνε τις «Berliner Seiten» της Frankfurter Allgemeinen Zeitung. Αργότερα διετέλεσε επικεφαλής αρθρογράφος στη Frankfurter Allgemeinen Sonntagszeitung. Το 2004, μετά την αποχώρησή του από τη FAZ, υπήρξε συνιδρυτής και εκδότης του περιοδικού τέχνης Monopol. Το 2008 ανέλαβε καθήκοντα αρχισυντάκτη για τις επιφυλλίδες και τη λογοτεχνία της Die Zeit. Σήμερα είναι συνέταιρος του Βερολινέζικου Οίκου Δημοπρασιών Villa Grisebach, όπου είναι υπεύθυνος του τομέα που αφορά την τέχνη του 19ου αιώνα. Τιμήθηκε για το έργο του με το βραβείο Ludwig-Börne τον Μάιο του 2014.

Το βιβλίο σας είναι ένα ενδιαφέρον και ελκυστικό πορτρέτο μιας μοναδικής χρονιάς, του 1913. Γιατί αξιολογείτε τη συγκεκριμένη χρονιά ως σημαντική;

Το 1913 είναι τόσο σημαντικό επειδή είναι η «χρονιά πριν από τη θύελλα». Και η συγκεκριμένη «θύελλα» είναι υπεύθυνη για τις ελλιπείς μας γνώσεις για εκείνη τη χρόνια. Ήταν, επομένως, σαν να ανοίγεις μια πόρτα που έχει μείνει κλειστή για εκατό χρόνια. Και περνώντας το κατώφλι ανακαλύπτεις πως κοιτάζεις απευθείας στις απαρχές του μοντερνισμού. Αυτά τα δύο στοιχεία είναι που προσδίδουν στο 1913 τη μοναδική του δύναμη.

Διστάζω πάρα πολύ να προβαίνω σε παραλληλισμούς της εποχής μας με το 1913 ‒ τουλάχιστον δεν είχα αυτό στον νου μου. Γι’ αυτό και ένιωσα έκπληξη από το γεγονός ότι πολλοί Ευρωπαίοι αναγνώστες εκλαμβάνουν το βιβλίο μου ως μια ανάλυση της σημερινής εποχής, μια προειδοποίηση για το τι θα μπορούσε να συμβεί εάν όλοι πιστέψουμε σε μια αιώνια ειρήνη.

Γιατί όμως ήταν το 1913 χρονιά μεγάλης άνθησης και δημιουργίας στις τέχνες και στα γράμματα;

Παρότι έχω φτάσει τα 46 και έχω εργαστεί ως δημοσιογράφος και ως έμπορος έργων τέχνης, εξακολουθώ να πιστεύω στα θαύματα. Εννοώ ότι πιστεύω πως δεν είναι δυνατόν να εξηγήσει κάποιος πλήρως γιατί υπάρχουν αυτά τα σημεία-καμπές στην ιστορία του πολιτισμού. Υπάρχουν βεβαίως ορισμένες ενδείξεις, κάποια γεγονότα, ορισμένοι λόγοι. Πάντοτε όμως εξίσου σημαντικό είναι και το τι υπάρχει στην ατμόσφαιρα. «Τίποτε δεν είναι πιο ισχυρό από μια ιδέα της οποίας έχει έρθει η ώρα». Και κατά τη γνώμη μου υπήρχαν αμέτρητες σημαντικές νέες ιδέες των οποίων η ώρα είχε φτάσει το 1913 ‒ μία από αυτές είναι η αφαίρεση.

Στο βιβλίο σας περιγράφετε προσωπικότητες όπως τον Προυστ, τον Μαν, τον Στραβίνσκι, τον Ρίλκε και τον Κάφκα. Γιατί εξακολουθούν αυτές οι μορφές να μας γοητεύουν;

Απόλαυσα το άλμα που έκανα στο 1913 και την προσπάθεια να βγάλω μια άκρη από το υλικό που είχα στη διάθεσή μου. Και ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι κάθε καλλιτέχνης φαινόταν να βρίσκεται σε έναν δικό του δρόμο προς τη σοφία ή την αλήθεια. Διστάζω πάρα πολύ να προβαίνω σε παραλληλισμούς της εποχής μας με το 1913 ‒ τουλάχιστον δεν είχα αυτό στον νου μου. Γι’ αυτό και ένιωσα έκπληξη από το γεγονός ότι πολλοί Ευρωπαίοι αναγνώστες εκλαμβάνουν το βιβλίο μου ως μια ανάλυση της σημερινής εποχής, μια προειδοποίηση για το τι θα μπορούσε να συμβεί εάν όλοι πιστέψουμε σε μια αιώνια ειρήνη.

