Skip to content

Η 21η Φεβρουαρίου, εκτός από την επέτειο της απελευθέρωσης της πόλης των Ιωαννίνων, αποτελεί και μια ακόμη επέτειο, καθώς έχει, εδώ και 20 και πλέον χρόνια, χαρακτηριστεί ως ημέρα μητρικής γλώσσας. Η Διεθνής Ημέρα Μητρικής Γλώσσας ανακηρύχθηκε από την Γενική Συνέλευση της UNESCO τον Νοέμβριο του 1999. Με ψήφισμά της η γενική συνέλευση του ΟΗΕ κάλεσε τα κράτη μέλη της «να προωθήσουν την διατήρηση και προστασία όλων των γλωσσών που ομιλούνται από τους ανθρώπους σε όλο τον κόσμο». Ως ημερομηνία ορίστηκε η 21η Φεβρουαρίου προς τιμήν των θανάτων στην Ντάκα το 1952 κατά την διάρκεια του Γλωσσικού Κινήματος, όταν φοιτητές του Ανατολικού Πακιστάν (σημερινό Μπαγκλαντές) ξεσηκώθηκαν, για να εμποδίσουν την απαγόρευση της γλώσσας τους, Μπενγκάλι, και την υιοθέτηση της επίσημης γλώσσας του Πακιστάν, Ουρντού. Η αστυνομία κατέστειλε βίαια τη διαμαρτυρία τους, με αποτέλεσμα τουλάχιστον τέσσερις νεκρούς.

Σύμφωνα με τον διακεκριμένο καθηγητή γλωσσολογίας, Γεώργιο Μπαμπινιώτη, «μιλώντας για γλώσσα αναφερόμαστε πρωτίστως στη μητρική γλώσσα που είναι κτήμα όλων. Αυτό  που διακρίνει τη μητρική γλώσσα από οποιαδήποτε άλλη, από μία ή περισσότερες ξένες γλώσσες που μαθαίνει κανείς, είναι ότι μόνο τη μητρική γλώσσα κατακτά εις βάθος, τόσο σε λογικό επίπεδο (δομή και λεξιλόγιο), όσο και σε βιωματικό (συνθήκες πραγματικής χρήσης στη χώρα όπου ομιλείται μια γλώσσα).» Γι’ αυτό οι γλωσσολόγοι λένε ότι τη μητρική γλώσσα την κατακτάμε, ενώ όποια άλλη γλώσσα απλώς τη μαθαίνουμε. Κατά το Γ. Μπαμπινιώτη, «για κάθε φυσικό ομιλητή η γνώση της μητρικής γλώσσας δεν είναι ένα απλό εργαλείο συνεννόησης, αλλά είναι κύριο συστατικό της ταυτότητάς του, είναι ο πολιτισμός του μέσα από το ιστορικό εννοιολογικό φορτίο των λέξεων που χρησιμοποιεί, είναι η ψυχοσύνθεσή του και η νοοτροπία του λαού του, είναι ο τρόπος που βλέπει και εκφράζει τον κόσμο του, είναι η σκέψη του, είναι η πατρίδα του. Είναι δηλαδή όλα τα στοιχεία που συνιστούν την «αξιακή αντίληψη» της γλώσσας, μια έννοια που υπερβαίνει κάθε απλή χρηστική αντίληψη. Ο αξιακός αυτός χαρακτήρας της γλώσσας κάνει ώστε κάθε γλώσσα να είναι ένα ιδιαίτερο πολιτιστικό μέγεθος. Κάθε μητρική γλώσσα, ως διαχρονική έκφραση ενός ολόκληρου λαού, συνιστά αυταξία. Οι δε πολλές χιλιάδες γλώσσες του κόσμου συνιστούν ένα σύνολο ισότιμων αλλά διαφορετικών εν πολλοίς γλωσσών που όλες μαζί συνθέτουν την οικολογία της γλώσσας. Και είναι αυτή η διαφορετικότητα, η γλωσσική πολυμορφία που αποτελεί αναπαλλοτρίωτη γλωσσική περιουσία των λαών, την πιο πολύτιμη κληρονομιά, η οποία αξίζει τον σεβασμό μας».

