Το ΟΧΙ που πασχίζει να μη γίνει ΝΑΙ

Καθώς πλησιάζουμε στην επέτειο της 28ης Οκτωβρίου 1940, έρχονται στο μυαλό διάφορα ιστορικά ερωτήματα τα οποία, μετά την πάροδο 78 πλέον ετών από την ημέρα εκείνη, μπορούν να ερευνηθούν με τη δέουσα ψυχραιμία και ιστορική ακρίβεια. Το πρώτο από τα ερωτήματα αυτά αφορά το «γιατί» του «ΟΧΙ». Από όσα γνωρίζουμε από την ιστορία, ο Μεταξάς, μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν ένας πρωθυπουργός που εγκαθίδρυσε δικτατορία το 1936 με την υποκίνηση του βασιλιά Γεωργίου Β΄ και την ανοχή αν όχι την ενθάρρυνση των Άγγλων, θαύμαζε, όμως το Μουσολίνι και τις μεθόδους διακυβέρνησής του, είχε αντιγράψει τους μελανοχίτωνες του Ιταλού δικτάτορα και είχε στείλει για εκπαίδευση στις μεθόδους καταστολής τον υπουργό του, Μανιαδάκη, στη ναζιστική Γερμανία. Είχε υιοθετήσει άλλωστε το φασιστικό χαιρετισμό του Γερμανοαυστριακού δικτάτορα και είχε οργανώσει τη νεολαία του κόμματός του, την Ε.Ο.Ν., στα πρότυπα της ναζιστικής νεολαίας. Παράλληλα είχε προσπαθήσει να αποφύγει τον πόλεμο με κάθε τρόπο. Είχε αυξήσει τις εισαγωγές προϊόντων από τη Γερμανία, είχε ανεχθεί την κατάκτηση της Αλβανίας από την Ιταλία, είχε κάνει τον ανήξερο σχετικά με το ποιος ήταν ο υπεύθυνος για τον τορπιλισμό της «Έλλης». Βεβαίως όλα αυτά τα έκανε σε συνδυασμό με την προσπάθειά του να μην ενοχλήσει τους Άγγλους (κυρίως) συμμάχους, τους οποίους θεωρούσε ότι κάποια στιγμή θα τους είχε ανάγκη. Μετά από όλα αυτά, θα περίμενε κανείς να υποχωρήσει στα αιτήματα των Ιταλών και να ανοίξει το δρόμο για την προέλασή τους προς την Αθήνα.

Πολλά έχουν γραφτεί σχετικά με το κίνητρο που ώθησε το Μεταξά στην κίνηση που τελικά τον κατέταξε στις χρυσές σελίδες της Ιστορίας. Οι ολοκληρωτικοί αρνητές του λένε ότι η αρνητική στάση του στο τελεσίγραφο του Γκράτσι ήταν μια τακτική κίνηση ώστε να μην υποστεί το όποιο πολιτικό και κοινωνικό κόστος από έναν εσωτερικό εξευτελισμό. Οι υποστηρικτές της άποψης αυτής λένε ότι έτσι όπως είχε οργανωθεί ο ανεφοδιασμός του στρατού, οι πιθανότητες επιτυχίας ήταν μηδαμινές, άρα είτε «ΝΑΙ» έλεγε ο Μεταξάς είτε «ΟΧΙ», το ίδιο περίπου θα ήταν. Οι αμετανόητοι υποστηρικτές του αποδίδουν το περίφημο «ΟΧΙ» στον υπέρμετρο πατριωτισμό του Μεταξά και την αμείωτη αγάπη του για την πατρίδα η οποία δεν του επέτρεπε να κάνει υποχωρήσεις που θα σήμαιναν ουσιαστικά μια παράδοση άνευ όρων.

Οι ψυχραιμότεροι ιστορικοί βλέπουν την αλήθεια κάπου στη μέση. Ο Μεταξάς δεν μπορούσε να δεθεί στο άρμα του άξονα (λόγω της ασφυκτικής εποπτείας και πίεσης των Άγγλων), δεν ήθελε να εμπλακεί σε έναν πόλεμο ο οποίος δεν φαίνεται να εξασφάλιζε ευδιάκριτα οφέλη για την ανθρωπότητα, διατηρούσε όμως ‘έναν έντονο πατριωτισμό που δεν του επέτρεπε να φανεί ενδοτικός μπροστά στην ιταλική απειλή. Για τους λόγους αυτούς απάντησε αρνητικά (εμμέσως) στην αξίωση των Ιταλών γνωρίζοντας ότι μπορεί και να μην τα κατάφερνε ο ελληνικός στρατός να αντισταθεί για πάρα πολύ στους Ιταλούς. Τέτοιο ήταν και το αίσθημα του λαού και πρακτικά δεν θα μπορούσε  να είναι για πολύ μεγάλο διάστημα πρωθυπουργός, αν δεν άκουγε το κοινό αίσθημα!

