Τα χωριά και οι παππούδες μας

Η εποχή του καλοκαιριού έχει συνδυαστεί στις μνήμες μου με την εικόνα του χωριού και των παππούδων. Τόσο το χωριό του πατέρα μου, όσο και αυτό της μητέρας μου είναι ορεινά χωριά, απομακρυσμένα κάπως από το αστικό κέντρο, χωρίς εύκολη πρόσβαση με το αυτοκίνητο για πολλά χρόνια (οπωσδήποτε μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 90). Η τουλάχιστον μηνιαία καλοκαιρινή μας επίσκεψη και διαμονή εκεί συνδυαζόταν με εικόνες και μυρωδιές πρωτόγνωρες για παιδιά μεγαλωμένα σε πόλη (έστω κι επαρχιακή) όπως εμείς, πολύ περισσότερο για τα ξαδέρφια αλλά και πολλούς φίλους μας που έκαναν την ίδια διαδρομή προς το χωριό από την πρωτεύουσα αλλά και άλλες πόλεις με μεγαλύτερο αστικό ιστό, όπως η Πάτρα, η Θεσσαλονίκη ή τα Ιωάννινα. Εκεί ερχόμασταν σε επαφή με τα κατσίκια και τα πρόβατα, τις κότες και τις γαλοπούλες, τα γουρούνια και τα γελάδια, αλλά και άλλα ζωντανά, όπως οι σκορπιοί ή τα φίδια που τα φοβόμασταν οι περισσότεροι κι ας κάναμε τον καμπόσο όταν μας έλεγαν οι γονείς μας να προσέχουμε. Εκεί βλέπαμε να μεγαλώνουν οι ντομάτες και τα αγγουράκια, τα φασολάκια και τα κολοκυθάκια, εκεί τρώγαμε φρεσκοζυμωμένο ψωμί με βούτυρο μόλις βγαλμένο από τη μπουτινέλα και λίγη ζάχαρη.

Στις μνήμες μου τα χωριά αυτά υπάρχουν όπως τα έζησα ως παιδί, στο τέλος της ακμής τους και στην αρχή μιας παρακμής που συνεχίζεται, δυστυχώς, μέχρι σήμερα. Πρόλαβα την εποχή που στο χωριό του πατέρα μου (το Κάτω Αθαμάνιο) λειτουργούσαν τέσσερα (4) δημοτικά σχολεία, ένα σε κάθε συνοικισμό! Έζησα σε εποχή που από το χωριό της μητέρας μου (το Φωτεινό ή Ζελίστα Ιωαννίνων) έφευγαν παιδιά με το λεωφορείο για το γειτονικό Δεσποτικό όπου λειτουργούσε δημοτικό σχολείο και γυμνάσιο. Θυμάμαι κόσμο πολύν, όχι μόνο επισκέπτες αλλά και πολλούς μόνιμους να παρακολουθούν κινηματογράφο στην αυλή του σχολείου από πλανόδιους κινηματογραφιστές. Έχω εικόνες από χωράφια οργωμένα και σπαρμένα με καλαμπόκι και τριφύλλι, από κοπάδια με γιδοπρόβατα μα ανηφορίζουν σε απότομες πλαγιές. Όλα αυτά έχουν συνδεθεί άρρηκτα στη μνήμη μου με το καλοκαίρι, μαζί με τους ήχους από το κλαρίνο εκεί κοντά στο Δεκαπενταύγουστο, όταν τα πανηγύρια έδιναν κι έπαιρναν, τις γεύσεις από το κατσικίσιο γάλα, το τσαλαφούτι, την κορφή και το ξυνόγαλο, τη ρόκα την ψημένη στο τζάκι.

Οι εικόνες, οι γεύσεις, οι ιστορίες, είναι συνειρμικά δεμένες με πρόσωπα οικεία που τα φέρνει ξανά στην επιφάνεια η μνήμη. Το χωριό ήταν πάντοτε (και πολλούς εξακολουθεί να είναι) δεμένο με την εικόνα του παππού και της γιαγιάς να περιμένουν στην αυλή του σπιτιού κάτω από την κληματαριά (κάθε σπίτι που σεβόταν τον εαυτό του στα ορεινά είχε και μια κρεβατίνα με κληματαριά για σκιά στην αυλή το καλοκαίρι). Θυμάμαι πάντοτε με πόση χαρά μας υποδέχονταν και με πόσο μεγαλύτερη χαρά και υπομονή μας φρόντιζαν όσον καιρό βρισκόμασταν στο χωριό. Ακόμα και όταν οι σκανταλιές μας τους εκνεύριζαν ή τους έδιναν στα νεύρα, δε θυμάμαι να θύμωναν ή να μας μάλωναν ποτέ (αν κι αυτό οφείλεται μάλλον στην τάση της μνήμης να εξωραΐζει το παρελθόν). Όσο ήταν σε ηλικία που τους επέτρεπε μια κάπως πιο έντονη δραστηριότητα, μας έπαιρναν να βοηθήσουμε στο τάισμα στα γίδια ή τα πρόβατα, να κόψουμε κλαρί, να κουβαλήσουμε τροφή στις κότες ή να πάρουμε αυγά. Οι δραστηριότητες αυτές μα βοηθούσαν κι εμάς να ενεργοποιηθούμε και να καταλάβουμε καλύτερα το ρόλο της Φύσης στη ζωή των ανθρώπων του χωριού.

