Skip to content

Οι «Υφο-ποιοι» του Κομποτίου επέλεξαν για φέτος μια πολύ σύγχρονη όσο και επίκαιρη κωμωδία. Πρόκειται για την κωμωδία του Γιάννη Τσίρου «Κανόνια και τρομπέτες» που πρωτοπαρουσιάστηκε το 2024, μια μαύρη κωμωδία εξαπάτησης. Ο Γιάννης Τσίρος έχοντας στο παρελθόν δώσει εξαιρετικά δείγματα γραφής γύρω από την σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα (“Άγριος σπόρος”, “Αξύριστα πηγούνια”) ασχολείται στο νέο του έργο με το βρώμικο χρήμα, το τραπεζικό σύστημα και τον σύγχρονο εθισμό γύρω από την εξαπάτηση.
Εν μιά νυκτί μας συστήνονται πρόσωπα υψηλά ιστάμενα από τον κόσμο των τραπεζών, ένα ζευγάρι Ρομά και δύο όργανα της τάξης, οι οποίοι συναντιούνται σ’ ένα ρετιρέ του Κολωνακίου κι επιδίδονται σε ένα κυνήγι ναρκωτικών, βρώμικου χρήματος και ομολόγων που καταρρέουν. Τρία ζευγάρια ανθρώπων από διαφορετικές κοινωνικές τάξεις και με άκρως διαφορετικές απόψεις και αντιλήψεις θα εμπλακούν σε μια ιστορία. Τελικά, πόσο ίδιοι μπορεί να είναι; Η κοινωνική θέση και η εικόνα που έχουμε προς «τα έξω» πόσο σημαντικό ρόλο παίζει στη καθημερινότητα μας;
Η ανάλυση του έργου αναδεικνύει την οικονομία όχι απλώς ως ένα δευτερεύον μοτίβο, αλλά ως τον κεντρικό πυλώνα που δομεί ολόκληρη την καλλιτεχνική δημιουργία. Ο ίδιος ο τίτλος του αποτελεί μια άμεση αναφορά στη χρηματιστηριακή σοφία του Νέιθαν Ρότσιλντ, σύμφωνα με την οποία οι επενδυτικές ευκαιρίες αναδύονται μέσα στον θόρυβο του πολέμου και των κρίσεων («κανόνια»), ενώ η περίοδος της ευφορίας και των εορτασμών («τρομπέτες») σηματοδοτεί την ανάγκη για έξοδο από την αγορά. Αυτή η κυνική παραδοχή αποτελεί τη ραχοκοκαλιά της πλοκής, μετατρέποντας τη σκηνή σε ένα πεδίο όπου η στρατηγική του κέρδους υπερισχύει κάθε άλλης αξίας.

