Alex Michaelides: συνέντευξη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη

Ο Alex Michaelides γεννήθηκε στην Κύπρο από Ελληνοκύπριο πατέρα και Αγγλίδα μητέρα, σπούδασε Αγγλική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ και πήρε το μεταπτυχιακό του στη Σεναριογραφία από το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου στο Λος Άντζελες. Έγραψε το σενάριο για την ταινία Καλύτερα ο Διάβολος που ξέρεις (The Devil You Know, 2013), με πρωταγωνίστρια τη Ρόζαμουντ Πάικ, και συνυπέγραψε το σενάριο του SOS – Έρχονται οι Βρετανοί (The Conis On, 2018), με τους Ούμα Θέρμαν, Τιμ Ροθ, Πάρκερ Πόζι και Σοφία Βεργκάρα. Η Σιωπηλή ασθενής είναι το πρώτο του μυθιστόρημα. Αφορμή για τη συζήτηση που ακολουθεί μας έδωσε η επικείμενη επίσκεψή του σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη: Την Τετάρτη 22 Ιανουαρίου, στο Public Café Συντάγματος, στις 20:30, o συγγραφέας θα συζητήσει για το βιβλίο του με τον δημοσιογράφο Αλέξανδρο Διακοσάββα, ενώ την Πέμπτη 23 Ιανουαρίου, στις 19:00, θα βρίσκεται στο Public Τσιμισκή, όπου θα συνομιλήσει με τους δημοσιογράφους Δημήτρη Καραθάνο και Εύη Καλλίνη, θα απαντήσει στις ερωτήσεις των αναγνωστών και θα υπογράψει αντίτυπα του βιβλίου του.

Η ζωή της Αλίσια Μπέρενσον είναι φαινομενικά τέλεια. Υπάρχουν ζευγάρια που ζουν αρμονικά χωρίς κανένα πρόβλημα;

Δεν έχω συναντήσει ποτέ τέτοιο ζευγάρι! Καθώς έγραφα το βιβλίο μου, αυτό που μ’ ενδιέφερε ήταν να ερευνήσω κάτω από την επιφάνεια αυτού που δείχνουμε προς τα έξω, ψάχνοντας την περίπλοκη αλήθεια που κρύβεται. Συχνά οι άνθρωποι αποσιωπούν την αλήθεια όχι μόνο από τους άλλους, αλλά κι από τον εαυτό τους. Νομίζω ότι αυτό είναι που μ’ ενδιαφέρει περισσότερο, τα ψέματα που λέμε στον ίδιο μας τον εαυτό.

Είναι διάσημη ζωγράφος και ζει σε ένα σπίτι με θέα το πάρκο. Ο άντρας της είναι φωτογράφος μόδας. Τι λέτε, στα ζευγάρια καλλιτεχνών σέβεται ο ένας τη δουλειά του άλλου;

Δεν μπορώ να μιλήσω για άλλα ζευγάρια, πάντως στο ζευγάρι του βιβλίου μου ισχύει. Ο Γκάμπριελ και η Αλίσια σέβονται ο ένας τον άλλον, ο Γκάμπριελ ειδικά βοήθησε αποφασιστικά την Αλίσια στο καλλιτεχνικό της ξεκίνημα. Νομίζω ότι όλοι οι καλλιτέχνες χρειάζονται υποστήριξη όταν ξεκινούν, είτε υλική είτε συναισθηματική.

