Skip to content

Δύο πρόσφατα γεγονότα, φαινομενικά άσχετα μεταξύ τους, δίνουν μια ανησυχητική νότα για το μέλλον της πολιτικής και ιδεολογικής στάσης της Ευρώπης, και μάλιστα σε μια περίοδο όπου περισσότερο από κάθε άλλη φορά απαιτείται ενίσχυση της δημοκρατικής σκέψης και των ελευθεριών του ανθρώπου, αλλά και προάσπιση των δικαιωμάτων του. Πρόκειται από τη μία για τη διαδικτυακή ομιλία του προέδρου της Ουκρανίας, Ζελένσκι, στη Βουλή των Ελλήνων, ομιλία που συνοδεύτηκε από παρέμβαση μέλους της παραστρατιωτικής ομάδας «Τάγμα του Αζόφ», και από την άλλη για τις προεδρικές εκλογές στη Γαλλία που παγιώνουν ως δεύτερη δύναμη το ακροδεξιό κόμμα της Μαρίν Λε Πεν. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα πρώτα exit poll, ο Εμανουέλ Μακρόν έχει σημαντική διαφορά από τη Μαρίν Λεπέν. Ο Μακρόν, σύμφωνα με το exit poll της Le Figaro, συγκεντρώνει 28,6%, έναντι 24,4% της Λεπέν, ενώ, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του γαλλικού τηλεοπτικού σταθμού TF1 ο Εμανουέλ Μακρόν συγκεντρώνει το 28,6% των ψήφων έναντι 24,4 % της Μαρίν Λεπέν. Την τρίτη θέση καταλαμβάνει ο Ζαν Λικ Μελανσόν, του κόμματος Ανυπότακτη Γαλλία, με 20%. Ακολουθούν ο Ερίκ Ζεμούρ, ακροδεξιός συγγραφέας και δημοσιογράφος με 7,2%, η Βαλερί Πεκρές του δεξιού ρεπουμπλικανικού κόμματος, με 5%, ο Γιαννίκ Ζαντό, των οικολόγων, με 4,4%, ο Ζαν Λασσάλ, δεξιός λαϊκιστής με 3,3%, ο Φαμπιάν Ρουσσέλ, του Κομμουνιστικού Κόμματος, με 2,7%, ο Νικολά Ντυπόν-Αινιάν, ακροδεξιός πολιτικός (και επιλογή της Λε Πέν για την πρωθυπουργία, αν αυτή εκλεγεί), με 2,3%, η Αν Ινταλγκό του κάποτε κραταιού σοσιαλιστικού κόμματος, με 2,1%, η Ναταλί Αρτώ, της ακροαριστεράς, με 0,8% και ο Φιλίπ Πουτού, των τροτσκιστών, με 0,7%.

Αν προσπαθήσουμε να ομαδοποιήσουμε  τους/τις υποψηφίους σύμφωνα με τις ιδεολογικές τους (εκφρασμένες δημοσίως) πεποιθήσεις, έστω και σχηματικά, θα καταλήξουμε στο εξής συμπέρασμα: η ακροαριστερά καταλαμβάνει ένα μικρό ποσοστό της τάξης του 1,5%, η αριστερά (Κομμουνιστές και Μελανσόν) περίπου το 1/5 των Γάλλων ψηφοφόρων με 22,8%, το κέντρο (οικολόγοι και σοσιαλιστές) συμπιέζεται μεταξύ των μεγαλύτερων πόλων με 6,5%, η κεντροδεξιά (Μακρόν και ρεπουμπλικανοί) εκπροσωπούν περίπου το 1/3 των ψηφοφόρων με 33,1% και το ακροδεξιό φάσμα (Λε Πεν, Ζεμούρ, Λασσάλ, Ντυπόν-Αινιάν) ξεπερνούν το 1/3 με 36,1%! Μ’ άλλα λόγια, η ακροδεξιά νοοτροπία έχει καταστεί ηγεμονεύουσα σε μια χώρα με δημοκρατικές παραδόσεις, όπως η Γαλλία. Παρά τις προειδοποιήσεις του Μακρόν, οι Γάλλοι έδειξαν να ενδιαφέρονται περισσότερο για την καθημερινότητά τους παρά για πόλεμο στην Ουκρανία ή τις διεθνείς γεωπολιτικές του διαστάσεις. Από την άλλη, η Λε Πέν αντιλήφθηκε άμεσα αυτή τη δυναμική. Εστίασε σε αυτό που καίει τους Γάλλους: την αγοραστική δύναμη που βάλλεται από τον πληθωρισμό και είναι η πρώτη τους ανησυχία βάσει των σφυγμομετρήσεων. Οι οικονομικές της εξαγγελίες – μεταξύ άλλων μείωση των φόρων σε ενέργεια και βασικά αγαθά – μαλάκωσαν την εικόνα της, προσελκύοντας περισσότερο τους ψηφοφόρους έναντι του Μακρόν, που έθιξε ένα από τα ιερά και όσια της γαλλικής κοινωνίας, μιλώντας για σταδιακή αύξηση της ηλικίας συνταξιοδότησης από τα 62 στα 65 έτη. Την ίδια ώρα, το ακροδεξιό παραλήρημα του Ερίκ Ζεμούρ  έκανε τη Λεπέν να μοιάζει μετριοπαθής, ενώ το αφήγημα της ρεπουμπλικανής Βαλερί Πεκρές για την εφαρμογή του νόμου και της τάξης που κάποτε διατύπωνε η Λε Πέν, απενοχοποίησε σε κάποιον βαθμό την ψήφο υπέρ της δεύτερης. Ο δεύτερος γύρος, κατά πάσα πιθανότητα θα γύρει υπέρ του Μακρόν (ήδη ο Μελανσόν δήλωσε ότι καμία ψήφος δεν πρέπει να πάει στη Λε Πέν), αλλά το γεγονός της πρωτοκαθεδρίας των ακροδεξιών αντιλήψεων στη Γαλλική πολιτική σκηνή δεν μπορεί και δεν θα πρέπει να περάσει απαρατήρητο.

