Τύπος, Λογοκρισία και Ελευθερία της Γνώμης

Δεν πήρε όσο μεγάλη διάσταση θα του άξιζε ίσως το θέμα της λογοκρισίας του κειμένου που θα δημοσίευε η κα Έλενα Ακρίτα στα «Νέα» της προηγούμενης Παρασκευής.  Όπως ανακοίνωσε η ίδια η αρθρογράφος, η διεύθυνση της εφημερίδας αρνήθηκε να δημοσιεύσει κείμενό της σχετικά με τη δημοσιότητα που δόθηκε στο ζήτημα της εξοχικής κατοικίας του προέδρου του Συ.Ριζ.Α. κ. Αλέξη Τσίπρα, με αποτέλεσμα η ίδια να δημοσιεύσει το σχετικό κείμενο στις σελίδες της στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, το κείμενο να αναπαραχθεί από όσους θεώρησε ότι άξιζε τον κόπο να το αναπαραγάγουν και, τελικά, η κα Ακρίτα να παραιτηθεί από την εφημερίδα μέσα από τις σελίδες της οποίας εκφραζόταν επί 20ετία. Αν διαβάσει κανείς το κείμενο της κας Ακρίτα και συνδυάσει το περιεχόμενό του με τη στάση που κρατάει η εφημερίδα «ΤΑ Νέα» απέναντι στο κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης και τον πρόεδρό του, δεν θα δυσκολευτεί να καταλάβει τους λόγους που οδήγησαν τη διεύθυνση της εφημερίδας να αρνηθεί τη δημοσίευσή του. Πρόκειται για κείμενο το οποίο, παρόλο που δεν παίρνει θέση στα ζητήματα που θέτει το κυβερνών κόμμα επί του θέματος, προβληματίζεται τόσο για τη χρονική στιγμή που επελέγη για να «ανοίξει» το θέμα αυτό, όσο και για το ποιόν των ασκούντων την κριτική, όσον αφορά παρόμοια ζητήματα.

Θα αναρωτηθεί κανείς κατά πόσον είναι κακό μια εφημερίδα να μη δεχτεί να δημοσιεύσει κάτι το οποίο αντίκειται στη γενική «γραμμή» που ακολουθεί ως προς τα πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα, πολύ περισσότερο που το κείμενο της κας Ακρίτα δεν είναι αμιγώς ειδησεογραφικό κείμενο, αλλά κατεξοχήν σχολιογραφικό, δεν παρουσιάζει, δηλαδή κάποιο νέο γεγονός που θα μπορούσε να αποτελέσει είδηση, αλλά σχολιάζει και παίρνει θέση επί ενός γεγονότος που αποτέλεσε είδηση. Στη δημοσιογραφία μπορούμε να πούμε ότι διακρίνουμε δύο βασικούς τομείς: την ειδησεογραφία που ασχολείται ειδικά με την αναγραφή ειδήσεων, δηλαδή ανακοινώνει τα γεγονότα που ενδιαφέρουν τον άνθρωπο και επηρεάζουν τη ζωή του, και την ερμηνευτική δημοσιογραφία (άρθρο, σχόλιο, χρονογράφημα, γελοιογραφία), που ερμηνεύει και σχολιάζει τα γεγονότα, τις ειδήσεις. Το κείμενο της κας Ακρίτα, επομένως, δεν ανήκει στην ειδησεογραφία, αλλά στην ερμηνευτική δημοσιογραφία, εφόσον σχολιάζει, ερμηνεύει και αναλύει δεδομένα γεγονότα. Εφόσον, λοιπόν, δεν ακυρωνόταν κάποια είδηση, δεν είχε δικαίωμα η εφημερίδα να αρνηθεί τη δημοσίευση του κειμένου;

Είναι προφανές ότι η διεύθυνση της εφημερίδας δεν διέπραξε κάποιο αδίκημα με τη στάση της, όπως είναι προφανές ότι κάθε έντυπο έχει το δικαίωμα να ακολουθεί όποια πολιτική ιδεολογία επιθυμεί και να εκφράζεται με βάση αυτή τη «γραμμή». Ωστόσο, όταν δεσμεύεσαι με σχέση εργασίας με έναν δημοσιογράφο, δεν θα πρέπει να θεωρείς δεδομένο ότι μπορείς και να του υπαγορεύσεις τι θα πει και ποια στάση θα κρατήσει. Υπάρχει, οπωσδήποτε, η κεντρική θέση («γραμμή») της εφημερίδας, αλλά ο κάθε δημοσιογράφος δεν απεμπολεί το δικαίωμά του στην ελεύθερη έκφραση και διατύπωση της γνώμης του. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, αρκετοί δημοσιογράφοι να έχουν κατά καιρούς εργαστεί σε έντυπα που αποδείχθηκαν, εκ των υστέρων, αντίθετα προς την ιδεολογία την οποία πρέσβευαν οι ίδιοι. Ο κος Νίκος Ξυδάκης, για παράδειγμα, αρθρογραφούσε επί σειρά ετών στην «Καθημερινή» πριν γίνει υπουργός του Συ.Ριζ.Α. και βουλευτής του. Δεν θα μπορούσε να πει κανείς ότι η εν λόγω εφημερίδα διακρίνεται για τις φιλικές της απόψεις σχετικά με το συγκεκριμένο κόμμα, έτσι δεν είναι; Το γεγονός ότι κάποιος δημοσιογράφος εργάζεται σε ένα έντυπο δεν θα πρέπει να υποχρεώνει το δημοσιογράφο να αρνείται τις προσωπικές του πεποιθήσεις και να υποτάσσει τη γραφίδα του στη βούληση και τη θέληση του κάθε ιδιοκτήτη, όποιος κι αν είναι αυτός.