Το βιβλίο ξεκινά με ένα άγνωστο περιστατικό με τον Λούις Άρμστρονγκ. Είναι αληθινή η ιστορία με την εφεύρεση της τρομπέτας;

Ναι, όσο κι αν φαίνεται απίστευτη, είναι αληθινή. Όπως εξάλλου είναι αληθή όλα όσα περιλαμβάνει το βιβλίο.

Κατά τη γνώμη σας, γιατί ενδιαφέρονται οι άνθρωποι να μαθαίνουν πληροφορίες για τη ζωή των διασήμων;

Διότι έτσι είναι δυνατόν (ή τουλάχιστον έτσι πιστεύουμε) να τους πλησιάσουμε. Επειδή ήθελα να γράψω ένα βιβλίο για ζωντανούς ανθρώπους αισθάνθηκα πολύ κοντά με τον Κάφκα, που γράφει τόσο πολλά για τον εαυτό του στο περιβόητο γράμμα του στη Φελίτσε. Αποκτάς πραγματικά μια εικόνα για το πώς ζούσε, πώς σκεφτόταν, πώς υπέφερε. Ο Τόμας Μαν έπαιζε όπως πάντα έναν ρόλο ‒ του συγγραφέα, του πατέρα, του συζύγου. Προτιμώ να γράφω για ανθρώπους με πραγματικά συναισθήματα. Αυτός είναι ο απλός λόγος για τον οποίο ο Γκότριμπ Μπεν ή ο Κάφκα ή ο Ερνστ Λούντιβιχ Κίρχνερ παίζουν σημαίνοντα ρόλο στο βιβλίο μου.

Ο Στάλιν χρησιμοποιεί ως ψευδώνυμο το Σταύρος Παπαδόπουλος, όταν φτάνει στον σιδηροδρομικό σταθμό της Βιέννης. Γιατί επιλέγει ένα ελληνικό όνομα;

Μόνο να εικάσω μπορώ: θεώρησε ότι έμοιαζε με Έλληνα και ότι το ψευδώνυμο θα γινόταν δεκτό.

Δεν είμαι ούτε αισιόδοξος ούτε απαισιόδοξος για την εποχή μας ‒ πρέπει να τη ζήσουμε και να αφήσουμε τα εγγόνια μας να κρίνουν τι ήταν και τι δεν ήταν σημαντικό.

Το βιβλίο σας αναφέρεται κυρίως στην κουλτούρα της Κεντρικής Ευρώπης. Πώς αναπτύχθηκε αυτή η κουλτούρα και γιατί εξακολουθεί να μας επηρεάζει;

Όταν ανακάλυψα ότι το πρώτο Μαύρο Τετράγωνο το ζωγράφισε ο Μαλέβιτς το 1913 και ότι το πρώτο ready-made του Μαρσέλ Ντυσάν εφευρέθηκε το 1913, άρχισα να σκέφτομαι για τη χρονιά αυτή όχι ως ένα τέλος, αλλά ως το σημείο εκκίνησης μιας ενδεχομένως διαφορετικής ιστορίας του 20ού αιώνα.

