Ψωμί (;) – Παιδεία (;) – Ελευθερία (;)

Είναι γνωστή σε όλους νομίζω η κινέζικη παροιμία που λέει ότι αν δώσεις σε κάποιον ένα ψάρι θα χορτάσει την πείνα του μόνο για μια μέρα, ενώ αν τον μάθεις να ψαρεύει θα μπορεί να βρίσκει φαγητό ώστε να μην πεινάει, τουλάχιστον για όσον καιρό θα μπορεί να ψαρεύει. Κανείς όμως δεν τόνισε, κατά την άποψή μου, το πραγματικό νόημα που κρύβει το σοφό αυτό απόφθεγμα των κινέζων. Έχω την εντύπωση ότι δεν θα έπρεπε να στραφούμε τόσο στο ψάρεμα, όσο στην εκμάθηση της τεχνικής που υπονοεί η παροιμία. Αν το κάνουμε αυτό, τότε θα διαπιστώσουμε ότι οι συμβολισμοί μας οδηγούν σε μια παραγνωρισμένη στις μέρες μας παράμετρο της οικονομίας, που είναι η μόρφωση, η γνώση και η τεχνογνωσία, μ’ άλλα λόγια δηλαδή, η εκπαίδευση. Πιστεύω ότι μια προσεκτική ανάγνωση του αποφθέγματος θα μας οδηγούσε στο συμπέρασμα ότι η πιο παραγωγική επένδυση για ένα κράτος σε τροχιά ανάπτυξης είναι η επένδυση στην Παιδεία, τόσο τη γενική, όσο (και πιο κύρια) και την τεχνολογική.

Αν για παράδειγμα μάθουμε στη νεολαία μας να είναι δημιουργική και παραγωγική, αν διαμορφώσουμε όχι μόνο καταρτισμένους επιστήμονες αλλά και ικανούς τεχνικούς, επινοητικούς αγρότες, μορφωμένους κτηνοτρόφους με γνώσεις όχι μόνο εμπειρικές ή απλώς σχετικές με το αντικείμενό τους, αλλά με αντίληψη για τη σύγχρονη και διεθνή πρακτική ως προς την οικονομία και την ανάπτυξη, κι αν αυτό το συνδυάσουμε με την δημιουργία και την εγκατάσταση των κατάλληλων υποδομών, θα μπορούμε να είμαστε αρκετά βέβαιοι ότι ο τόπος μας θα προοδεύσει και θα μπορέσουμε να ξεφύγουμε από την πολύπλευρη κρίση την οποία βιώνουμε.

Αυτά όλα όμως προϋποθέτουν πολιτική βούληση και οικονομική ενίσχυση. Απαιτούν υλικοτεχνική υποδομή, καταρτισμένο διδακτικό προσωπικό, ουσιαστική συμμετοχή των γονέων στη διαδικασία της εκπαίδευσης, αποκεντρωμένες λειτουργίες, ώστε να συνδεθεί η εκπαιδευτική διαδικασία με τις τοπικές ανάγκες και δασκάλους που θα μπορούν να εργάζονται απερίσπαστοι από τα άγχη της καθημερινής επιβίωσης. Απαιτούν θεσμούς συνεχούς κατάρτισης και μετεκπαίδευσης, αξιοκρατικής αξιολόγησης διδασκόντων και διδασκομένων αλλά και των στελεχών της εκπαίδευσης, ενίσχυσης και αναβάθμισης της τεχνολογικής εκπαίδευσης, προώθησης της έρευνας και της κριτικής σκέψης κι όχι της απομνημόνευσης, βοήθειας των πιο αδύναμων μαθητών στα πλαίσια της δημόσιας εκπαίδευσης κ. ο. κ.

Η επέτειος της 17 Νοέμβρη με όλες τις αντιξοότητες μέσα στις οποίες θα πρέπει να την τιμήσουμε (απαγόρευση πορείας, μέτρα κατά του κορωνοϊού, υπερβάλλων ζήλος του ΥΠΡΟΠΟ) μας υπενθυμίζει το αίτημα για ένα συνδυασμό μόρφωσης – γνώσης και ικανοποιητικών συνθηκών ζωής που εξασφαλίζουν συνθήκες ουσιαστικής ελευθερίας στον μέσο άνθρωπο (κι όχι μόνο κατ’ ανάγκη στον Έλληνα).

