Η 24η Οκτωβρίου έχει καθιερωθεί παγκοσμίως ως η Ημέρα των Ηνωμένων Εθνών, σηματοδοτώντας την επέτειο της ίδρυσης του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ) το 1945.
Ο όρος «Ηνωμένα Έθνη» υπήρξε έμπνευση του Αμερικανού Προέδρου Φραγκλίνου Ρούζβελτ, ο οποίος αρχικά τον χρησιμοποίησε για να περιγράψει τις συμμαχικές δυνάμεις που μάχονταν κατά του Άξονα. Μετά από τρία χρόνια εντατικών διαβουλεύσεων, στις 24 Οκτωβρίου 1945, τα Ηνωμένα Έθνη συγκροτήθηκαν επίσημα ως μια παγκόσμια ένωση κρατών, ταγμένη στην προώθηση της διεθνούς συνεργασίας, την υπεράσπιση του διεθνούς δικαίου, τη διασφάλιση της ειρήνης και της ασφάλειας, καθώς και την ενίσχυση της οικονομικής ανάπτυξης και της κοινωνικής ισότητας.
Από τα 51 ιδρυτικά μέλη του 1945 —μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και η Ελλάδα— ο Οργανμός αριθμεί σήμερα 191 κράτη-μέλη, καλύπτοντας σχεδόν το σύνολο της παγκόσμιας κοινότητας. Η δομή του, ωστόσο, διαμορφώθηκε με βάση τους συσχετισμούς δυνάμεων της μεταπολεμικής περιόδου: οι νικήτριες δυνάμεις του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου (ΗΠΑ, Σοβιετική Ένωση/Ρωσία, Γαλλία, Μεγάλη Βρετανία και Κίνα) κατοχύρωσαν το δικαίωμα αρνησικυρίας («βέτο») στο Συμβούλιο Ασφαλείας.
Στην πολυετή διαδρομή του, ο ΟΗΕ έχει επανειλημμένα αποκαλύψει σημαντικές αδυναμίες στην αποτελεσματική διαχείριση και επίλυση των διεθνών κρίσεων. Τα αντικρουόμενα γεωπολιτικά και οικονομικά συμφέροντα των μεγάλων δυνάμεων έχουν συχνά οδηγήσει σε παράλυση ή αναποτελεσματικότητα.
Όπως επισημαίνει η Διεθνολόγος κα Κωνσταντίνα Οικονόμου, «η βασική υπόσχεση του ΟΗΕ, η συλλογική ασφάλεια, στηρίχθηκε στην ιδέα ότι η ειρήνη είναι υπόθεση κοινής βούλησης και όχι ισορροπίας φόβου. Ο μηχανισμός αυτός απέδωσε σε περιόδους σχετικής σταθερότητας, αλλά κατέρρευσε στις πρώτες κρίσεις, όπου η ισχύς υπερίσχυσε της συναίνεσης. Από τη Συρία έως τη Γάζα και την Ουκρανία, η λογική του «συλλογικού» έχει αντικατασταθεί από έναν ιδιότυπο πολυμερή εθνικισμό: όλοι επικαλούνται τη νομιμότητα, αλλά ελάχιστοι την αναγνωρίζουν όταν θίγει τα συμφέροντά τους. Το Συμβούλιο Ασφαλείας λειτουργεί όλο και περισσότερο ως μηχανισμός θεσμικής ακινησίας. Οι επαναλαμβανόμενες χρήσεις του δικαιώματος βέτο έχουν απονομιμοποιήσει το ίδιο το νόημα της αποφασιστικής δράσης.Η κρίση αυτή δεν είναι συγκυριακή. Αντικατοπτρίζει μια ευρύτερη απορρύθμιση της διεθνούς πολιτικής, κατά την οποία η απαγόρευση της βίας έχει αποδυναμωθεί. Κράτη επικαλούνται το άρθρο 51 του Χάρτη για πράξεις που δεν έχουν καμία σχέση με αυτοάμυνα, ενώ η λογική της εξαίρεσης μετατρέπεται σε ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο. Η συλλογική ασφάλεια, το μεγάλο θεσμικό όραμα του 1945, διολισθαίνει σε συλλογική αδράνεια».
Χαρακτηριστικό παράδειγμα για τον ελληνισμό αποτελεί η τουρκική εισβολή στην Κύπρο το 1974 και η συνεχιζόμενη παράνομη κατοχή του βορείου τμήματος της Μεγαλονήσου. Παρά τα πληθώρα ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας και της Γενικής Συνέλευσης, ο Οργανισμός δεν μπόρεσε να αποτρέψει την τραγωδία ούτε να επιβάλει την αποκατάσταση της διεθνούς νομιμότητας.
