Skip to content

Τα φιρίκια

                                            Θάλασσα πού να τα πω τα ελληνικά της πίκρας

                                                       Με δέντρα κεφαλαία πού να τα γράψω

                                                  Οδυσσέας Ελύτης (Ο μικρός ναυτίλος)

Ήμουν κοτζάμ παιδάκι όταν με ξαναπήρεν η μάνα μου απ’ το χέρι για να με πάει σχολειό και να με παραδώσει στη δασκάλα να με μάθει γράμματα. Την πρώτη χρονιά δεν πάτησα το πόδι μου σχεδόν ούτε μια μέρα στην αυλή του σχολείου. Είχα δει ένα μάτσο βέργες πίσω απ’ τον πίνακα και κόντεψαν να φύγουν τα μάτια μου απ’ τη θέση τους. Μετά είδα τη δασκάλα να σακατεύει στο ξύλο τον Μπάκια, που είχε γονατίσει κάτω και έσφιγγε με δύναμη τη γλώσσα του για ν’ αντέξει, τόσο που μου φάνηκε κάποια στιγμή πως γέμισε το στόμα του αίματα. Έπεφταν οι λεπτές βέργες με δύναμη και κουλουριάζονταν στις μικρές του παλάμες, κρατούσε τον πόνο και τα δάκρυα ο Μπάκιας, κρατούσε το στόμα της ανοιχτό η δασκάλα, έφευγαν τα σάλια της και πετούσαν τα μάτια της σπίθες, αγκομαχούσε και φώναζε «να κι αυτή γαϊδούρι, φάε κι αυτή γομάρι, κλάψε, ζώο του κερατά, να σταματήσω, για να δούμε, μωρέ μοσχάρι, γαμώ τη μάνα σου, θα ξαναφύγεις άλλη φορά». Μετρούσαν τ’ άλλα τα παιδιά τις βιτσιές της δασκάλας, γίνονταν μια σταλιά τα ματάκια τους όταν έφταναν στο εκατό και τα ’πιανε μια τρεμούλα και μια μελαγχολία γιατί δε θα ’ργούσε να φτάσει κι η δική τους η σειρά.

Έτρεχα και πίσω δεν κοίταγα! Ούτε σχολειό ούτε δασκάλα! Εφτά – οχτώ χρονών και γύριζα μονάχο στα ποτάμια, τις λαγκαδιές, τα ρέματα, τις καλύβες. Μ’ έψαχνε και με κυνηγούσε ο πατέρας μου, αλλού πετούσα ένα παλιοσακάκι, αλλού άφηνα κάτι τρύπια παπουτσάκια, αλλού την ημέρα, αλλού το βράδυ, μ’ είχαν για μέρες και βδομάδες χαμένο, έπεφτα και κοιμόμουν στα πλατάνια, τις ιτιές και τα καλύβια, έκλαιγε η μάνα μου, πονούσαν τ’ αδέρφια μου, αλλά εγώ προτιμούσα στο ποτάμι να πέσω και να πνιγώ παρά να γυρίσω και να πάω στο σχολειό. Ένα χρόνο πέρασα σαν αγρίμι και μάθαινα την τέχνη του βοσκού δίπλα σε άλλους μεγαλύτερους. Σαν πέρασε το καλοκαίρι και μπήκαμε στο φθινόπωρο, άρχισε η μάνα μου το φροντιστήριο και την ηθική διαπαιδαγώγηση.

– Να πας, μάνα μ’, σχολειό φέτος, να μάθ’ς γραμματάκια, να γέν’ς καλός άνθρωπος, να πάρ’ς τ’ απολυτήριο και να φύγ’ς απ’ το χωριό. Έτσ’ πατέρα μ’; Κοίτα τι καλά που ’ναι ο θείος σ’ ο Νίκος, πο ’γινε χωροφύκαλας, μήνας μπαίν’ – μήνα βγαίν’! Τήρα κι ο ξάδερφός σ’ ο Χρήστος πο ’γινε δεκανέας και λοχίας… Να πας, μανούλα μ’, να μάθ’ς να διαβάζεις, να μάθ’ς να λογαριάζεις. Άνθρωπος αγράμματος, ξύλο απελέκητο, έλεγε ο πατέρας μου, ο θεός να τον σ’χωρέσ’.

