Το κλείσιμο της αξιολόγησης και το αποκρουστικό μέλλον

“Το κλείσιμο της αξιολόγησης και το αποκρουστικό μέλλον”

του Χρήστου Παπάζογλου

Το κλείσιμο της αξιολόγησης δεν έκλεισε μόνο με νέα μέτρα αλλά και με αρκετά άλλα αρνητικά αποτελέσματα. Δεν είχαμε συμφωνία στο ζήτημα της χρέους, η Ελλάδα δε θα συμμετάσχει στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης και η συμφωνία για πρωτογενή πλεονάσματα ύψους 3,5% έως το 2022 και σχεδόν 2% έως το 2060 προοιωνίζουν μια πρωτοφανή εποχή λιτότητας. Αλλά ας τα πάρουμε ένα ένα.

Στο ζήτημα του χρέους, η Ελλάδα αυτή τη στιγμή δεν διαθέτει πιστοποιητικό βιωσιμότητας του χρέους. Για πολλούς μπορεί να ακούγεται ως μια κοινοτοπία, αλλά στην ουσία πρόκειται για κάτι εξαιρετικά σημαντικό. Η μη πιστοποίηση βιωσιμότητας του χρέους σημαίνει ότι η χώρα μας θα δυσκολευθεί να έχει πρόσβαση στις αγορές χρήματος. Δηλαδή δεν θα μπορούμε να δανειστούμε. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα τόσο ο τραπεζικός τομέας να έχει πρόβλημα δανειοδότησης επενδυτικών σχεδίων, αλλά και το ίδιο το κράτος δεν θα μπορεί να υλοποιήσει δημόσιες επενδύσεις. Συνεπώς, δεν θα είμαστε σε θέση να παράξουμε πλούτο, να δημιουργήσουμε θέσεις εργασίας και να αυξηθεί το εισόδημα του μέσου πολίτη.

Τα αρνητικά αποτελέσματα στο θέμα αυτό σχετίζονται άμεσα με την μη συμμετοχή της Ελλάδας στην ποσοτική χαλάρωση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Στην ουσία πρόκειται για χρήμα που θα εισέρρεε από τα κοινοτικά ταμεία στο σύνολο της ελληνικής οικονομίας και θα τόνωνε τους αναιμικούς δείκτες ανάπτυξης. Η Ελλάδα χάνει πολύτιμους πόρους που θα μπορούσαν να οδηγηθούν στην αγορά και εν τέλει στη δημιουργία θέσεων εργασίας

Τί πέτυχε η κυβέρνηση με την καθυστέρηση στην αξιολόγηση και τις πολύμηνες διαπραγματεύσεις; Η απάντηση είναι: να συμφωνήσει σε μια πρωτοφανή εποχή λιτότητας που θα διαρκέσει, περίπου ως το 2060 λόγω του ύψους των πρωτογενών πλεονασμάτων.

Με την απουσία χρηματοδοτικών εργαλείων για ανάπτυξη κα επενδύσεις, τη σκληρή λιτότητα για τις επόμενες δεκαετίες και την ήδη υπάρχουν φορολογική και ασφαλιστική λαίλαπα, η επόμενη μέρα προδιαγράφεται αποκρουστική για το μέλλον της επιχειρηματικής κοινότητας, αλλά και των μισθωτών και συνταξιούχων. Άλλωστε όλοι οι επενδυτικοί οίκοι, αλλά και οι διεθνείς οικονομικοί οργανισμοί έχουν χαμηλώσει κατά πολύ τις προσδοκίες για ανάπτυξη το 2017, ως αποτέλεσμα των αρνητικών κυβερνητικών αποτελεσμάτων στη διαπραγμάτευση και την χρονική καθυστέρηση αυτής.

Η κυβέρνηση οφείλει να αντιληφθεί τάχιστα ότι αυτή η πολιτική δεν οδηγεί πουθενά. Η χώρα χρειάζεται μια νέα πολιτική, φιλική στην επιχειρηματικότητα ώστε να προσελκύσει επενδύσεις που θα δημιουργήσουν θέσεις εργασίας και θα αυξήσουν το εισόδημα όλων των πολιτών. Ας ελπίσουμε τουλάχιστον ότι οι επόμενες αξιολογήσεις δεν θα έχουν τα αρνητικά αποτελέσματα της πρόσφατης.

