BREXIT: ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΙ

Πολύ μεγάλη συζήτηση έχει ξεκινήσει σε όλη σχεδόν την Ευρώπη αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο σχετικά με τις επιπτώσεις που θα έχει το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος που διεξήχθη στη Βρετανία (επισήμως Ηνωμένο Βασίλειο), σύμφωνα με το οποίο η πλειοψηφία των Βρετανών πολιτών (όχι σε συντριπτικό βαθμό βεβαίως) επιθυμεί την αποχώρηση της χώρας τους από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με τον ανταποκριτή της ΕΡΤ, δύο εκ διαμέτρου αντίθετες τάσεις φαίνεται να διαμορφώνονται στην Ευρώπη, μετά το δημοψήφισμα αυτό. Από τη μία, κορυφαίοι ευρωπαίοι αξιωματούχοι ζητούν από το Λονδίνο να κινήσει το ταχύτερο τις διαδικασίες του Brexit για να μην παραταθεί η αβεβαιότητα στις αγορές. Σε διαφορετική κατεύθυνση κινείται το Βερολίνο που θεωρεί πως η βρετανική πολιτική ηγεσία πρέπει να έχει το χρόνο να ξανασκεφτεί τις συνέπειες μιας εξόδου από την ΕΕ. Κάτι ανάλογο φαίνεται να σκέφτονται και στη Βρετανική κυβέρνηση. «Δεν υπάρχει άμεση ανάγκη να αποφασίσουμε πότε θα ενεργοποιήσουμε το άρθρο 50» (αυτό που ορίζει πώς και πότε μια χώρα αποχωρεί από την Ε.Ε.), δήλωσε ο Βρετανός υπουργός Επιχειρήσεων.

Την ίδια ώρα, ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου Μάρτιν Σουλτς τόνιζε ότι η ΕΕ επιθυμεί την τάχιστη διεκπεραίωση του ζητήματος, εκτιμώντας ότι η Σύνοδος Κορυφής της Τρίτης είναι η κατάλληλη στιγμή για την υποβολή του βρετανικού αιτήματος. Στο θέμα αναφέρθηκε και ο προσωπάρχης της Καγκελαρίου της Γερμανίας, Πέτερ Αλτμάιερ, τονίζοντας ότι το Λονδίνο θα πρέπει να έχει την ευκαιρία την ξανασκεφτεί τις συνέπειες της αποχώρησης από την ΕΕ. Παράλληλα, σε Λονδίνο και Βρυξέλλες μεταβαίνει την Δευτέρα ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών, ενώ με ιδιαίτερο ενδιαφέρον αναμένεται η έκτακτη διάσκεψη στο Βερολίνο το απόγευμα της Δευτέρας, μεταξύ των ηγετών Γερμανίας, Γαλλίας, Ιταλίας και του προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου.
Παρίσι και Βερολίνο οφείλουν να «πάρουν πρωτοβουλίες», δήλωσε την Κυριακή ο
 Φρανσουά Ολάντ. Την ίδια στιγμή έχουν ήδη αρχίσει να κυκλοφορούν διάφορες φήμες σχετικά με το τι θα γίνει από εδώ και πέρα με τους ευρωπαίους που ζουν κι εργάζονται στη Βρετανία, αλλά και τους Βρετανούς που δραστηριοποιούνται στις χώρες της Ε.Ε., ενώ και οι αγορές αντιδρούν με σχετική αμηχανία.

