Skip to content

Αν οι θεατρικές ομάδες του «Μακρυγιάννη» και των «Υφο-ποιών» επέλεξαν έργα από τη σύγχρονη γαλλική δραματουργία, για τις φετινές τους παραστάσεις, η ομάδα της ΑΘΟΑ ταξιδεύει νοτιότερα, στην ιταλική χερσόνησο με ένα έργο από την ιταλική θεατρική παραγωγή των μέσων του 20ου αιώνα. Η παράσταση «Αχ αυτά τα φαντάσματα» του Εντουάρντο Ντε Φίλιππο αποτέλεσε την κορύφωση μιας περιόδου έντονης θεατρικής δημιουργίας στην περιοχή μας με παραστάσεις υψηλού επιπέδου σε έργα αριστουργηματικά και χαρακτηριστικά δείγματα ποιοτικού ρεπερτορίου. Ο Ντε Φίλιππο (γνωστός και από την άλλη μεγάλη επιτυχία του «Φιλουμένα Μαρτουράνο»), χρησιμοποίησε το είδος της κωμωδίας για να μιλήσει για πανανθρώπινες αλήθειες. Ο ίδιος είχε πολύ δύσκολη παιδική ηλικία. Όταν ανακάλυψε σε ηλικία έντεκα χρόνων ότι στα χαρτιά εμφανιζόταν ως παιδί αγνώστου πατρός, ολόκληρη η ζωή του άλλαξε. Ο ίδιος βίωσε την κοινωνική απόρριψη και τον αποκλεισμό και μεγαλούργησε δίνοντας σάρκα και οστά στον πόνο του μέσα από τα θεατρικά του έργα. Έχοντας έρθει σε επαφή με ανθρώπους αφορισμένους από το ευρύτερο κοινωνικό σύστημα ο Ντε Φιλίππο έπλασε τα δημιουργήματά του με περισσή φροντίδα, τοποθετώντας τα απέναντι στις αδυναμίες και τις αμαρτίες τους, προικίζοντάς τα ταυτόχρονα με ελπίδα. Η πιο σημαντική γραμμή των τάσεων του, κινείται σε μια κατεύθυνση παραμορφώνοντας οπτικά την ίδια την ζωή. Σε αυτό το σημείο το κωμικό και το τραγικό στοιχείο διαπλέκονται αδιάρρηκτα και η ενδεχόμενη ρεαλιστική λεπτομέρεια, με μια ικανότητα σχεδόν αλάνθαστη, επαναφέρεται στο υπαρξιακό καλούπι που την προσδιόρισε.

Το έργο «Αχ αυτά τα φαντάσματα» θεωρείται ένα από τα αριστουργήματα του συγγραφέα και δικαιολογημένα, διότι δεν είναι απλή κωμωδία, είναι μια σπουδή πάνω στην ανθρώπινη απληστία και στον εγωισμό, πάνω στα ποταπά στοιχεία του ανθρώπινου χαρακτήρα που μας απομονώνουν και βγάζουν μπροστά το χειρότερο εαυτό μας. Το έργο αποτελεί αντανάκλαση των σκληρών βιωμάτων του συγγραφέα, αντίδραση ουσιαστικά σε έναν κόσμο φαιδρό και σκληρό, αφήνοντας κάποια περιθώρια αμφιβολίας γύρω από το τι ακριβώς συμβαίνει στη συνείδηση του κεντρικού ήρωα: αν δηλαδή έχουμε να κάνουμε με ένα κυνικό αμοραλιστή, ένα κάθαρμα που εκμεταλλεύεται τη γυναίκα του ή με έναν φουκαρά και ταλαίπωρο άνθρωπο που, μην έχοντας πια από πού αλλού να πιαστεί και σε τι άλλο να ελπίσει, απλώς εθελοτυφλεί. Εκτός αν συμβαίνει κάτι ανάμεσα στα δύο.

