Όνειρο Προεκλογικής Θερινής Νύχτας

Παρακολουθούσα χθες τη λογομαχία (ντημπέητ επί το ελληνικότερον) των πολιτικών μας αρχηγών, εν όψει των εθνικών εκλογών της 7ης Ιουλίου και, ομολογώ, ξαφνιάστηκα! Καταρχάς δεν είχε τίποτε από τους καθιερωμένους παράλληλους μονολόγους των αρχηγών που έχουμε συνηθίσει να ονομάζουμε ντημπέητ τα τελευταία χρόνια. Έβλεπα τον κ. Τσίπρα, τον κ. Μητσοτάκη, την κα Γεννηματά, τον κ. Κουτσούμπα, τον κ. Βαρουφάκη και όλους τους υπόλοιπους να ακούνε υπομονετικά ο ένας τον άλλο, να περιμένουν ευγενικά να τελειώσει την επιχειρηματολογία του ο συνομιλητής τους και κατόπιν να διαφωνούν κόσμια και να συζητούν αναζητώντας κάποια τομή στις διαφορετικές απόψεις που κατέθεταν για τα πολιτικά ζητήματα που αφορούν τον τόπο. Προπάντων με εντυπωσίασε το γεγονός ότι υπήρχε μια ειλικρινής (κατά τα φαινόμενα) διάθεση να βρεθούν λύσεις στα χρονίζοντα προβλήματα αυτού του τόπου, κυρίως σε ό,τι αφορά την ανάπτυξη, την Παιδεία και την εξωτερική πολιτική.

Θα μου πείτε ότι κάτι τέτοιο αποτελούσε τη λογική κατάληξη ενός συντονισμένου και υψηλού πολιτικού επιπέδου προεκλογικού αγώνα όλων των κομμάτων, σε μια αρκετά σύντομη προεκλογική περίοδο, στην οποία, όμως, τα κόμματα κατέθεσαν προτάσεις για τα μείζονα ζητήματα που απασχολούν την Ελλάδα και τον ελληνισμό, προέβησαν σε ουσιαστικό διάλογο με στόχο να υπάρξει πεδίο κοινής συνεννόησης για τα προβλήματα των πολιτών και άφησαν τους μικροκομματισμούς  κατά μέρος. Αλλά το πιο εντυπωσιακό ήταν οι δημοσιογράφοι! Αχ αυτοί οι δημοσιογράφοι!! Με ερωτήσεις στοχευμένες, ολιγόλογες και σαφείς, εκπροσωπούσαν τον απλό κόσμο, εμάς δηλαδή, τους ψηφοφόρους,  φέρνοντας σε αρκετές περιπτώσεις σε δύσκολη θέση τους αρχηγούς, δεδομένου ότι απαιτούσαν πραγματικές απαντήσεις στις ερωτήσεις τους. Εννοείται ότι καμιά ερώτηση δεν είχε δοθεί εκ των προτέρων σε κανέναν, κι έτσι οι απαντήσεις ήταν άμεσες και ειλικρινείς.

Θαύμασα ειλικρινά την αποφασιστικότητα των ηγετών των δύο μεγάλων κομμάτων όσον αφορά την ανάγκη να σχεδιαστεί κοινά αποδεκτή πολιτική στα εξωτερικά και την Παιδεία. Μου φάνηκε ότι ξαφνικά είχαν βρει Θεού φώτιση και κατάλαβαν το αυτονόητο, ότι δηλαδή χωρίς εθνική πολιτική για την Εκπαίδευση δεν υπάρχει πιθανότητα ανάπτυξης και χωρίς κοινά σχεδιασμένη πολιτική για τα εξωτερικά δε πρόκειται κανείς να μας παίρνει στα σοβαρά στο μέλλον.  Συγκινήθηκα ιδιαιτέρως με την απλότητα με την οποία διατύπωναν τις θέσεις τους οι ηγέτες μας, έτσι ώστε να γίνονται άμεσα κατανοητοί και αντιληπτοί από κάθε πολίτη, στον οποίο όφειλαν και οφείλουν να λογοδοτούν πριν από κάθε εκλογή. Δεν υπήρξε καμία προσπάθεια αποφυγής κάποιας απάντησης και σε καμία περίπτωση κανείς δεν κατέφυγε σε στρεψοδικίες και πλατειασμούς. Όσοι παρακολουθήσαμε το ντημπέητ αυτό μπορούσαμε να καταλάβουμε ποια θα είναι η πολιτική που θα ακολουθήσει κάθε κόμμα αμέσως μετά τις εκλογές, χωρίς να φοβόμαστε ότι άλλο ψηφίζουμε κι άλλο θα μας ξημερώσει.

Το πρωί, ενθουσιασμένος έτρεξα να δω τι έλεγαν οι εφημερίδες και οι δημοσιογραφικοί ιστότοποι και τα σχετικά ιστολόγια για το μοναδικό αυτό ντημπέητ. Προς έκπληξή μου δε γράφανε τίποτε! Τουναντίον κάθε εφημερίδα ή ιστολόγιο έριχνε τις ευθύνες σε πολιτικό αντίπαλης προς τη δική του παράταξης για το ότι δεν έγινε καν τηλεμαχία των πολιτικών αρχηγών! Απόρησα. Μα τι στο καλό έβλεπα εγώ σχεδόν όλο το βράδυ; Συζητώντας το με την οικογένειά μου, με ενημέρωσαν ότι  κοιμόμουν του καλού καιρού και ονειρευόμουν όνειρα θερινής νυκτός! Οποία απογοήτευση! Με κατέλαβε κάποια θλίψη, οφείλω να ομολογήσω, καθώς αναρωτιόμουν πού θα μπορούσε να είχε φτάσει η πατρίδα μας αν έστω και για λίγο οι πολιτικοί μας στεκόντουσαν στο ύψος των περιστάσεων και παραμέριζαν εγωισμού, φτηνές πολιτικάντικες πρακτικές και περιχαρακώσεις. Αν κυριαρχούσαν ο πατριωτισμός και οι εθνική συνεννόηση, ο ορθολογικός σχεδιασμός και η ειλικρινής ενημέρωση των πολιτών, ώστε αυτοί με καθαρό μυαλό και κριτική ματιά να αποφασίσουν θετικά τι θα πρέπει να ψηφίσουν στις εκλογές. Αν είχαν εγκαταλειφθεί η πατρωνία και οι μικροεξυπηρετήσεις, η διαπλοκή και οι μεγαλοεξυπηρετήσεις, η καρεκλοθηρεία και η υποσχεσιολογία.

Προσγειώθηκα στην απτή πραγματικότητα και συμβιβάστηκα με το παρόν. Ζούμε, δυστυχώς μια εποχή όπου η διάθεση για κοινή λογική και διάλογο έχει εκλείψει, όπου κυριαρχούν οι κραυγές και ο καταγγελτικός λόγος, όπου κριτήριο της ψήφου δεν είναι η θετική ορθολογικά κριτική στάση απέναντι στα προγράμματα των κομμάτων, αλλά η απογοήτευση, η τιμωρητική διάθεση, η αγανάκτηση και η πρόθεση ρεβανσισμού. Δεν προσφέρει όμως καμία υπηρεσία  στον τόπο μια τέτοια πρακτική. Οι πολιτικοί μας οφείλουν να δώσουν πρώτοι το παράδειγμα της λογικής και της συνεννόησης αν θέλουν να πάμε πράγματι μπροστά. Είναι διατεθειμένοι να το κάνουν; Τα φαινόμενα δείχνουν πως όχι. Κι αυτό είναι ανησυχητικό.