Εκείνη την εποχή τα χωριά μας, αν και δεν ήταν στο άνθος της νιότης τους, ζούσαν την ακμή της ωριμότητας και της μέσης ηλικίας. Δεν έσφυζαν από ζωή, όπως στα χρόνια του 40 και του 50 ή του 60, αλλά και δεν ήταν τελείως αφημένα στην τύχη τους, όπως περίπου συμβαίνει τώρα. Σήμερα τα χωριά μας έχουν γεράσει, περισσότερο κι από τους παππούδες ή τις γιαγιάδες που έχουν αναλάβει ακόμη να τα διατηρούν, σε πείσμα των καιρών, ακόμα και της Φύσης. Βρίσκονται σε φάση παρακμής, με τα σχολεία, τα περισσότερα, να έχουν κλείσει ελλείψει παιδιών, τα χωράφια να παραμένουν ακαλλιέργητα, τα σπίτια να κλείνουν ερμητικά προκειμένου να είναι σε θέση να υποδεχτούν τους νέους επισκέπτες προς τη μέση ή το τέλος του καλοκαιριού. Θυμίζουν λίγο παππούδες ή γιαγιάδες σε  βαθιά γεράματα αρνούνται μεν να παραιτηθούν από τη ζωή, δεν έχουν όμως και τη δύναμη ή το σθένος να δημιουργήσουν και να εξελιχθούν.

Δεν πρέπει να αφήσουμε τα χωριά μας να μαραζώσουν. Μπορούμε να τους δώσουμε κάποιες σταγόνες ζωής. Ο Αύγουστος ενδείκνυται για διακοπές στο χωριό και τα ορεινά της Άρτας είναι από τους πιο όμορφους τόπους στην Ελλάδα, όπως διαπιστώνουν όχι μόνο όσοι κατάγονται από εκεί, αλλά ακόμα κι όσοι είχαν την τύχη να τα επισκεφτούν και να ζήσουν από κοντά τη μαγεία τους. Μπορούμε λοιπόν να κάνουμε λοιπόν επισκέψιμα για τους τουρίστες τα χωριά μας. Οι άνθρωποι που ζουν εκεί μόνιμα (όσοι πλέον έχουν απομείνει)  θα βρουν έτσι ένα επιπλέον κίνητρο και, ποιος ξέρει, μπορεί και να προκύψει και ενδιαφέρον από την πολιτεία. Χρειάζεται όμως και η πολιτική βούληση των τοπικών αρχόντων, η προσεκτική μελέτη όλων των παραμέτρων και, κυρίως, η ανάπτυξη υποδομών για να καταστεί δυνατόν να επιτύχουμε κάτι πιο μόνιμο από μια απλή τουριστική ατραξιόν.

Η κρίση που συνταράζει τη χώρα μας, μπορεί να αποδειχθεί αφετηρία αναζωογόνησης για τα ορεινά, όχι μόνο της Άρτας, αλλά και ολόκληρης της χώρας. Με την ανεργία να μαστίζει τους νέους, οι αγροτικές και κτηνοτροφικές εργασίες μπορεί να αποδειχθούν θετική διέξοδος εργασίας και ανάπτυξης της οικονομίας. Ο Αύγουστος, όπου όλοι ή σχεδόν όλοι θα βρεθούν σε κάποιο πανηγύρι, σε κάποια εκδήλωση, μπορεί να αποτελέσει το έναυσμα να μεταφερθούν πληροφορίες, να αναζωπυρωθούν ενδιαφέροντα, να αρχίσει να ξαναζεί ο τόπος. Ας μην αργοπορούμε  και ας προσπαθήσουμε να βρούμε το καλύτερο για τα χωριά μας.