Όχι πότε αλλά πως πρέπει να ανοίξουν τα σχολεία

Έχοντας φτάσει στα πρόθυρα του Σεπτεμβρίου, σκέφτομαι ότι κανονικά, τώρα, θα έπρεπε να έγραφα για τα σχολεία που, υπό κανονικές συνθήκες, θα ξεκινούσαν εκεί στις 11 Σεπτεμβρίου. Θυμάμαι, σαν και να ‘ταν χτες, τις εκθέσεις που γράφαμε μικροί κάθε αρχή του Σεπτεμβρίου. Είχαν θέματα του τύπου «Ξαναρχίζει το σχολείο» ή «Επιστροφή στα θρανία» ή «Τα αισθήματά μου από την πρώτη μέρα στο σχολείο» και πάει λέγοντας. Ο κορωνοϊός ήρθε να ανατρέψει τις παγιωμένες καταστάσεις στη ζωή μας και, μαζί με όλα τα υπόλοιπα, και αυτή της έναρξης των μαθημάτων στα σχολεία. Ήδη τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές (Κυριακή 30 Αυγούστου απόγευμα), δεν έχει ακόμα ξεκαθαρίσει πότε ακριβώς θα ανοίξουν τα σχολεία. Μάλλον στις 14 του μηνός, όπως ανακοίνωσε προσφάτως ο κυβερνητικός εκπρόσωπος ή μπορεί και νωρίτερα, αν πιστέψουμε τα δημοσιεύματα για το τι εισηγούνται μέλη της επιτροπής των λοιμωξιολόγων, ή μπορεί και πιο αργά, ανάλογα με την πορεία της πανδημίας. Αν και, κατά τη γνώμη μου, όλη αυτή η συζήτηση είναι στη λάθος κατεύθυνση.

Κανονικά δεν θα έπρεπε να μας προβληματίζει το πότε θα ανοίξουν τα σχολεία, αλλά το πώς θα ανοίξουν. Θα έπρεπε να έχει υπάρξει σχεδιασμός ουσιαστικός και πλήρης και αναλυτική ενημέρωση των εκπαιδευτικών και των γονέων. Θα έπρεπε να είχαν  εξεταστεί υποχρεωτικά όλοι οι εκπαιδευτικοί για κορωνοϊό και θα  έπρεπε να είχαν γίνει δειγματοληπτικοί έλεγχοι στο μαθητικό πληθυσμό. Θα έπρεπε να είχε προβλεφθεί αύξηση του αριθμού των αιθουσών για να μειωθούν οι μαθητές ανά τμήμα, παραγγελία μονοθέσιων θρανίων, οριοθέτηση των χώρων προαυλισμού των μαθητών και μαθητριών, έκδοση οδηγιών για τη λειτουργία των κυλικείων, πρόσληψη περισσότερων αναπληρωτών από ό,τι συνήθως (διότι τώρα προσλήφθηκαν αυτοί οι συνάδελφοι που καλύπτουν παγιωμένα κενά και σχεδόν μόνιμες ανάγκες), θα έπρεπε να έχει γίνει κάποια μελέτη για το πώς θα μπορεί να γίνει η διδασκαλία της γλώσσας στα παιδιά των πρώτων τάξεων του δημοτικού, όπου η χρήση του προσώπου και του στόματος είναι αναγκαία. Αντί αυτών έχουμε ανακοινώσεις για ποινές σε όσους δεν τηρήσουν το μέτρο της υποχρεωτικής μάσκας (μόνο στις αίθουσες, όχι στα διαλείμματα), δέσμευση ότι στους μικρότερους μαθητές η πολιτεία θα χορηγήσει παγουράκια και δέσμευση για παροχή των μασκών δωρεάν σε εκπαιδευτικούς και μαθητές, μέσα από τους προϋπολογισμούς των σχολικών επιτροπών. Ταυτόχρονα, έχουμε και μια ανεκδιήγητη προσπάθεια να δικαιολογηθούν τα αδικαιολόγητα από τους υπεύθυνους. Ο εκπρόσωπος της πολιτείας στην ενημέρωση για τον κορωνοϊό, διαπρεπής καθηγητής πανεπιστημίου κατά τα λοιπά, προσπάθησε να εξηγήσει γιατί το να στοιβάξεις 27 μαθητές σε μια αίθουσα σε θρανία των δύο ατόμων είναι πολύ πιο ασφαλές με το να έχεις 15 μαθητές ανά έναν στον ίδιο χώρο. Με σχεδιαγράμματα απέδειξε ότι οι δυο-δυο μαθητές δεν θα στρέφουν το κεφάλι τους δεξιά κι αριστερά και, μένοντας ακίνητοι σε πρόσθια θέση, δεν θα διασπείρουν σταγονίδια. Αν όμως έχουμε λιγότερους και ανά έναν,  τότε θα έχουμε μεγαλύτερη διασπορά. Αυτό τουλάχιστον κατάλαβα εγώ από τα σχεδιαγράμματα και μπορεί να κάνω και λάθος.