Ένα βράδυ ο σύζυγός της γυρίζει αργά από μια φωτογράφιση, η Αλίσια τον πυροβολεί πέντε φορές στο κεφάλι και βυθίζεται στη σιωπή. Μια ερωτευμένη πώς μπορεί να σηκώσει το όπλο και να πυροβολήσει το έτερον ήμισυ;

Αυτή ακριβώς είναι η ερώτηση που κάνω στο βιβλίο μου και βρίσκεται στην καρδιά της ιστορίας που αφηγούμαι. Αν η Αλίσια αγαπούσε τον άντρα της, τότε γιατί τον σκότωσε; Είναι ευκολότερο να πιστέψεις ότι κάποια είναι τρελή, αφού μπόρεσε να δολοφονήσει τον σύζυγό της – αυτό πιστεύουν όλοι για την Αλίσια. Όπως όμως λέω στο βιβλίο μου, πνευματική υγεία σημαίνει να αμφιβάλλεις για ό,τι θεωρείται δεδομένο, είναι δυνατόν να αγαπούμε κάποιον και να τον μισούμε ταυτόχρονα.

Ο Ευριπίδης ήταν πάντα ο αγαπημένος μου τραγικός, θεωρώ ότι καταπιάνεται με τις γυναίκες, τα τραύματα της ψυχής και την τρέλα μ’ έναν τρόπο εντελώς σύγχρονο.

Η Αλίσια αρνείται να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση. Είναι η άρνηση μια μορφή απόστασης από ένα τόσο σημαντικό γεγονός;

Για μένα η σιωπή στην ιστορία μου είναι μια πράξη άμυνας, αυτοάμυνας ή ακόμα κι ένα όπλο. Η σιωπή είναι η τελευταία επιλογή του καθενός από μας, όταν κανείς δε μας πιστεύει η μόνη επιλογή που μας μένει είναι να μη συμμετέχουμε πλέον στη συζήτηση παραμένοντας σιωπηλοί. Είναι μια λύση στην οποία καταφεύγουν πολλοί άνθρωποι, ειδικά οι γυναίκες.

Τη μεταφέρουν μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας στο Γκρόουβ, μια ψυχιατρική μονάδα υψηλής ασφαλείας στο βόρειο Λονδίνο. Γιατί την έχουν εγκαταλείψει στη μοίρα της;

Καταδικάζεται με το ελαφρυντικό της διανοητικής διαταραχής και στέλνεται σε μια ψυχιατρική μονάδα. Ήθελα να τοποθετήσω την υπόθεση σε κάποιον κλασικό, κλειστό χώρο αποδίδοντας φόρο τιμής στις νουβέλες της Άγκαθα Κρίστι. Έχοντας εργαστεί σε τέτοιες μονάδες, γνώριζα ότι μπορούσα να φτιάξω μια πειστική ιστορία που να μην απέχει από την πραγματικότητα.

Ο Θίο Φέιμπερ είναι ένας ιατροδικαστικός ψυχοθεραπευτής, που περίμενε πολύ καιρό την ευκαιρία να δουλέψει με την Αλίσια. Μπορεί να πετύχει εκεί που οι άλλοι απέτυχαν;

Ένας από τους λόγους που σταμάτησα την εκπαίδευσή μου στην ψυχοθεραπεία ήταν ότι συνάντησα πολλούς κακούς ψυχοθεραπευτές. Κατάλαβα ότι σε τελική ανάλυση η αποτελεσματικότητα κάθε θεραπείας εξαρτάται από την ικανότητα του ατόμου. Κάποιος θεραπευτής με την ίδια εκπαίδευση μπορεί να κάνει θαυμάσια δουλειά και κάποιος άλλος να αποτύχει ολοκληρωτικά. Πιστεύω ότι ο Θίο το γνωρίζει αυτό, έχει αυτοπεποίθηση και είναι βέβαιος ότι μπορεί να πλησιάσει την ασθενή του, στην ουσία κατανοεί τη διαφορά εννοιών της ψυχολογίας όπως η συμπάθεια και η εμπάθεια.

Ποια η διαφορά της ψυχοθεραπείας από την ψυχιατρική προσέγγιση;

Οι ψυχίατροι είναι αυτοί που μπορούν να χορηγήσουν φάρμακα. Οι ψυχοθεραπευτές από τη μεριά τους υιοθετούν μια πιο ψυχοδυναμική προσέγγιση. Έχω βιώσει τη σύγκρουση αυτών των δύο επαγγελματιών κατά την εκπαίδευσή μου.