Εδώ είναι απαραίτητο να κάνουμε μια διευκρίνιση ουσίας. Το να σεβόμαστε τη γλώσσα των άλλων, άρα και τον πολιτισμό τους και την ιστορία τους, δε σημαίνει ότι δεν πρέπει να αποδίδουμε τον ίδιο ή και μεγαλύτερο σεβασμό στη δική μας γλώσσα που αντικατοπτρίζει το δικό μας μοναδικό πολιτισμό και την πλούσια ιστορία μας. Κανονικά θα έπρεπε με κάθε τρόπο να προσπαθούμε να αναδείξουμε την ελληνική και να την προωθήσουμε σε παγκόσμιο επίπεδο. Συμβαίνει, όμως, κάτι τέτοιο; Στην Ελλάδα δυστυχώς κάτι τέτοιο δεν ισχύει! Για παράδειγμα, στις περισσότερες χώρες του κόσμου η γνώση της εθνικής γλώσσας αποτελεί απαράβατο όρο για να βρει κάποιος εργασία. Στη χώρα μας, αντιθέτως, απαραίτητο προσόν είναι η γνώση μιας, δύο ή και περισσότερων ξένων γλωσσών! Αυτό δείχνει αφενός πόσο λίγο μας ενδιαφέρει η καλή γνώση της γλώσσας μας, άρα και του πολιτισμού μας, από όλους όσοι καλούνται να εργαστούν εδώ, αφετέρου πόσο σίγουροι νιώθουμε για την παντοδυναμία της (που προέρχεται από τη μακραίωνη και αδιάλειπτη παρουσία της). Κι όμως δεν είναι έτσι. Η γλώσσα μας κινδυνεύει από πολλούς, ορατούς και μη κινδύνους.

Θα σταθώ σε έναν, που θεωρώ πως αποτελεί και τον κυριότερο παράγοντα υπονόμευσης της γνώσης και υποστήριξης των Ελληνικών από τους σύγχρονους νέους. Την κυριαρχία της εικόνας και κυρίως της ψηφιακής τεχνολογίας, η οποία επιβάλλει, σε μεγάλο βαθμό, τη χρήση των αγγλικών ή αγγλόφωνης ορολογίας, προκειμένου να συνεννοηθεί κανείς με κάποιον. Τα διάφορα «Γιουεσμπί», «Σόσιαλ Μίντια», «Σάιτ», «Ποστ», «Απλόουντ και Νταουνλόουντ», «Τουίτ», «Γουάι Φάι», «Ρούτερ και Μόντεμ», «Λάπτοπ και Τάμπλετ» και πόσα άλλα υπάρχουν ως όροι ή ως λεξιλογικά στοιχεία που χαρακτηρίζουν τη σύγχρονη τεχνολογία, έχουν κατακλύσει τη νέα γενιά η οποία, μη μπορώντας να αντισταθεί στην πρόκληση των καιρών και στη μαγεία της ψηφιακής εικόνας, υποκύπτει και υιοθετεί άκριτα όχι μόνο τους όρους αλλά και τη γλώσσα εκφοράς τους. Η εισαγωγή της διδασκαλίας των αγγλικών στα νηπιαγωγεία (!!!!;;;) καθιστά πολύ πιο εύκολη την εξοικείωση με την ξένη γλώσσα από την πιο μικρή παιδική ηλικία, κάτι ακόμα πιο επικίνδυνο, αφού, σύμφωνα με τον καθηγητή Μπαμπινιώτη, «θα πρέπει να παρατηρηθεί ότι, αν ζήσει κανείς επί μακρόν στη χώρα όπου ομιλείται μια γλώσσα και ασχοληθεί συστηματικά με τη μάθησή της, τότε αποκτά μια βιωματική γνώση της μη μητρικής γλώσσας που μπορεί να εγγίσει τα όρια της κατάκτησης». Δυστυχώς, στη χώρα μας ακούγονται τα αγγλικά, αν όχι περισσότερο, τουλάχιστον εξίσου με τα ελληνικά (σε τηλεοπτικές εκπομπές, διαφημιστικά μηνύματα, διαδικτυακές πλατφόρμες κ.λπ.). Φοβάμαι ότι δεν έχουμε κατανοήσει τι μπορεί να σημαίνει αυτό μακροπρόθεσμα για την υπόσταση του ίδιου του πολιτισμού μας.

Όπως έλεγε ο σοφός Ε. Π. Παπανούτσος, «πολιτισμοί χωρίς γλώσσα δεν πλάθονται ούτε μπορούν να σταθούν. Αλλά ούτε και η γλώσσα δε μπορεί, από ένα σημείο και μετά, να επιβιώσει χωρίς τη στήριξη ενός δυνατού πολιτιστικού υπόβαθρου». Αν δε θέλουμε να αφομοιωθούμε στη χοάνη του παγκόσμιου χωνευτηριού που λέγεται παγκοσμιοποίηση, αν επιθυμούμε να διατηρήσουμε έναν κάποιο ιδιαίτερο και σημαντικό ρόλο σ’ αυτό το μεγάλο χωριό στο οποίο εξελίσσεται ο κόσμος μας, οφείλουμε να στηρίξουμε τη γλώσσα μας και τον πολιτισμό μας.

Γράφει

ο Κώστας Κωσταβασίλης