Αυτό που εκ των πραγμάτων διαφαίνεται, τόσο από την ανυπαρξία σχεδίου από το υπουργείο, όσο και από τα σχεδιαγράμματα του κυρίου καθηγητή, είναι ότι αυτοί που αποφασίζουν για την εκπαίδευση των παιδιών μας δεν έχουν καμία (κατά πώς φαίνεται) σχέση με τη σχολική πραγματικότητα. Δεν ξέρω πώς διαμορφώνονται οι συνθήκες στα ιδιωτικά σχολεία και τα κολέγια όπου στέλνουν τα βλαστάρια του ς οι πολιτικοί μας ηγέτες, αλλά στο δημόσιο σχολείο προσπαθούμε, εδώ και αρκετό καιρό, να ξεφύγουμε από τη μετωπική διδασκαλία και την αποστήθιση. Το στερεότυπο της υπερυψωμένης έδρας απ’ όπου ο καθηγητής – αυθεντία απευθύνεται δίκην δικτάτορα στους μαθητές που υπάκουα των ακούνε έχει ξεπεραστεί προ πολλού και απορώ, πραγματικά, πώς οι πολιτικοί μας προϊστάμενοι, δεν θυμούνται τα σχολικά τους χρόνια. Στα σχολεία τα δικά μας ο δάσκαλος δεν βλέπει αφ’ υψηλού τους μαθητές και τις μαθήτριές του, παρά στέκεται δίπλα τους, έτοιμος να ανταποκριθεί στις ερωτήσεις και τους προβληματισμούς τους, Δεν κάθεται στην έδρα, παρά σπάνια (άσε που οι περισσότερες έδρες δεν είναι υπερυψωμένες πια και τα καθίσματα των εκπαιδευτικών είναι συνήθως καθίσματα μαθητικών θρανίων), και προσπαθεί είτε στον πίνακα είτε στη βιβλιοθήκη είτε στο εργαστήριο να εφαρμόσει στο μέτρο του δυνατού, νέες μεθόδους διδασκαλίας (πρότζεκτ, ομαδοσυνεργατική μέθοδο κ.λπ.). Αυτά δε γίνονται με αίθουσες 27 μαθητών μετωπικού τύπου διαμορφωμένες ούτε σε κανονικές συνθήκες, πολύ περισσότερο τώρα με τον κορωνοϊό! Μα για πόσο υπανάπτυκτους μπορεί να μας περνάνε τελικά;

Τώρα που το ξανασκέφτομαι, μπορεί και να μην είναι άγνοια. Δεν θα ήθελα να το πιστέψω, αλλά τα σημάδια είναι πολλά και προβληματίζουν. Με πρόσφατη εγκύκλιο επιτρέπεται η συγκρότηση ομάδων μαθητών και μαθητριών που θα προβαίνουν σε αθλητικό αγωνιστικό χορό στις ανάπαυλες των σχολικών αθλημάτων (έτσι ονομάζεται επισήμως το τσιρλίντιγκ). Είχαμε λύσει όλα τα προβλήματα της εκπαίδευσης και αυτό μας μάρανε. Να κάνουμε τα ελληνικά σχολεία μικρά κακέκτυπα αντίγραφα των αμερικάνικων; Γιατί, μέσα από τέτοιες κινήσεις, δεν αντιγράφουμε τα όποια θετικά των αμερικανών, αλλά μια νοοτροπία αρνητική που έχει αμφισβητηθεί από πολλούς διανοητές κυρίως στις ΗΠΑ. Αυτό που οι ίδιοι οι αμερικανοί προσπαθούν να αλλάξουν δε μπορεί να ερχόμαστε εμείς και να το υιοθετούμε άκριτα. Εκτός αν δεν έχουμε ιδέα για το τι σχολείο θέλουμε να φτιάξουμε. Γιατί το να μη μας ενδιαφέρει, δεν θέλω ούτε να το φανταστώ.

Κώστας Κωσταβασίλης