Η αλήθεια είναι ότι ο ελληνικός λαός αντέδρασε μάλλον θετικά και με γρηγοράδα άρχισε να υψώνει το κοινό φρόνημα. Ποιοι ήταν οι λόγοι που οδήγησαν σε αυτό; Τι μπορεί να ήταν αυτό που έκανε τους ανθρώπους εκείνους να φεύγουν γελαστοί αλλά όχι γελασμένοι για το μέτωπο; Ποια δύναμη άραγε «μεθούσε» τα νιάτα εκείνα με αισιοδοξία μπροστά σε ένα ζοφερό (όπως διαφαινόταν) μέλλον; Γιατί σε όλα τα γραπτά της εποχής (ημερολόγια, γραπτά κείμενα, λογοτεχνικά αριστουργήματα, δημοσιογραφικές έρευνες) η προοπτική του πολέμου φάνταζε ως κάτι θετικό; Νομίζω ότι αυτό που κινητοποιούσε όλους εκείνους τους νέους και τις νέες της εποχής ήταν το γεγονός ότι με την κήρυξη του πολέμου από τη μεγάλη δύναμη της εποχής, Ιταλία, έβγαινε από πάνω τους ο βραχνάς της καλής διαγωγής, το άγχος να μην κάνουν κάτι που θα θύμωνε το «θηρίο». Αναδεικνυόταν σε όλο του το μεγαλείο ο υγιής και καλώς  νοούμενος πατριωτισμός των Ελλήνων οι οποίοι αρνούνταν, με τον τρόπο αυτό, έστω και αργά, έστω και με κατεβασμένο αρχικά το κεφάλι, να ακολουθήσουν τη βούληση των ισχυρών και επέλεγαν να αντισταθούν, οσοδήποτε μεγάλο κι αν  ήταν το μέγεθος του αντιπάλου. Το σπινθηροβόλο βλέμμα των ανθρώπων στις φωτογραφίες δεν είναι βλέμμα ανέμελης χαράς ή ευθυμίας χωρίς έγνοιες, αλλά βλέμμα στοχευμένο  ώστε να δείξει την αποφασιστικότητά τους να υπερασπιστούν πάση θυσία τις αξίες και τα ιδανικά τους. Ήταν βλέμμα ενθουσιασμού που, επιτέλους σταματούσε το «κρυφτούλι» με τις δυνάμεις του «Άξονα», που θα δινόταν η ευκαιρία στους Έλληνες να αποδείξουν ότι σε δύσκολες συνθήκες μπορούν και θα πρέπει να αντιστέκονται  σε επικίνδυνες επιβουλές, με τη βοήθεια των συμμάχων τους.

Γι’ αυτό η φράση «λοιπόν έχουμε πόλεμο!» που απηύθυνε ως απάντηση (στη γαλλική γλώσσα) ο Μεταξάς στα αιτήματα των Ιταλών τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου καθιερώθηκε ως «ΟΧΙ» στη λαϊκή συνείδηση και γι’ αυτό γιορτάζουμε στη χώρα μας της επέτειο έναρξης, για μας, του πολέμου. Με τον τρόπο αυτό δεν τιμάμε αυτό καθαυτό το γεγονός της έναρξης μιας πολεμικής αναμέτρησης, αλλά την απόφαση ενός ολόκληρου λαού να μην υποταχθεί, να μη σκύψει το κεφάλι μπροστά στο φόβητρο του αντιπάλου, αλλά να αντισταθεί και να διαφυλάξει και την εθνική του ακεραιότητα αλλά και την εθνική του αξιοπρέπεια.

Από τότε μέχρι τώρα έχει κυλήσει πολύ νερό στον ρου της Ιστορίας. Το ηρωικό «ΟΧΙ» του 40 (η άρνηση, δηλαδή, να παραχωρηθεί μέρος της εθνικής μας κυριαρχίας σε μεγάλη δύναμη), μετατρέπεται, αργά και δυσδιάκριτα αλλά σταθερά, σε «ΝΑΙ». Έχουμε ήδη παραχωρήσει κατ’ ουσίαν μέρος της εθνικής κυριαρχίας στην κεντρική διαχείριση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεχόμενοι, σε αντάλλαγμα, τα χρήματα που εισέρρευσαν στη χώρα και μεταβάλλοντας τα «ΟΧΙ» μας σε «ΝΑΙ» σε οτιδήποτε, αρκεί να αποβεί σε όφελός μας. Το αν απέβη τελικά η τακτική αυτή σε καλό, μπορούμε να το δούμε οποτεδήποτε. Απομένει να αποφασίσουμε τι θέλουμε τελικά να κάνουμε.