Αν παρατηρήσει κανείς τα σχετικά ρεπορτάζ, θα διαπιστώσει ότι όλα διέπονται από μιαν ανησυχία η οποία προκύπτει κυρίως από το γεγονός πως οτιδήποτε κι αν ακολουθήσει, οποιαδήποτε πολιτική κι αν υιοθετηθεί, θα είναι κάτι που δεν έχει ξαναγίνει, επομένως όλοι θα πρέπει να κινηθούν με τρόπους οι οποίοι δεν έχουν ακόμη δοκιμαστεί και να αντιμετωπίσουν προβλήματα τα οποία ακόμη δεν έχουν απαντηθεί, δεδομένου ότι πρόκειται για κάτι εντελώς νέο στην ευρωπαϊκή πραγματικότητα. Όπως σχεδόν 60 χρόνια πριν οι Ευρωπαίοι προσπαθούσαν (κι ακόμα προσπαθούν αν το καλοσκεφτεί κανείς) να βρουν τον κοινό τρόπο καθορισμού της κοινής τους πορείας στην Ε.Ο.Κ. αρχικά και στην Ε.Ε. αργότερα, έτσι και τώρα θα πρέπει να αποφασίσουν πώς θα κινηθούν στην περίπτωση της ευθείας αμφισβήτησης της ίδιας της Ένωσης από κάποιο μέλος της. Αυτό που ανησυχεί περισσότερο τον κάθε καλόπιστο παρατηρητή είναι ότι όλες οι προτάσεις και οι αναλύσεις που γίνονται σχετικά με το φλέγον αυτό ζήτημα έχουν ωα βασική παράμετρο την ικανοποίηση των αιτημάτων των «αγορών», με άλλα λόγια δεν αντιμετωπίζουν το ζήτημα με όρους πολιτικής (ανθρωποκεντρικά και στρατηγικά), αλλά με όρους κερδοσκοπίας και οικονομισμού (υλικοκεντρικά και ωφελιμιστικά). Όταν τα πράγματα οδηγούνται σε τέτοια ακραία σημεία και οι υπεύθυνοι πολιτικοί ασχολούνται μαζί τους με στόχο το κέρδος του χρήματος, τότε δεν θα πρέπει να περιμένουμε θετικές εξελίξεις από τον όποιο προβληματισμό.

Αυτή η απανθρωποίηση της πολιτικής έχει αποτελέσει το βασικότερο πρόβλημα της Ευρώπης τις τελευταίες δεκαετίες. Αυτή η αντίληψη είναι που ωθεί τους σχετικά πιο εύρωστους λαούς να επιδιώκουν σχεδόν την εξόντωση των ασθενέστερων, αυτή είναι που ωθεί τις ισχυρότερες χώρες (κυρίως τη Γερμανία) να επιδιώκει τη μετατροπή μιας συμμαχίας που βασίζεται σε εταιρική, ισότιμη βάση, σε ηγεμονία της δομημένη στα πρότυπα της αρχαίας αθηναϊκής ηγεμονίας, αδιαφορώντας για τις τύχες ή τη βούληση των ασθενέστερων λαών. Αμφιβάλει κανείς για το ότι αν η απόφαση του δημοψηφίσματος αφορούσε κάποια από τις ασθενείς οικονομίες της Ε.Ε. δεν θα γινόταν σχεδόν καμία αναφορά στο θέμα; Η συγκεκριμένη αντίληψη έχει οδηγήσει και σε μετάλλαξη την Ευρωπαϊκή Ένωση η οποία, έτσι, τείνει να εξελιχθεί σε ζώνη αποκλειστικής (ή σχεδόν αποκλειστικής) προάσπισης των γερμανικών συμφερόντων. Αυτή η μετάλλαξη οδηγεί πολλούς ανθρώπους (κυρίως της νέας γενιάς)να θεωρούν ότι σε μια τέτοια δήθεν ισότιμη ένωση δεν αξίζει να συμμετέχει κανείς, και να επιζητούν την αποχώρηση από την Ένωση, πολλές φορές χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τις απρόβλεπτες συνέπειες που εγκυμονεί μια τέτοια απόφαση.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα, ίσως, σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο είναι ότι για πρώτη φορά μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο αμφισβητείται η ιδέα της ένωσης ξεχωριστών εθνικών κρατών σε μία νομική οντότητα για την αποφυγή συγκρούσεων και πολεμικών αναμετρήσεων. Όταν στη δεκαετία του 50 οι Ευρωπαίοι αποφάσισαν τη συγκρότηση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα, αρχικά και τη μετεξέλιξή της σε Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα και Ευρωπαϊκή Ένωση αργότερα, είχαν κατά νου πώς να αποφύγουν μια τέτοιας έκτασης σύγκρουση μεταξύ τους, δεδομένου ότι όλες οι μέχρι τότε παγκόσμιας έκτασης πολεμικές συγκρούσεις είχαν ξεκινήσει από την Ευρώπη. Η λογική τους ήταν απλή: «αν είναι όλες οι ευρωπαϊκές χώρες σε μία ένωση θα ξεκινήσουν να πολεμούν η μία την άλλη;» θα πρέπει να σκέφτηκαν. Πράγματι οι παγκόσμιες συρράξεις αποφεύχθηκαν, για να οδηγηθούν οι λαοί της Ευρώπης σε άλλα προβλήματα και σε εξίσου μεγάλα διλήμματα. Με την απόφαση της Βρετανικής Εξόδου ίσως ήρθε η ώρα να ξαναξεκινήσουν οι Ευρωπαίοι να μιλούν πολιτικά.