Ο Πασκουάλε, όπως ονομάζεται ο κεντρικός ήρωας, έχει εγκατασταθεί σ’ ένα σπίτι που έχει τη φήμη ότι είναι στοιχειωμένο και ότι διάφορα φαντάσματα κυκλοφορούν μέσα κι έξω απ’ αυτό. Η φήμη ενισχύεται από το γεγονός ότι κανείς ένοικος του σπιτιού δεν έχει κατορθώσει να παραμείνει σ’ αυτό για μεγάλο χρονικό διάστημα, ενώ η θυρωρός έχει πάθει νευρικό κλονισμό από κάτι που μάλλον είδε εκεί. Ο ήρωας, αν και ισχυρίζεται πως δεν πιστεύει στα φαντάσματα, φαίνεται να πείθεται ότι κάτι περίεργο συμβαίνει με το σπίτι. Όταν, λοιπόν, αρχίζει να αισθάνεται έναν άντρα να μπαινοβγαίνει στην κρεβατοκάμαρά του, ο νους του δεν πάει σε κάτι πονηρό και δεν υποψιάζεται ότι η γυναίκα του μπορεί να έχει εραστή. Πιστεύει πως έχει να κάνει με τις μεταφυσικές παρουσίες του σπιτιού, με ένα καλόκαρδο φάντασμα που τον προστατεύει και φροντίζει το σπίτι του. Η πεποίθηση αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι το φάντασμα φροντίζει να τον προμηθεύει με μπόλικα χαρτονομίσματα που αρχίζουν να εμφανίζονται ξαφνικά στις μέχρι τότε αιωνίως άδειες τσέπες του. Το ερώτημα που παραμένει ως το τέλος είναι αν ο Πασκουάλε γνωρίζει την ύπαρξη εραστή ή αγνοεί και στρουθοκαμηλίζει για να έχει την τσέπη του διαρκώς γεμάτη και τη σύζυγό του ικανοποιημένη.

Το έργο, από τη στιγμή που συνειδητά κινείται ανάμεσα σε δύο επίπεδα και «παίζει» με τις βεβαιότητες και τις αμφιβολίες του θεατή, χρειάζεται προσεκτική σκηνοθεσία, πολύ περισσότερο που διαθέτει ορισμένους χαρακτήρες που εύκολα μπορεί να ξεφύγουν και να μετεξελιχθούν σε καρικατούρες. Ο Σωτήρης Σαρλής καταφέρνει με μαεστρία να ξεφύγει από την παγίδα αυτή. Βαθύς γνώστης της δραματουργίας, επιλέγει να τονίσει την αμφιβολία με ένα εισαγωγικό ιντερμέδιο βωβών προσώπων που αποτελεί τη βάση της μεταφυσικής ιστορίας που συνοδεύει το σπίτι. Έτσι ο θεατής αποκτά οπτική εμπειρία με το γεγονός και αρχίζει να αναρωτιέται για το τι υπάρχει στην πραγματικότητα και τι όχι. Το «παιχνίδισμα» αυτό ενισχύεται περισσότερο με το εύρημα των τριών βωβών προσώπων με κουκούλες που ενσαρκώνουν πιθανότατα τις ερινύες που κατατρύχουν τους ήρωες του έργου, αλλά και με την επιλογή του έντονα λευκού μακιγιάζ στο πρόσωπο των προσώπων που εμπλέκονται στην εξέλιξη του έργου, αλλά δεν είναι εκείνα με τα οποία έρχεται σε άμεση επαφή ο ήρωας. Στο πλαίσιο αυτό, η καθοδήγηση των ηθοποιών γίνεται με το αρμόζον μέτρο και την απαιτούμενη πειθαρχία.

Οι ηθοποιοί ανταποκρίθηκαν πληρέστατα στις δυσκολίες αλλά και τις απαιτήσεις του έργου. Οι νεαρές Μυρτώ Καραγιώργου, Δάφνη Γιώτη και Μελίνα Τσαμπά, ως καλυμμένες εκπρόσωποι της Νέμεσης, ανταποκρίνονται με σοβαρότητα και το απαιτούμενο μυστήριο, ειδικά όταν περιφέρονται μεταξύ των θεατών. Ο Δημήτρης Ντιβέρης και η Κατερίνα Νάκου, ως βωβοί εραστές της εισαγωγικής σκηνής καταφέρνουν να αποδώσουν μόνο με την κίνηση και τις εκφράσεις του προσώπου τόσο το ερωτικό πάθος όσο και τον πόνο της τελικής τιμωρίας τους.