Screenshot 9

Στο σύμπαν που δημιουργεί ο Τσίρος, οι χαρακτήρες δεν είναι απλά πρόσωπα, αλλά γρανάζια ή θύματα ενός αμείλικτου οικονομικού μηχανισμού. Η πλοκή εστιάζει στην ηθική διάβρωση που επιφέρει η ανάγκη για επιβίωση και την αδίστακτη λογική των αγορών. Οι ήρωες κινούνται σε μια γκρίζα ζώνη, όπου τα όρια μεταξύ θύτη και θύματος συγχέονται διαρκώς. Το κέρδος δεν επιδιώκεται μέσω της παραγωγής, αλλά μέσω της εκμετάλλευσης των συγκυριών και της κρίσης, αναδεικνύοντας την απληστία ως το κύριο καύσιμο των ανθρώπινων πράξεων. Το έργο εμβαθύνει στις παθογένειες της ελληνικής πραγματικότητας, εστιάζοντας ιδιαίτερα στη διαπλοκή, δηλαδή τη σκοτεινή σύνδεση ανάμεσα στον επιχειρηματικό κόσμο, το τραπεζικό σύστημα και την πολιτική εξουσία, στο πελατειακό κράτος, μ’ άλλα λόγια την κουλτούρα των προσωπικών εξυπηρετήσεων που ακυρώνει κάθε έννοια ισονομίας και τέλος στην απαξίωση της ηθικής, την αντικατάσταση ούτως ειπείν των ειλικρινών διανθρώπινων σχέσεων από συναλλακτικές επαφές. Σε αυτό το τοξικό περιβάλλον, η αξιοκρατία είναι ανύπαρκτη. Η επιτυχία εξαρτάται από την ικανότητα του ατόμου να ελίσσεται σε ένα δίκτυο αδιαφάνειας και πολιτικών ανταλλαγμάτων.
Η δραματουργία χρησιμοποιεί το δηλητηριώδες χιούμορ και τους αιχμηρούς διαλόγους για να αποδομήσει τη σοβαροφάνεια των ισχυρών. Η ατμόσφαιρα ακροβατεί ανάμεσα στον ωμό ρεαλισμό και το γκροτέσκο, τονίζοντας τον παραλογισμό ενός συστήματος όπου τα πάντα —από την εξουσία μέχρι την ίδια την ανθρωπιά— έχουν μια τιμή και είναι υπό διαπραγμάτευση. Εν τέλει, το κείμενο περιγράφει μια κοινωνία σε διαρκή ηθική έκπτωση, όπου η επιβίωση μετατρέπεται σε ένα παιχνίδι στρατηγικής χωρίς κανόνες, και όπου ο θόρυβος των κανονιών δεν τρομάζει, αλλά προσκαλεί τους «παίκτες» σε ένα νέο γύρο κερδοσκοπίας.
Η σκηνοθέτις Αφροδίτη Κατσαούνου αντιλήφθηκε το συγγραφικό πνεύμα και το μετέφερε αυτούσιο στη σκηνή, ενώ ενίσχυσε τις αντιθέσεις –συνδυαστικά και με τα κοστούμια (επιλογή της ομάδας)– μεταξύ της μεγαλοαστικής τάξης των νεόπλουτων, των Ρομά και των οργάνων της τάξης. Οι διασυνδέσεις καθίστανται σαφείς και η κωμική διάσταση των χαρακτήρων αναδεικνύεται μέσα από τη στοχευμένη παραστασιακή φόρμα. Σε φαστ φόργουορντ συνθήκες, εντός των χαρακτηριστικών σκηνικών των Χρήστου Ανδριόπουλου και Χρήστου Παππά, οι πρωταγωνιστές είναι στην πρίζα, με τη σπιντάτη δράση να εξασφαλίζει τη ροή και να μη δημιουργεί δυσλειτουργικά κενά. Η επιλογή της σλόου μόσιον δράσης σε κάποιο σημείο αναδεικνύει αυτή την ένταση και την παράνοιά της.
ΟΙ ηθοποιοί ανταποκρίθηκαν στις απαιτήσεις της σκηνοθεσίας και μας έδωσαν υψηλού επιπέδου ερμηνείες. Ο Παναγιώτης Ντούλας ως εθισμένος στα ναρκωτικά αμοραλιστής και ρεαλιστικά κυνικός τραπεζικός (η επιτομή του γκόλντεν μπόι), αναδεικνύει την ένταση και την παράνοια του εθισμού του, αλλά και τη λογική του «ο θάνατός σου η ζωή μου» που χαρακτηρίζει το σύμπαν των μεγάλων τραπεζικών και χρηματιστηριακών συναλλαγών. Οι εκφράσεις του, αλλά, πολύ περισσότερο, οι σιωπές του δείχνουν ταλέντο και πολλή δουλειά. Ο Βαγγέλης Βαρέλης ως ιδιαίτερα πρακτικός, αλλά και σφόδρα ερωτευμένος Ρομά ντίλερ ναρκωτικών που αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στην υπόσχεση να ξεκόψει και τα υψηλά κέρδη της δραστηριότητάς του, αποδίδει εξαιρετικά τόσο τις συναισθηματικές μεταπτώσεις όσο και το μάγκικο (σχεδόν μπρουτάλ) ύφος του νονού του υπόκοσμου, ο οποίος, όμως, έχει μπλέξει με κάτι ίσως πιο επικίνδυνο από αυτόν: τους τραπεζίτες και τους χρηματιστές. Τόσο η κινησιολογία του, όσο και οι φωνητικές του επιδόσεις αναδεικνύουν υψηλό επίπεδο απόδοσης. Η Σοφία Κωσταπαπά, ως φαινομενικά αφελής, αλλά ηθικά ακέραιη και υπεύθυνη δασκάλα χορού που κινδυνεύει να χάσει το σπίτι της από την τράπεζα, ενώ περιμένει και από τον αρραβωνιαστικό της να ξεκόψει από την παρανομία, δίνει με πειστικότητα το κρυμμένο μεγαλείο του φαινομενικά απλοϊκού χαρακτήρα της. Οι κινήσεις της, το ύφος της στις στιγμές σιωπής του ρόλου της και η στάση του σώματός της είναι ενδεικτικά έμφυτης ικανότητας αλλά και ουσιαστικής μελέτης του ρόλου. Η Βασιλική Χαβέλα ως ψυχρή υπολογίστρια, στυγνή εκμεταλλεύτρια και συνάμα εθισμένη στα ναρκωτικά διευθύνουσα σύμβουλος της τράπεζας σε κάνει να πιστεύεις ότι αυτή είναι και η πραγματική της περσόνα στην καθημερινότητά της με το αβίαστο και φυσικό της παίξιμο. Η Βίκυ Κωστάκη, ως αστυνόμος που εκμεταλλεύεται τη συγκυρία για να εξασφαλίσει κάποιο όφελος δίνει το ύφος του ιδιοτελούς και παρασυρμένου από τις κοινωνικές διακρίσεις δημόσιου λειτουργού με απόλυτη πιστότητα. Ο Βαγγέλης Κόρδας συμβάλλει πειστικά στη δημιουργία του ρόλου του αστυνομικού οργάνου που επιχειρεί να φέρει εις πέρας το καθήκον του.
Κοντολογίς πρόκειται για μια ιδιαίτερα αξιόλογη παράσταση που προκαλεί αβίαστα το γέλιο, προβληματίζοντας και ευχαριστώντας ταυτόχρονα το θεατή.