Συμφωνούσα κι εγώ. Και μ’ έπιανε μια χαρά και μια αγωνία πότε να περάσουν οι μέρες, να πάω κι εγώ στην αυλή του σχολείου, να παίξω με τ’ άλλα τα παιδιά, που πολύ μου είχαν λείψει μια ολόκληρη χρονιά.

– Κοίτα μη φύγ’ς πάλι, με απειλούσε ο πατέρας. Θα σε πιάσω και θα σε κρεμάσω ανάποδα. Μετά θα σε φέρω στ’ κυρία δεμένο χεροπόδαρα! Ακούς;

Άκουγα κι ένιωθα τα γόνατά μου να κόβονται. Αλλά είχα πάρει την απόφασή μου να πάω. Μ’ ένιψε η μάνα μου, μου φόρεσε καλό παντελονάκι, με φίλησε πολλές φορές, με πήρε απ’ το χέρι, μου μιλούσε και με παρακαλούσε σ’ όλο το δρόμο, είναι καλή η κυρία, σ’ αγαπάει, δε θα σε βαρέσ’, έφερνα εγώ στο μυαλό μου τη δασκάλα που έδερνε, τη δασκάλα που χούγιαζε, τη δασκάλα που έβριζε κι έβγαζε αφρούς, κοιτούσα τα πουλιά, τα δέντρα, τ’ αρνιά, τα σκυλιά, τα γατιά… μόλις φτάσαμε στη στροφή και χαλάρωσε το χέρι της μάνας μου, ούτε κατάλαβα πότε έγινα αγέρας και, αντί να παίζω με τ’ άλλα παιδιά στην αυλή του σχολειού, έπαιζα με τ’ αρνιά και τα πρόβατα έξω στις λαγκαδιές και τα ρέματα.

Κι έτσι απ’ το σχολειό βρέθηκα στα πρόβατα. Είχε το σπίτι καμιά δεκαριά προβατίνες, ρόγιασε ο πατέρας καμιά εκατοστή, έτοιμο το κοπάδι. Δέκα χρονών παιδιά και φέρναμε άνω – κάτω τον τόπο. Πολλά τότε δεν τ’ άντεξαν το σχολειό και κατέληξαν όπως κι εγώ στα κοπάδια. Σμίγαμε τα μεσημέρια, τα βράδια, μας έφερναν ψωμί τ’ αδέρφια μας κι οι μανάδες μας, έρχονταν καμιά φορά κι οι πατεράδες μας και μας γαμοσταύριζαν για τις ζημιές που έκαναν τα πρόβατα, μας απειλούσαν πως την άλλη φορά θα μας σπάσουν τα παΐδια, υπομέναμε εμείς και περιμέναμε να μεγαλώσουμε και να μη φοβόμαστε πια κανέναν και τίποτα! Ακούγαμε το καλοκαίρι τα κλαρίνα να βαράνε στα πανηγύρια και τους γάμους και μας έπιανε το παράπονο που δεν ήταν για μας οι χοροί και τα γλέντια.

– Εγώ, Γιάνν’, θα τα παρατήσω τα πρόβατα και θα πάω στ’ Γερμανία, έλεγε ο Γκέλας και γελούσε δυνατά κι έπαιρνε μετά φόρα κι έκανε βουτιές στο ποτάμι, λες και τον έβλεπαν γύρω όλες του χωριού οι κοπέλες.