Κάποια στιγμή, ο Θίο αρχίζει να έχει αποτελέσματα. Στην πραγματικότητα, τέτοιοι ασθενείς, σαν την Αλίσια, είναι δεκτικοί και συνεργάσιμοι;

Είναι αυτονόητο ότι έπρεπε να συμπυκνώσω τον χρόνο στην αφήγησή μου, όπως συμβαίνει πάντα στη λογοτεχνία. Ο θεραπευτής που είχα έλεγε συχνά ότι για να θεμελιώσεις μια στενή σχέση χρειάζονται επαναλαμβανόμενες εμπειρίες ανταπόκρισης, κάτι που απαιτεί πολύ χρόνο και δεν βλέπω τον λόγο γιατί ένας ασθενής σαν την Αλίσια δεν θα ανταποκρινόταν στις εκκλήσεις του θεραπευτή της, ακόμα κι αν αυτό απαιτούσε όχι μήνες αλλά χρόνια.

Τόσο ο Θίο όσο και η Αλίσια έχουν τραυματικά πάθη από την παιδική ηλικία. Μπορούν αυτά να ιαθούν;

Η βασική ερώτηση που απευθύνω στη Σιωπηλή ασθενή είναι αν μπορούμε να απαλλαγούμε από τις τραυματικές εμπειρίες της παιδικής ηλικίας μας. Και οι δυο χαρακτήρες έχουν τραυματικές παιδικές εμπειρίες και η γνώμη μου είναι ότι ναι, μπορούμε τελικά να απαλλαγούμε από τα παιδικά τραύματα αν συνειδητοποιήσουμε τι μας έχει συμβεί κι αν είμαστε ειλικρινείς με τον εαυτό μας. Αν όμως εξαπατούμε τον εαυτό μας, τότε είμαστε καταδικασμένοι να ξεκινήσουμε πάλι απ’ την αρχή ή να επαναλάβουμε την ίδια διαδικασία.

Νομίζω ότι αυτό είναι που μ’ ενδιαφέρει περισσότερο, τα ψέματα που λέμε στον ίδιο μας τον εαυτό.

Διαβάζοντας το μυθιστόρημα χάνεσαι στις σελίδες και περιμένεις με αγωνία να μάθεις τι θα συμβεί στους ήρωες. Ποιος είναι ο ρόλος του σασπένς στην πλοκή του μυθιστορήματος;

Όπως έχει πει ο Άλφρεντ Χίτσκοκ, άλλο αγωνία κι άλλο έκπληξη. Η έκπληξη είναι ένα γεγονός στιγμιαίο, ενώ η αγωνία μπορεί να παραταθεί επ’ άπειρον. Γι’ αυτό και αποφάσισα να ξεκινήσω το βιβλίο μου με τη φράση «Η Αλίσα Μπέρενσον ήταν τριάντα δύο χρονών όταν σκότωσε τον σύζυγό της». Τούτο σημαίνει ότι το μυθιστόρημα εστιάζει αμέσως στο πώς και στο γιατί έγινε το έγκλημα όχι στο ποιος είναι ο ένοχος. Η ερώτηση γιατί είναι που μ’ ενδιαφέρει – και μπορείς μ’ αυτήν να χτίσεις το στοιχείο της αγωνίας με τρόπο που μια έκπληξη δεν μπορεί.