Θεωρείτε ότι υπάρχει συνέχεια στον ευρωπαϊκό πολιτισμό και τη λογοτεχνία σήμερα;

Πιστεύω πως οι πάντες είναι τυφλοί από το ένα μάτι: όταν κοιτάζουν τους συγχρόνους τους. Διότι χρειάζεται πάντοτε η απόσταση μιας εκατονταετίας για να έχει κάποιος μια σαφέστερη εικόνα για το τι συνέβαινε. Βεβαίως το διαδίκτυο και η παγκοσμιοποίηση των προτιμήσεων, η υψηλή ταχύτητα των πληροφοριών και της ανόδου και της πτώσης είναι τελείως νέα φαινόμενα. Ωστόσο δεν είμαι ούτε αισιόδοξος ούτε απαισιόδοξος για την εποχή μας ‒ πρέπει να τη ζήσουμε και να αφήσουμε τα εγγόνια μας να κρίνουν τι ήταν και τι δεν ήταν σημαντικό…

Πώς αισθάνεστε που το βιβλίο σας έχει μεταφραστεί στα ελληνικά;

Είμαι ευτυχής που το βιβλίο μου, το οποίο πραγματεύεται την τελευταία έκρηξη του ευρωπαϊκού πολιτισμού, είναι διαθέσιμο στη χώρα που θεμελίωσε τον ευρωπαϊκό πολιτισμό πριν από τόσο πολλά χρόνια.

Είναι γνωστό ότι είστε, μαζί με τη σύζυγό σας, ιδιοκτήτης του περιοδικού Monopol. Θα μπορούσατε να μας δώσετε κάποιες πληροφορίες για το περιοδικό αυτό καθώς και για τυχόν άλλες δραστηριότητές σας;

Εργάζομαι ως υπεύθυνος για την τέχνη του 19ου και του 20ού αιώνα στον οίκο δημοπρασιών Grisebach.

Στο βιογραφικό σας διαβάζω ότι εργάζεστε ως δημοσιογράφος. Υπάρχει σχέση μεταξύ δημοσιογραφίας και λογοτεχνίας;

Για εμένα ως συγγραφέα είναι σημαντικό να βρω έναν τρόπο να καταστήσω την ιστορία του πολιτισμού ευχάριστη και διασκεδαστική ως ανάγνωσμα ‒ θεωρώ πολύ καλή ένδειξη όταν οι άνθρωποι μου λένε ότι ξέσπασαν σε γέλια κατά την ανάγνωση. Πιστεύω πως πραγματικά δεν γελούμε αρκετά με τους πολιτισμικούς μας ήρωες. Και αυτό δεν έχει καμία σχέση με τη θρυλική, ιερή και τεράστια συνεισφορά τους στις τέχνες. Το 1913, όμως, προσπαθεί να δείξει τους ήρωες ως ανθρώπινα πλάσματα.

Ποια βιβλία και ποιους συγγραφείς θα μας συστήνατε να διαβάσουμε σε συνδυασμό με το 1913;

Αφού διάβασα αμέτρητες βιογραφίες, επιστολές και περιγραφές, κάποιοι από τους ήρωες με άγγιξαν και κάποιοι όχι. Λοιπόν: ο Ρίλκε και ο Φρόιντ με εκνευρίζουν. Και λατρεύω άλλους, όπως για παράδειγμα τον Ντυσάν, τον Κάφκα, τον Κίρχνερ, τον Πικάσο.

Τι θα είχατε να πείτε στους Έλληνες αναγνώστες που θα διαβάσουν τη συνέντευξή σας;

Οι άνθρωποι πιστεύουν συχνά ότι η τέχνη είναι λιγότερο σημαντική σήμερα από ό,τι ήταν πριν από έναν αιώνα. Εάν όμως διαβάζατε τις εφημερίδες του 1913 θα είχατε την ίδια εντύπωση: μιλούν μόνο για οικονομικά θέματα και για τους διάφορους βασιλιάδες. Και φυσικά δεν υπήρχε τίποτε στις εφημερίδες ή στον νου των ανθρώπων για τον Κάφκα, τον Κίρχνερ, τον Ντυσάν, τον Τόμας Μαν, τον Τζόις, τον Καντίνσκι. Υπάρχει πάντοτε μια δεύτερη, μια κρυμμένη αλήθεια πίσω από κάθε πραγματικότητα. Οπότε, σας παρακαλώ, μην ανησυχείτε.

Ευχαριστίες για τη μετάφραση στην κ. Ειρήνη Διάδου.

 

 

 

 

Ελπιδοφόρος Ιντζέμπελης