– Κι εγώ μια μέρα θα φύγω και θα πάω σ’ν Αθήνα, να γένω μαραγκός, έλεγε και ξανάλεγε ο Νίκος και καμάρωνε που ’χε θεία στην Αθήνα και τον περίμενε μαραγκό να τον κάνει.

Μα εγώ δεν έβρισκα τι να πω και πού να πάω σαν μεγαλώσω κι αφήσω τα πρόβατα, και μ’ έπιανε ένα πείσμα και πολύ τα ’βαζα με τον εαυτό μου, γιατί να μην αντέξω και να πάω στο σχολειό και να μάθω τα γράμματά μου, όπως μου ’λεγε η μάνα μου, κι ας μ’ έδερνε κι η δασκάλα, ούτε ο πρώτος θα ’μουν ούτε κι ο τελευταίος. Γράμματα βέβαια κουτσά – στραβά έμαθα ύστερα. Κάτι τ’ αδέρφια μου, κάτι η μάνα μου, κάτι τα τραγούδια του Καζαντζίδη που τα ’γραφαν σε χαρτάκια τ’ άλλα παιδιά, κάτι τα εικονογραφημένα περιοδικά, κάτι ο «Καζανόβας», τα κατάφερα τέλος καλά να γράφω και να διαβάζω. Αλλά την αμαρτία μου την πλήρωνα πολύ ακριβά.

Μας έπαιρνε τα χαράματα ο γλυκός του καλοκαιριού ύπνος και ξαμολιούνταν ελεύθερα τα πρόβατα μέσα στα καλαμπόκια, τις βρόμες και τα φασόλια των άλλων και γινόταν μετά χαμός με τον αγροφύλακα και τους νοικοκυραίους, που κατέβαζαν κάτω θεούς και καντήλια και μας κυνηγούσανε να μας πιάσουν και να μας κάνουν τουλούμι στο ξύλο. Μα εμείς κανέναν απ’ αυτούς δε φοβόμασταν, γιατί ήταν μικρά τα πόδια τους να μας φτάσουν μέσα στις βατσινιές και τους λόγγους που χωνόμασταν και τρυπώναμε σα ζουλάπια!

Μόνο τον αγροφύλακα! Μόνο αυτόν φοβόμασταν, γιατί αυτός ήταν ύπουλος και άλλο τίποτε δεν έκανε όλη μέρα παρά να μας ψάχνει και να μας στήνει καρτέρι και ν’ απλώνει τη χερούκλα του να μας δείρει και να μας απειλήσει πως θα μας πάει φυλακή. Όλο το χρόνο μάς την είχε στημένη κι ήξερε σε τίνος χωράφια βόσκησαν τα κοπάδια μας, τίνος τη βρόμη και τίνος τα κλαριά έφαγαν. Το καλοκαίρι μάς έβγαζε την ψυχή. Πού υπήρχαν συκιές! Εκεί γυάλιζαν τα κουμπιά του. Πού υπήρχαν κληματαριές! Εκεί ξεχώριζε το καπέλο του. Πού ροδακινιές, μηλιές, αχλαδιές! Εκεί το παγωμένο του πρόσωπο. Περίμενε να κατεβούμε απ’ τα δέντρα, μας έβαζε να γονατίσουμε, άδειαζε τον κόρφο μας απ’ τα σύκα, τα σταφύλια, τα ροδάκινα και γέμιζε το δικό του, μας άστραφτε και κάνα – δυο χαστούκια, μας έριχνε για επιδόρπιο και την απειλή του ότι την άλλη φορά θα μας κλείσει φυλακή και έφευγε μερικά κιλά βαρύτερος με τ’ αγαθά που αποκτούσε χωρίς να κοπιάσει.