Στην μεταψυχροπολεμική εποχή, ο ΟΗΕ βρίσκεται στο επίκεντρο έντονης κριτικής από δύο διαφορετικές κατευθύνσεις:Από τη μία πλευρά, υποστηρίζεται η ανάγκη για έναν ενεργότερο και πιο παρεμβατικό ρόλο στις διεθνείς υποθέσεις. Αναδυόμενες και ισχυρές οικονομικά χώρες, όπως η Ινδία, η Ιαπωνία, η Βραζιλία, η Νότιος Αφρική και η Γερμανία, διεκδικούν μόνιμη εκπροσώπηση και δικαίωμα «βέτο» στο Συμβούλιο Ασφαλείας.
Από την άλλη πλευρά, προβάλλεται η άποψη ότι ο ρόλος του πρέπει να περιοριστεί κυρίως στην παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας. Την ίδια στιγμή, μεγάλες δυνάμεις όπως οι ΗΠΑ, οι οποίες καλύπτουν το 22% του τακτικού προϋπολογισμού του ΟΗΕ, πιέζουν για δομικές μεταρρυθμίσεις, ενώ δεν λείπουν και οι περιπτώσεις όπου ο Οργανισμός παρακάμπτεται μονομερώς, όπως συνέβη στην εισβολή στο Ιράκ το 2003.
Παρά τις αμφισβητήσεις, τις αποτυχίες και τις δομικές του αγκυλώσεις, η ύπαρξη ενός παγκόσμιου οργανισμού για τη διασφάλιση της ειρήνης είναι απολύτως αναγκαία.
Η κα Οικονόμου επισημαίνει ότι στην ογδοηκοστή του επέτειο, ο ΟΗΕ βρίσκεται αντιμέτωπος όχι μόνο με κρίση νομιμότητας, αλλά και με πρωτοφανή οικονομική δυσχέρεια. Ο Οργανισμός προχωρά ήδη σε περιορισμό προσωπικού και σε συγχωνεύσεις υπηρεσιών. Οι ειρηνευτικές αποστολές περιορίζονται ή εγκαταλείπονται, τα προγράμματα βοήθειας συρρικνώνονται και ο ανθρωπιστικός βραχίονας του ΟΗΕ αναγκάζεται να κάνει λιγότερα. Πίσω από τις τεχνικές αυτές προσαρμογές, διακρίνεται μια βαθύτερη αμηχανία: ο ΟΗΕ αντιμετωπίζει το πρόβλημα της ύπαρξής του ως λογιστικό ζήτημα.
Όμως η οικονομική διάσταση δεν μπορεί να αποκοπεί από την πολιτική. Το ερώτημα δεν είναι μόνο πώς θα εξοικονομηθούν πόροι, αλλά πώς θα οριστούν οι προτεραιότητες ενός κόσμου που δεν μοιράζεται κοινό όραμα για το τι πρέπει να υπηρετεί ο ΟΗΕ. Οι ΗΠΑ έχουν υιοθετήσει μια στάση ανοιχτής αμφισβήτησης απέναντι στον ΟΗΕ,θέτοντας υπό ερώτημα τον ίδιο τον λόγο ύπαρξής του. Η Ευρώπη ανησυχεί για την υποχώρηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Οι απαιτήσεις αυτές συνυπάρχουν χωρίς να συνδιαλέγονται ουσιαστικά.
Ο ΟΗΕ παραμένει το μοναδικό οικουμενικό εργαλείο και το μοναδικό θεσμικό βήμα διαλόγου που διαθέτει η διεθνής κοινότητα. Η λύση στις αδυναμίες του δεν είναι η αποδυνάμωσή του ή η απαξίωσή του, αλλά η ουσιαστική ενδυνάμωσή του. Για να ανταποκριθεί στις προκλήσεις του 21ου αιώνα, ο ΟΗΕ χρειάζεται μεταρρυθμίσεις που θα ενισχύσουν την αντιπροσωπευτικότητά του και, κυρίως, θα του προσδώσουν πραγματικές αρμοδιότητες και μηχανισμούς επιβολής των αποφάσεών του, ώστε το διεθνές δίκαιο να μην παραμένει «κενό γράμμα».
Χωρίς τον ΟΗΕ, ο κόσμος θα ήταν έρμαιο της ανεξέλεγκτης ισχύος και της αυθαιρεσίας των δυνατών. Γι’ αυτό, η Ημέρα των Ηνωμένων Εθνών δεν είναι απλώς μια υπενθύμιση του τι έχει επιτευχθεί, αλλά μια έκκληση για έναν ισχυρότερο, δικαιότερο και αποτελεσματικότερο Οργανισμό.