Εδώ εντοπίζεται ένα μεγάλο ηθικό ζήτημα που ανακύπτει από τη στάση της εφημερίδας, αλλά και από την κάλυψη του γεγονότος από διάφορα ηλεκτρονικά αλλά και έντυπα μέσα. Το ζήτημα αυτό έχει, μάλιστα, διττή υπόσταση. Από τη μια σχετίζεται με την επιθυμία και τη δυνατότητα όσων έχουν την οικονομική δύναμη, να επιβάλλουν στους εργαζόμενους στον τομέα της ενημέρωσης τη θέλησή τους σε ό,τι αφορά το τι θα γράφουν ή θα δημοσιεύουν με την υπογραφή τους. Αν η πρακτική αυτή επικρατήσει, ποιος θα μπορεί, στη συνέχεια, να εγγυηθεί για την απρόσκοπτη άσκηση του δικαιώματος στην ελεύθερη έκφραση και διατύπωση γνώμης; Με ποιον τρόπο θα μπορούσε, υπό τέτοιες προϋποθέσεις να διασφαλιστεί ένα θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα που έχει κατοχυρωθεί συνταγματικά στη χώρα μας ήδη από το 1844; Δεν θα μπορεί ο κάθε εργοδότης (εκδότης, καναλάρχης, παραγωγός), με την απειλή της απόλυσης ή της λογοκρισίας, να ακυρώνει ή και να «φιμώνει» τη γνώμη του κάθε δημοσιογράφου όταν αυτή είναι αντίθετη με τη δική του; Η άλλη πλευρά του νομίσματος έγκειται στο πώς θα είναι βέβαιος ο αναγνώστης (τηλεθεατής, ακροατής, φόλοουερ κ.λπ) ότι έχει ορθή πληροφόρηση, αν ξέρει εκ των προτέρων πως όσα διαβάζει, ακούει, βλέπει κ.λπ. μπορεί να μην ανταποκρίνονται στην αλήθεια, αλλά να είναι αποτέλεσμα της βούλησης και των πολιτικών κατευθύνσεων των ιδιοκτητών των εκάστοτε μέσων, σε συνδυασμό με τις επαφές τους, γνωριμίες τους, διασυνδέσεις τους με την εκάστοτε πολιτική εξουσία. Ήδη, αν κάποιος διάβαζε σε κάποιες ιστοσελίδες την ιστορία σχετικά με το κείμενο της κας Ακρίτα, θα νόμιζε ότι η αρθρογράφος είχε αναλάβει το ρόλο εκπροσώπου του κου Τσίπρα!

Για να μπορεί να υπάρξει και να λειτουργήσει ομαλά μια δημοκρατική κοινωνία, θα πρέπει να μπορεί να βασιστεί στην ελεύθερη έκφραση της λαϊκής βούλησης (εκλογές, δημοψηφίσματα κ.λπ.) αλλά και της κοινής γνώμης (Τύπος, τηλεόραση, διαδίκτυο κ.λπ.). Αν ο Τύπος δεν μπορεί να ανταποκριθεί σε αυτή του τη λειτουργία, τότε υπάρχει μείζον θέμα τόσο για τον ίδιο, όσο και για τη δημοκρατία. Και, για να εκφραστώ μέσα από τα λόγια ενός δημοσιογράφου που έχει ταυτιστεί με το συγκρότημα Λαμπράκη και δε φημίζεται για τις αριστερές του απόψεις, του Ι. Κ. Πρετεντέρη (Τα Νέα 2/12/2020), «καλώς ή κακώς, η διαφάνεια και η αποκάλυψη είναι τα δυο πόδια του Τύπου, τα οποία του επιτρέπουν να τρέχει ακόμη και στις πιο δύσκολες εποχές αλλά µε δύο προϋποθέσεις. Πρώτον, ότι και η διαφάνεια και η αποκάλυψη έχουν κανόνες. Ότι δεν ασκούνται εις βάρος του δικαίου ή της αξιοπρέπειας κι ότι ο χώρος του Τύπου δεν είναι ξέφραγο αμπέλι. Δεύτερον, ότι η διαφάνεια και η αποκάλυψη δεν κρύβουν ούτε υπηρετούν σκοπιμότητες (πολιτικές ή επιχειρηματικές, κομματικές ή προσωπικές). Διότι η σκοπιμότητα υπομονεύει την αξιοπιστία του Τύπου, άρα οδηγεί στον βέβαιο θάνατό του. Δυστυχώς, ο ελληνικός Τύπος δεν έχει κατορθώσει να ανταποκριθεί συνολικά σε καμία από τις δύο προϋποθέσεις».