Το κλείσιμο της αξιολόγησης δεν έκλεισε μόνο με νέα μέτρα αλλά και με αρκετά άλλα αρνητικά αποτελέσματα. Δεν είχαμε συμφωνία στο ζήτημα της χρέους, η Ελλάδα δε θα συμμετάσχει στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης και η συμφωνία για πρωτογενή πλεονάσματα ύψους 3,5% έως το 2022 και σχεδόν 2% έως το 2060 προοιωνίζουν μια πρωτοφανή εποχή λιτότητας. Αλλά ας τα πάρουμε ένα ένα.

Στο ζήτημα του χρέους, η Ελλάδα αυτή τη στιγμή δεν διαθέτει πιστοποιητικό βιωσιμότητας του χρέους. Για πολλούς μπορεί να ακούγεται ως μια κοινοτοπία, αλλά στην ουσία πρόκειται για κάτι εξαιρετικά σημαντικό. Η μη πιστοποίηση βιωσιμότητας του χρέους σημαίνει ότι η χώρα μας θα δυσκολευθεί να έχει πρόσβαση στις αγορές χρήματος. Δηλαδή δεν θα μπορούμε να δανειστούμε. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα τόσο ο τραπεζικός τομέας να έχει πρόβλημα δανειοδότησης επενδυτικών σχεδίων, αλλά και το ίδιο το κράτος δεν θα μπορεί να υλοποιήσει δημόσιες επενδύσεις. Συνεπώς, δεν θα είμαστε σε θέση να παράξουμε πλούτο, να δημιουργήσουμε θέσεις εργασίας και να αυξηθεί το εισόδημα του μέσου πολίτη.

Τα αρνητικά αποτελέσματα στο θέμα αυτό σχετίζονται άμεσα με την μη συμμετοχή της Ελλάδας στην ποσοτική χαλάρωση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Στην ουσία πρόκειται για χρήμα που θα εισέρρεε από τα κοινοτικά ταμεία στο σύνολο της ελληνικής οικονομίας και θα τόνωνε τους αναιμικούς δείκτες ανάπτυξης. Η Ελλάδα χάνει πολύτιμους πόρους που θα μπορούσαν να οδηγηθούν στην αγορά και εν τέλει στη δημιουργία θέσεων εργασίας

Τί πέτυχε η κυβέρνηση με την καθυστέρηση στην αξιολόγηση και τις πολύμηνες διαπραγματεύσεις; Η απάντηση είναι: να συμφωνήσει σε μια πρωτοφανή εποχή λιτότητας που θα διαρκέσει, περίπου ως το 2060 λόγω του ύψους των πρωτογενών πλεονασμάτων.

Με την απουσία χρηματοδοτικών εργαλείων για ανάπτυξη κα επενδύσεις, τη σκληρή λιτότητα για τις επόμενες δεκαετίες και την ήδη υπάρχουν φορολογική και ασφαλιστική λαίλαπα, η επόμενη μέρα προδιαγράφεται αποκρουστική για το μέλλον της επιχειρηματικής κοινότητας, αλλά και των μισθωτών και συνταξιούχων. Άλλωστε όλοι οι επενδυτικοί οίκοι, αλλά και οι διεθνείς οικονομικοί οργανισμοί έχουν χαμηλώσει κατά πολύ τις προσδοκίες για ανάπτυξη το 2017, ως αποτέλεσμα των αρνητικών κυβερνητικών αποτελεσμάτων στη διαπραγμάτευση και την χρονική καθυστέρηση αυτής.

Η κυβέρνηση οφείλει να αντιληφθεί τάχιστα ότι αυτή η πολιτική δεν οδηγεί πουθενά. Η χώρα χρειάζεται μια νέα πολιτική, φιλική στην επιχειρηματικότητα ώστε να προσελκύσει επενδύσεις που θα δημιουργήσουν θέσεις εργασίας και θα αυξήσουν το εισόδημα όλων των πολιτών. Ας ελπίσουμε τουλάχιστον ότι οι επόμενες αξιολογήσεις δεν θα έχουν τα αρνητικά αποτελέσματα της πρόσφατης.