Στο βιβλίο σας κυριαρχούν οι αναφορές στον Ευριπίδη και στο έργο του Άλκηστις. Γιατί σας γοητεύει ο συγκεκριμένος δημιουργός;

Σε μεγάλο βαθμό έχει να κάνει με το γεγονός ότι μεγάλωσα στην Κύπρο, όπου εξοικειώθηκα με τους μύθους από μικρή ηλικία, κι αργότερα μελέτησα αρχαία τραγωδία στο Κέμπριτζ, ήταν τμήμα των σπουδών μου. Ο Ευριπίδης ήταν πάντα ο αγαπημένος μου τραγικός, θεωρώ ότι καταπιάνεται με τις γυναίκες, τα τραύματα της ψυχής και την τρέλα μ’ έναν τρόπο εντελώς σύγχρονο. Στο μυαλό μου μπορώ να δω μια ευθεία σχέση ανάμεσα στον Ευριπίδη και στον Τενεσί Ουίλιαμς, άλλον έναν από τους συγγραφείς που αγαπώ. Η Άλκηστις ήταν πάντα η αγαπημένη μου τραγωδία. Πεθαίνει για να σώσει τον άντρα της και κατόπιν επανέρχεται στη ζωή στο τέλος του έργου – όμως όταν συνδέεται ξανά με τον σύζυγό της, μένει βουβή. Κανείς δεν γνωρίζει πώς να αντιμετωπίσει αυτή τη σιωπή της, γεγονός που καθιστά την τραγωδία προβληματική, γι’ αυτό άλλωστε και σπάνια ανεβαίνει στο θέατρο. Αυτή η σιωπή με στοίχειωνε για χρόνια κι όταν αποφάσισα να αφηγηθώ την υπόθεση μέσα από μια ψυχολογική αστυνομική ιστορία, η Σιωπηλή ασθενής είχε γεννηθεί.

Το βιβλίο σας γνωρίζει πρωτοφανή επιτυχία. Τι σημαίνει αυτό για εσάς;

Το βιβλίο γράφτηκε σαν μια κίνηση απελπισίας ύστερα από μια αποτυχημένη και ψυχοφθόρα καριέρα σεναριογράφου – σαν μια απόπειρα να γράψω κάτι για το οποίο θα είχα τον απόλυτο έλεγχο από την αρχή μέχρι το τέλος. Έτσι, έγραψα κάτι αποκλειστικά για μένα και ποτέ δεν περίμενα ότι κάποιος θα το διάβαζε. Όταν ο εκδότης μου είπε ότι είχε φτάσει στο νούμερο ένα της λίστας των New York Times, νόμιζα ότι μου έκανε πλάκα. Ήταν η καλύτερη εμπειρία της ζωής μου, η πιο συγκλονιστική σίγουρα.

Μάθαμε ότι το βιβλίο σας θα μεταφερθεί στη μεγάλη οθόνη. Μπορείτε να μας πείτε λίγα λόγια;

Η PLAN B, εταιρεία του Μπραντ Πιτ, θα το κάνει ταινία, κατά τη γνώμη μου εκεί φτιάχνουν τις καλύτερες παραγωγές του Χόλιγουντ, είμαι ενθουσιασμένος και περιμένω με ανυπομονησία το αποτέλεσμα.

Τι θα απευθύνατε στους Έλληνες αναγνώστες που διάβασαν το βιβλίο σας;

Ήταν πραγματικά ευχάριστη η επαφή με ανθρώπους απ’ όλο τον κόσμο λόγω αυτού του βιβλίου, αυτή η πλευρά ήταν ασφαλώς η πιο συναρπαστική και η πιο ικανοποιητική της όλης διαδικασίας. Όντας μισός Ελληνοκύπριος, είμαι πολύ χαρούμενος που το ελληνικό κοινό δέχτηκε τόσο ζεστά το μυθιστόρημά μου. Θα ήθελα να ευχαριστήσω όσους το διάβασαν κι εύχομαι σε όσους πρόκειται να το διαβάσουν να το απολαύσουν το ίδιο.

Μετάφραση από τα αγγλικά: Απόστολος Σπυράκης

Η σιωπηλή ασθενής
Alex Michaelides
Διόπτρα
416 σελ.
ISBN 978-960-605-756-4

Ελπιδοφόρος Ιντζέμπελης