Χριστούγεννα κι Ελληνικότητα

christmas1Γράφει ο ΚΩΣΤΑΒΑΣΙΛΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ
Κάθε φορά που έρχονται οι γιορτές των Χριστουγέννων, δεν μπορώ να συγκρατήσω μια αίσθηση νοσταλγίας, καθώς θυμάμαι τα παιδικά μου χρόνια, χριστουγεννιάτικες μέρες σαν και τώρα, σε μιαν Άρτα αρκετά διαφορετική από τη σημερινή, με όλα τα θετικά και τα αρνητικά που αφήνει πίσω του ο χρόνος και «του καιρού τ’ αλλάματα π’ αναπαημό δεν έχου/ μα στο καλό κι εις το κακό περιπατούν και τρέχου». (Β.Κορνάρου, Ερωτόκριτος). Θυμάμαι την Άρτα αρκετά πιο μικρή, σαφώς πιο εύκολη να την τριγυρίσεις όλη περπατώντας. Φέρνω στη μνήμη μου τις αναμνήσεις από τις προετοιμασίες για τα κάλαντα, όταν όλα τα παιδιά συναγωνιζόμασταν ποιος θα ξεκινήσει νωρίτερα από όλους τους άλλους για να πει τα κάλαντα, την παραμονή των Χριστουγέννων, ώστε να εξοικονομήσει καλύτερο χαρτζιλίκι, τις οσμές από τα φρεσκοψημένα μελομακάρονα, αφού δεν υπήρχαν τότε οι τεράστιες ποικιλίες του σήμερα και οι νοικοκυρές στην πλειοψηφία τους έφτιαχναν τα γλυκά των Χριστουγέννων στο σπίτι, τις εικόνες από τις βόλτες στην οδό Σκουφά και το χάζεμα στις βιτρίνες των καταστημάτων, που ετοιμάζονταν για τα χειμερινά ψώνια. Ξαναθυμάμαι τις μέρες εκείνες που δεν μας ένοιαζε να ξοδέψουμε ή να επιδειχθούμε για να γιορτάσουμε τα Χριστούγεννα, αρκεί να ήμασταν όλοι μαζί, συγγενείς και φίλοι, οικογένειες ενωμένες μετά από καιρό με δικούς μας ανθρώπους που έρχονταν από μακριά για να κάνουμε όλοι μαζί Χριστούγεννα. Γυρίζω έτσι νοερά στο παρελθόν και δεν μπορώ να μην παρατηρήσω τη διαφορά που υπάρχει σε σχέση με το σήμερα.
Κάποτε γιόρταζαν Χριστούγεννα. Έπειτα ήρθε το εμπόριο και τα αλλοτρίωσε· έκανε εμπορικό πάρτι τη γιορτή, απομυθοποίησε τα όνειρα, μετέτρεψε σε μια ακόμα ευκαιρία επίδειξης τη μεγαλύτερη ευκαιρία για μέθεξη στη μυσταγωγία. Τα δώρα, τα ψώνια, τα ταξίδια σε άλλους τόπους μακρινούς έγιναν της γιορτής ο μόνος κι άχαρος σκοπός. Έγινε η γιορτή απόδραση, λες σαν φυλακισμένων, προς τα βουνά, στα χιόνια, σ᾿ άλλους λαούς και τόπους. Η οικογένεια κατάντησε «το σπίτι των ανέμων».
Σήμερα που η Ευρώπη καθιερώνει παγκόσμιες ημέρες για τα πιο απίστευτα πράγματα, στέκεται αδιάφορη και επιτρέπει στον καταναλωτισμό και την αδιαφορία του ατομικισμού να υποβαθμίζουν τη μόνη άξια τιμής ημέρα, δηλαδή αυτή της Γέννησης του Χριστού. Έτσι, μέσα στο περιβάλλον της κρίσης μας οδηγούν στο να αντιμετωπίζουμε τη γιορτή των Χριστουγέννων σαν κάτι το επιβαρυντικό, εφόσον δεν μπορούμε πλέον να συμμετέχουμε στον ορυμαγδό της κατανάλωσης με τον οποίο είχαμε συνηθίσει να ζούμε όλα αυτά τα χρόνια. Όμως η ραγδαίως εξελισσόμενη αυτή αρνητική ατμόσφαιρα αποτελεί το καταλληλότερο περιβάλλον για να ανακαλύψουμε τα αληθινά Χριστούγεννα. Είναι πλεονέκτημα να ζει κανείς σ’ αυτή τη δραματική καμπή της ιστορίας. Κι αυτό διότι δυσκολότερα σ᾿ αυτές τις συνθήκες θα αποπροσανατολισθούμε, και φυσικότερα θα κινηθούμε στο βάθος και την ουσία της γιορτής. Ευκολότερα πλέον θα μπορέσουμε να απαλλαγούμε από τον επιδερμικό εορτασμό των φωταψιών και των εδεσμάτων, και θα αναζητήσουμε το αληθινό «φως το της γνώσεως» που ανατέλλει από το Σπήλαιο της Βηθλεέμ.
