Κοιτάζοντας κανείς τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες και τα επίκαιρα της 28ης Οκτωβρίου 1940, διακρίνει στα πρόσωπα των Ελλήνων μια διάχυτη, σχεδόν αγγίζουσα τα όρια του υπερφυσικού, πατριωτική έξαψη. Ήταν ένας πατριωτισμός αβίαστος, μια συλλογική απόφαση για αυτοθυσία απέναντι στο άδικο.
Θα φάνταζε παράδοξο, αν όχι οξύμωρο κάτι τέτοιο σε οποιονδήποτε ψυχρό παρατηρητή. Μπορεί, μάλιστα, να νόμιζε ότι οι άνθρωποι αυτοί δεν είχαν ιδέα τι τους περίμενε, ότι νόμιζαν όλοι τους πως ο πόλεμος είναι μια γιορτή και τίποτε άλλο, όπου πηγαίνουν οι άντρες απλώς για να περάσουν την ώρα τους, κι όχι μια αδηφάγος «μηχανή» θανάτου και καταστροφής που παρασέρνει τα πάντα στο πέρασμά της, υλικά αγαθά, αξίες, συναισθήματα, ανθρώπινες σχέσεις και τόσα άλλα. Μπορεί αλήθεια να ισχύει κάτι τέτοιο και μάλιστα για ανθρώπους που λίγα μόλις χρόνια πριν είχαν περάσει από τη λαίλαπα του μικρασιατικού πολέμου και της συνακόλουθης καταστροφής; Δεν το πιστεύω, ούτε και θεωρώ πως οι πιο πολλοί από τους στρατιώτες και τους συγγενείς τους δεν ήξεραν ότι από εκεί όπου πήγαιναν υπήρχαν σοβαρές πιθανότητες και να μη γυρίσουν πίσω.
Τότε τι μπορεί να ήταν αυτό που έκανε τους ανθρώπους εκείνους να φεύγουν γελαστοί αλλά όχι γελασμένοι για το μέτωπο; Ποια δύναμη άραγε «μεθούσε» τα νιάτα εκείνα με αισιοδοξία μπροστά σε ένα ζοφερό (όπως διαφαινόταν) μέλλον; Γιατί σε όλα τα γραπτά της εποχής (ημερολόγια, γραπτά κείμενα, λογοτεχνικά αριστουργήματα, δημοσιογραφικές έρευνες) η προοπτική του πολέμου φάνταζε ως κάτι θετικό; Νομίζω ότι αυτό που κινητοποιούσε όλους εκείνους τους νέους και τις νέες της εποχής ήταν το γεγονός ότι με την κήρυξη του πολέμου από τη μεγάλη δύναμη της εποχής, Ιταλία, έβγαινε από πάνω τους ο βραχνάς της καλής διαγωγής, το άγχος να μην κάνουν κάτι που θα θύμωνε το «θηρίο». Αναδεικνυόταν σε όλο του το μεγαλείο ο υγιής και καλώς νοούμενος πατριωτισμός των Ελλήνων οι οποίοι αρνούνταν, με τον τρόπο αυτό, έστω και αργά, έστω και με κατεβασμένο αρχικά το κεφάλι, να ακολουθήσουν τη βούληση των ισχυρών και επέλεγαν να αντισταθούν, οσοδήποτε μεγάλο κι αν ήταν το μέγεθος του αντιπάλου.
Γεννάται, λοιπόν, εύλογα ο προβληματισμός: Εξακολουθεί να υπάρχει αυτή η βαθιά αγάπη για την πατρίδα στις μέρες μας ή μήπως έχει μετατραπεί σε μια αμήχανη, τυπική υπενθύμιση στις εθνικές επετείους; Η απάντηση δεν είναι απλή. Σε θεωρητικό επίπεδο, η αγάπη προς την πατρίδα θα έπρεπε να θεωρείται αυτονόητη. Όμως, στην πράξη, μόνο αυτονόητη δεν μπορεί να είναι όταν το σύγχρονο κράτος —το οποίο οφείλει να αποτελεί τον θεσμικό εκφραστή της πατρίδας— αποτυγχάνει να προσφέρει στον πολίτη κοινωνική προστασία, δικαιοσύνη και ένα σταθερό αίσθημα σιγουριάς και ασφάλειας. Ο πατριωτισμός δεν αναπτύσσεται στο κενό. είναι μια σχέση αμφίδρομη. Όταν η Πολιτεία αντιμετωπίζει τον πολίτη ως απλό φορολογούμενο, αφήνοντάς τον έρμαιο της αβεβαιότητας, είναι φυσικό το πατριωτικό συναισθηματικό υπόβαθρο να διαβρώνεται.