Στους γυναικείους ρόλους, η Νατάσα Σούλη, ως Αρμίδα, σύζυγος του «φαντάσματος» – εραστή Αλφρέντο, αποδίδει με τραγική κωμικότητα μια γκροτέσκα περσόνα που έχει οδηγηθεί ως τα πρόθυρα της αυτοκτονίας από τη σχέση της με το σύζυγό της. Η Βάγια Αλέξη, ως σύζυγος του Πασκουάλε, Μαρία, ακροβατεί με επιτυχία, όπως αρμόζει στο ρόλο της, ανάμεσα στην υποχρέωση μιας καλής καθολικής ιταλίδας συζύγου και την επιθυμία μιας ερωτευμένης (κατά τα φαινόμενα) γυναίκας. Τόσο οι σιωπές, όσο και οι εξάρσεις της , δείχνουν θεατρική ωριμότητα. Η Ζηνοβία Μήτση, ως αλλοπαρμένη αδερφή του θυρωρού, Καρμέλα, αποδίδει έναν ιδιαίτερο ρόλο με την απαιτούμενη σοβαρότητα που οδηγεί στην κωμική κορύφωση με απόλυτη επιτυχία. Συν τοις άλλοις αναδεικνύει και εξαιρετικές φωνητικές ικανότητες.

Στους ανδρικούς ρόλους, ο Αγαθάγγελος Σημαντήρης ως δεύτερος αχθοφόρος που μεταφέρει τις αποσκευές του Πασκουάλε, αναδίδει την καθημερινή φιγούρα του επαγγελματία με την απαιτούμενη φυσικότητα και απλότητα. Ο Λάμπρος Μπαβέτσιας, ως επικεφαλής αχθοφόρος, εκπέμπει όχι μόνο την απλότητα και την επαγγελματική ευσυνειδησία του, αλλά και την φυσική και απαιτούμενη εκ των πραγμάτων περιέργεια που βοηθάει στην εξέλιξη του έργου. Ο Μίμης Σκορίλας, ως θυρωρός Ραφαέλε, αποτυπώνει εύστοχα με την κίνηση αλλά και τις εκφράσεις του τον τύπο του μικροαπατεώνα που εκμεταλλεύεται τις περιστάσεις για να τα φέρει βόλτα όσο καλύτερα μπορεί. Η αντίδρασή του στη συναλλαγή του με τον κεντρικό ήρωα είναι δείγμα ώριμης θεατρικής δουλειάς. Ο Γιώργος Παπαδόπουλος, ως Γκαστόνε, κουνιάδος του «φαντάσματος» – εραστή, μας καθιστά οικείο έναν σχετικώς ξένο για τα νεοελληνικά δεδομένα χαρακτήρα και ισορροπεί με άνεση επαγγελματία ηθοποιού μεταξύ των συναισθηματικών μεταπτώσεων του ήρωα. Ο Χρήστος Μπατσής, ως Αλφρέντο, «φάντασμα» του σπιτιού και εραστής της Μαρίας, κινείται με υποκριτική μαεστρία στους δύσκολους δρόμους ενός ρόλου που αιωρείται ανάμεσα στο φυσικό και το μεταφυσικό, την ένταση του πάθους και το ρεαλισμό της καθημερινότητας. Ο Σωτήρης Σαρλής, ως κεντρικός ήρωας Πασκουάλε, δίνει μια απαράμιλλη ερμηνεία που αναδεικνύει την αβεβαιότητα για το χαρακτήρα του.

Τα δύο παιδιά, Μυρτώ Καραγιώργου και Θωμάς Δημάκας είναι πειστικότατα στο ρόλο τους.

Τα σκηνικά και τα κοστούμια της Αρτέμιδος Αγαθοπούλου, υπηρετούν με συνέπεια τη σκηνοθετική οπτική και την εξέλιξη του έργου, οι φωτισμοί του Βαγγέλη Νέτη συμβάλλουν στην τελική εικόνα ενώ η μουσική σε επιμέλεια Αγαθάγγελου Σημαντήρη, αναδεικνύει τα συναισθήματα της κάθε σκηνής. Είναι μια παράσταση που καλό θα ήταν να τη δει κάθε αρτινός!