Στις συνθήκες υπό τις οποίες πρωτοειπώθηκε, το σύνθημα που εκτοξεύθηκε τότε, για πρώτη φορά, από τα εξεγερμένα νιάτα, «ΨΩΜΙ, ΠΑΙΔΕΙΑ, ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ», συμβόλιζε ακριβώς αυτό το όραμα για αλλαγή, για μετασχηματισμό της κοινωνίας, από κάτι που δεν επέτρεπε την ελεύθερη έκφραση, την ελεύθερη βούληση, την ανεξάρτητη και αυτόνομη κρίση, σε μια κοινωνία που θα στήριζε την ελευθερία των πολιτών της σε μια ελεύθερη αντίληψη, με βάσεις που θα διαμορφώνονταν μέσα από μιαν ακηδεμόνευτη Παιδεία, η οποία, με τη σειρά της, θα βασιζόταν σε ένα υψηλό βιοτικό επίπεδο που θα εξασφάλιζε για όλους τους πολίτες της η ελεύθερη, πλέον, Πολιτεία. Η Παιδεία αυτή θα έπρεπε να στηρίζεται στην ανάπτυξη κριτικής ικανότητας, την στροφή στο συνάνθρωπο, τη διαμόρφωση ανεξάρτητης αλλά συνάμα ισχυρής εθνικής συνείδησης που δεν θα φοβόταν το διαφορετικό αλλά θα το αποδεχόταν ενσωματώνοντάς το.

Η συνέχεια, τόσο σε πολιτικό επίπεδο, όσο και σε εκπαιδευτικό δεν δικαίωσε τις προσδοκίες όσων περίμεναν κάτι διαφορετικό από τη γενιά του Πολυτεχνείου. Η Παιδεία, παρά τις διαρκείς και συνεχώς αναδεικνυόμενες δήθεν «μεταρρυθμίσεις» εξακολουθεί να υπηρετεί ένα εξεταστικοκεντρικό σύστημα, όπου τίποτε δεν έχει αλλάξει εδώ και 35 με 40 χρόνια, όσον αφορά τις υποδομές και τους στόχους της Παιδείας, στηρίζοντας μια ατομικιστική αντίληψη για την επιτυχία, όπου ο στόχος του μαθητή δεν είναι να μάθει να συνεργάζεται με το διπλανό του για την επιτυχία ενός στόχου, αλλά να πατάει, αν χρειαστεί, επί πτωμάτων προκειμένου να επιτύχει το στόχο του, που δεν είναι άλλος από την εισαγωγή στο Πανεπιστήμιο, το οποίο πλέον δεν μπορεί ούτε να εξασφαλίσει με σιγουριά ένα καλοπληρωμένο επάγγελμα όπως άλλοτε.

Στην κορυφή του παγόβουνου αυτού στέκονται οι δάσκαλοι και καθηγητές, οι οποίοι βιώνουν το πρόβλημα πολλές φορές με τη διπλή ιδιότητα του εκπαιδευτικού και του γονέα, που θέλουν να μπορούν να ζουν με αξιοπρέπεια από τη δουλειά τους, που επιθυμούν να την εξασκούν ως λειτούργημα, ακόμα και σε πρωτόγνωρες συνθήκες μακριά από το φυσικό χώρο του σχολείου, χωρίς επαρκή σχετική επιμόρφωση ή και στήριξη σε υλικοτεχνική υποδομή που αναλαμβάνουν ωστόσο να φέρουν εις πέρας ένα εξαιρετικά δύσκολο έργο υπό τις συνθήκες που περιγράψαμε προηγουμένως. Παράλληλα όλοι αυτοί οι δάσκαλοι βιώνουν την απαξίωση του έργου τους και την αδιαφορία για τα προβλήματά τους (τα οποία σημειωτέον δεν είναι μόνο δικά τους, αλλά αφορούν το σύνολο της κοινωνίας, όπως αποδείξαμε πιο πάνω). Δείχνει αυτό ότι είμαστε δέσμιοι ακόμα της λογικής όχι να μάθουμε στους πολίτες να ψαρεύουν, αλλά να τους δίνουμε κομματάκια αφρόψαρων να γλύφουν, ώστε να συνεχίζουν να είναι έρμαιοι των πάσης φύσεως υποσχέσεων. Πόσο μπορεί να κρατήσει ακόμα αυτό το παιχνίδι; Οι πολίτες καλούνται να δώσουν την απάντηση.

Κώστας Κωσταβασίλης