Η ιστορία, μάλιστα, προσφέρει διδακτικές αναλογίες. Λίγο πριν από την Άλωση του 1453, στο παρακμάζον Βυζάντιο, παρατηρήθηκε το φαινόμενο χιλιάδες νέοι να καταφεύγουν στα μοναστήρια, προκειμένου να αποφύγουν τη στράτευση. Δεν ήταν απαραίτητα δειλοί• ήταν άνθρωποι που είχαν απογοητευτεί από μια εξουσία που δεν τους προσέφερε καμία προστασία και κανένα όραμα, με αποτέλεσμα να αποκοπούν συναισθηματικά από την τύχη της αυτοκρατορίας. Όταν το κράτος παύει να είναι ασπίδα για τον πολίτη, ο πολίτης παύει να το αισθάνεται ως πατρίδα του.
Όλα αυτά έχουν να κάνουν και με ο γεγονός ότι οι πολιτικοί μας κάνουν ό,τι μπορούν για να μας δείξουν πως το Κράτος (άρα και η Πατρίδα, στη λογική των περισσότερων) λειτουργεί με δυο μέτρα και σταθμά εις βάρος των απλών πολιτών. Θεωρούν φυσιολογικό να δημοσιεύουν υπέρογκες (για να μιλήσω επιεικώς) καταθέσεις σε τράπεζες του εξωτερικού, τη στιγμή που εγκαλούν όσους πολίτες στέλνουν τα δικά τους χρήματα εκτός χώρας, να δηλώνουν στην κατοχή τους δεκάδες ή και εκατοντάδες ακίνητα χωρίς να διευκρινίζουν πώς και με ποιο τρόπο τα απέκτησαν, να έχουν συμμετοχές σε επιχειρήσεις και μετοχές σε εταιρείες (τη στιγμή που νομοθετούν και για τη λειτουργία των επιχειρήσεων και των εταιρειών αυτών), να κατέχουν πληθώρα αυτοκινήτων ή και σκαφών είτε οι ίδιοι είτε μέλη του οικογενειακού τους περιβάλλοντος, να νομοθετούν φωτογραφικές διατάξεις προς όφελός τους, να καλύπτουν και να συγκαλύπτουν υποθέσεις που απασχολούν τη δικαιοσύνη. Υπό το πρίσμα αυτό μπορεί κανείς να κατανοήσει γιατί οι βασανισμένοι άνθρωποι αυτού του τόπου, του πολυπατημένου από ξένους κάθε λογής, δεν αισθάνονται ακόμη εντελώς δικό τους το Κράτος.
Άλλο Πατρίδα όμως και άλλο Κράτος, μ’ άλλα λόγια, Πολιτεία. Όπως γράφει ο Ε. Π. Παπανούτσος, την Πολιτεία δηλαδή αυτό τον ορισμένο τρόπο με τον οποίο έχει οργανωθεί και διοικείται ο τόπος, αυτήν την απρόσωπη δύναμη που λειτουργεί στο όνομα όλων για να εξασφαλίζει με τα όργανα και τους θεσμούς της τη ζωή και την ελευθερία μας, δεν μπορούμε να τη νιώσουμε σαν κάτι εντελώς δικό μας. Η Πατρίδα, όμως είναι άλλο πράγμα. Με την Πατρίδα είμαστε στενότατα δεμένοι• την έχουμε βάλει μέσα στο αίμα μας, γιατί και με το αίμα μας την έχουμε κρατήσει.
Γι’ αυτό, στη σύγχρονη πραγματικότητα, το πολιτικό μας προσωπικό οφείλει να προβληματιστεί σοβαρά από τη διαφαινόμενη απουσία ή την αποξένωση του πατριωτικού αισθήματος, ιδιαίτερα μεταξύ των νέων. Η απάντηση στην κρίση αυτή δεν βρίσκεται σε κενές ρητορείες ή ευχολόγια, αλλά στην ουσιαστική ενίσχυση του κοινωνικού κράτους. Οι πολιτικοί μας πρέπει να κατανοήσουν ότι η αποδυνάμωση της παιδείας, της υγείας και της κοινωνικής πρόνοιας υποσκάπτει τα ίδια τα θεμέλια της εθνικής μας συνοχής. Ο αληθινός πατριωτισμός της εποχής μας δεν μετριέται με συνθήματα, αλλά με την ποιότητα ζωής και την αξιοπρέπεια που προσφέρει η πατρίδα στα παιδιά της. Για να μπορέσει ο πολίτης να υπερασπιστεί το συλλογικό μέλλον, πρέπει πρώτα το κράτος να του εξασφαλίσει το δικαίωμα στο παρόν.