Λίγες μέρες νωρίτερα, ο πρόεδρος της Ουκρανίας, Ζελένσκι, θεώρησε σκόπιμο, με την παρεμβολή μιας παρέμβασης δήθεν ομογενούς μαχητή στην ομιλία του στην ελληνική Βουλή,  να προσφέρει διεθνή κάλυψη στη δράση του διαβόητου «Τάγματος του Αζόφ», παραστρατιωτικής οργάνωσης που δρα στις παραφυάδες του Ουκρανικού στρατού. Σύμφωνα με τη γουικιπίντια, το Τάγμα Αζόφ είναι παραστρατιωτική οργάνωση εθελοντών  που πλέον έχει αναβαθμιστεί σε σύνταγμα και μετέχει ενεργά στον πόλεμο κυρίως στις περιοχές του Ντονμπάς που αποτελούν και την κοιτίδα του. Έχει ευρέως χαρακτηριστεί ως ακροδεξιάς και νεοναζιστικής  ιδεολογίας και πρακτικής. Οι στρατιώτες του Αζόφ έχουν παρατηρηθεί να φορούν σύμβολα, που σχετίζονται με τους Ναζί στις στολές τους. Το 2014, το γερμανικό τηλεοπτικό δίκτυο ZDF έδειξε εικόνες μαχητών του Αζόφ, που φορούσαν κράνη με σύμβολα αγκυλωτών σταυρών και «τους ρούνους SS του διαβόητου κορυφαίου σώματος με μαύρες στολές του Χίτλερ». Το 2015, ο Μάρτσιν Ογκντόφσκι, ένας Πολωνός πολεμικός ανταποκριτής, απέκτησε πρόσβαση σε μία από τις βάσεις του Αζόφ, που βρίσκεται στο πρώην θέρετρο Μάζακ. Οι μαχητές του Αζόφ του έδειξαν ναζιστικά τατουάζ καθώς και ναζιστικά εμβλήματα στις στολές τους. Η εμφάνιση και ομιλία ενός τέτοιου εκπροσώπου, μιας τόσο απάνθρωπης ιδεολογίας μέσα στο «ναό της Δημοκρατίας συνιστά άκρως επικίνδυνο φαινόμενο που θα πρέπει να αντιμετωπιστεί. Αν δεν συμβεί κάτι τέτοιο, υπάρχει ο μεγάλος κίνδυνος το φαινόμενο να θεριέψει και να καταλήξει να αλώσει τα δημοκρατικά πολιτεύματα, όχι μόνο στην Ευρώπη, αλλά και σε άλλες ηπείρους.

Φαντάζουν υπερβολικά όλα αυτά σε μια κοινωνία που έχει γνώση της ιστορίας της αλλά και επίγνωση των αδυναμιών και των δυνατοτήτων της και όπου οι κάτοικοι, από τη μικρή ηλικία, μαθαίνουν στις δημοκρατικές διαδικασίες και την ανεκτικότητα. Αυτά ακριβώς τα τελευταία φοβάμαι ότι δεν τα έχουμε κατακτήσει, ως έθνος,  οι νεοέλληνες και θα χρειαστεί πολλή δουλειά για να τα καταφέρουμε.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η απολυταρχία και ο φασισμός, όσο λαμπερό και φιλήσυχο προφίλ κι αν διατηρούν, σε περίπτωση που έλθουν στην εξουσία, αλλάζουν σχεδόν με τη μία και εμφανίζουν το πραγματικό, αυταρχικό και φοβερό τους πρόσωπο. Είναι, δηλαδή, κατ’ ουσίαν μια «νάρκη» στα θεμέλια του κοινοβουλευτισμού και του πολιτικού μας συστήματος, το οποίο μπορεί να μην έχει αποδειχτεί όπως θα το θέλαμε, αλλά, τουλάχιστον, μπορεί και εγγυάται στοιχειώδεις ελευθερίες. Για το λόγο αυτό θα πρέπει να επαγρυπνοπύμε.

Γράφει ο

Κώστας Κωσταβασίλης