Με τη βοήθεια του «φωτός» αυτού θα μπορούσαμε να ανακαλύψουμε ότι η γιορτή των Χριστουγέννων αναδεικνύει την επιτομή των αρετών του σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού. Βαθύτατα ανθρωπιστικός, με έμφυτα τα χαρακτηριστικά της απόδοσης δικαίου και της συμπαράστασης στον αδύναμο, ο σύγχρονος ελληνικός πολιτισμός μπορεί να θεωρηθεί ότι υπακούει στη βασική αρχή των Χριστουγέννων που είναι η αλληλοϋποστήριξη και η προσφορά προς τον συνάνθρωπο, όπως περίπου την προσδιόρισε και ο Χριστός με την επιλογή Του να γεννηθεί σε μια ταπεινή φάτνη μέσα σε έναν στάβλο. Οι Έλληνες, λοιπόν, έχουμε το μεγάλο προνόμιο να είμαστε κληρονόμοι μιας μεγαλειώδους πολιτιστικής συνθέσεως: του Ελληνισμού και του Χριστιανισμού. Οι δύο αυτές αξίες αναπτύχθηκαν σε μεγάλο βαθμό και συγχωνεύτηκαν κατά τη μακραίωνη κοινή ιστορική πορεία του ελληνικού έθνους. Έτσι δημιουργήθηκε ο ελληνοχριστιανικός πολιτισμός, ο οποίος αποτελεί και το υπόστρωμα του σύγχρονου παγκόσμιου πολιτισμού.
Υποστηρίζουν πολλοί πως ελληνικό είναι μόνο ό,τι προέρχεται απευθείας από την αρχαιότητα και πως ο χριστιανισμός αλλοίωσε (αν δεν κατέστρεψε ολοσχερώς) το βαθύ ανθρωπιστικό πνεύμα της αρχαιότητας. Εκτιμώ ότι δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα αυτή η άποψη. Η ιστορική πραγματικότητα στηρίζει με σχετική βεβαιότητα το γεγονός ότι τρεις φωτισμένες προσωπικότητες, με ελληνική κατάρτιση και φιλοσοφικές σπουδές σε αρχαιοελληνικά φημισμένα κέντρα (Αθήνα και Αντιόχεια)αντιλήφθηκαν τις δυνατότητες που αναδείκνυε η αρχαιοελληνική σκέψη, αν συνδυαζόταν με το χριστιανικό πνεύμα αγάπης και αλληλεγγύης προς το συνάνθρωπο. Με την ανακάλυψή τους αυτή έγιναν ουσιαστικά ανανεωτές της αρχαίας ελληνικής σοφίας. Χάρη σ’ αυτούς πήρε καινούριο νόημα αυτή κι έκανε νέο ξεκίνημα όταν ξαναζυμώθηκε με την ιερή σοφία της χριστιανικής Αποκαλύψεως. Είναι οι Τρεις μεγάλοι Ιεράρχες που ένωσαν ξανά και συνταίριασαν σε μια αρμονική ενότητα το αρχαίο ελληνικό και το χριστιανικό Ιδανικό. Δίκαια λοιπόν αναγνωρίστηκαν θεμελιωτές και πρωτοπόροι ενός καινούριου πολιτισμού, ο οποίος θα είναι πιο πλήρης, πιο ολοκληρωμένος και πιο πλούσιος από όποιον άλλο και γι’ αυτό το λόγο δυσμετάβλητος και πάντα ικανός να αντέξει κάθε επίθεση, κάθε επιβουλή. Είναι ο Πολιτισμός που μέχρι σήμερα προκαλεί το ενδιαφέρον και το θαυμασμό σε κάθε γωνιά της γης. Είναι ο δικός μας Ελληνικός και χριστιανικός πολιτισμός, με τη στροφή προς τον άνθρωπο, την απόρριψη του καθαρά υλιστικού τρόπου ζωής
Γι’ αυτό, όταν πλησιάζουν οι μέρες για τα κάλαντα, τις όμορφες ιστορίες γύρω από το τραπέζι, την επανασύνδεση των αγαπημένων και την αποχή από τη βία, συγκινούμαι και φαντάζομαι ότι όλοι (άλλος λιγότερο άλλος περισσότερο)θα αναζητήσουν το πραγματικό νόημα αυτών των γιορτών που συνιστούν και μια επιστροφή στην ελληνικότητά τους. Ας μην αφήσουμε την ευκαιρία να πάει χαμένη!!