Είχεν έρθει κάποιο μεσημεράκι κι ο Θύμιος ο ξάδερφος, ο μικρότερος απ’ τα παιδιά του δάσκαλου, να με δει και να παίξουμε. Ξέφευγε κάμποσες φορές από την επιτήρηση της θειας μας Μαρίας κι ερχόταν με τα καλά ρούχα του να με βρει για να χαρεί μαζί μου κι αυτός τον αέρα και την ξεγνοιασιά των χωραφιών και των δέντρων και να μου πει πόσο τυχερός ήμουν! Το απογευματάκι έκλεισα τα πρόβατα και πήραμε το δρόμο να γυρίσουμε στο χωριό. Σταθήκαμε στο περιβόλι του Στάθη Παππά να μαζέψουμε μήλα φιρίκια, γιατί είχε στεγνώσει το στόμα μας απ’ το παιχνίδι και την κάψα του καλοκαιριού. Στρώμα στη γη τα φιρίκια, δύναμη δεν είχαμε να σκαρφαλώσουμε πάνω, διαλέξαμε τα καλύτερα από κάτω και πήγαμε να βγούμε απ’ το περιβόλι. Πέσαμε πάνω του! Τρομάξαμε, κοντέψανε να κατουρηθούμε απ’ το φόβο μας. Μας κοιτούσεν ο αγροφύλακας με τ’ άγριο μάτι του.

– Σας τσάκωσα! έκανε. Βγάλτε τα φιρίκια απ’ τον κόρφο σας, διάταξε.

Τα βγάλαμε και τα ρίξαμε κάτω. Τα πήρε. Μου ’ριξε εμένα μια, μα το Θύμιο δεν τον πείραξε. Το βράδυ με φώναξε, παντζάρι απ’ τα νεύρα του, ο πατέρας.

– Πού σ’ έπιασε ο αγροφύλακας σήμερα; ούρλιαξε και βλαστήμησε.

Του είπα.

– Γιατί μπήκες στο ξένο περιβόλ’; Δε σο ’χω πει να μη μαλάζεις ξένα πράματα;

Άχνα εγώ. Τι να του πω; Ότι πεινούσα; Και τι έγινε; Ότι διψούσα; Και; Να σκάσεις, θα μου ’λεγε. Σιωπή!

– Με ποιον ήσουν;

– Με το Θύμιο.

– Έκλεψε κι αυτός;

– Αμ τι!

Πέρασε λίγος καιρός. Ήρθε μια μέρα στα πρόβατα.

– Το βράδ’ θα να ’ρθ’ς στο σπίτ’, μου ’πε. Αύριο έχουμ’ δικαστήριο!

– Τι δικαστήριο; Δεν κατάλαβα εγώ. Αλλά κάτι μου ’λεγε πως το δικαστήριο ήταν κάτι σα φυλακή! Κόπηκαν τα ποδάρια μου!

– Θ’μάσαι τότε πο ’κλεψες τα φιρίκια τ’ Στάθ’ Παππά; Σο ’κανε μήνυσ’!

– Μήνυσ’; Τι μήνυσ’;

– Να σ’ ρίξω μία, να σ’ πω εγώ τι μήνυσ’! απάντησε όλο νεύρα εκείνος κι έφυγε.

Πρώτη φορά την άλλη μέρα πήγαινα στην Άρτα. Μου ’βαλε η μάνα μου καθαρά ρούχα και κάτι μεγάλα παπούτσια του αδερφού μας του Σπύρου. Ανέβηκα στο κάρο του Μήτσου Δήμου κι ούτε καταλάβαινα ούτε και μ’ ένοιαζε πού πήγαινα και τι με περίμενε. Όταν κατέβηκα απ’ το κάρο, μου φαινότανε πως κουνιότανε γύρω μου ο τόπος.

Φτάσαμε έξω απ’ τα δικαστήρια. Κοίταζα από εδώ, κοίταζα από εκεί, μου ερχότανε μια να γελάσω, μια να κλάψω. Κάπως μου ’ρθε μετά και ρώτησα τον πατέρα μου που με κρατούσε απ’ το χέρι μην του φύγω και δικαστώ ερήμην.

– Ου Θύμιους;

– Τι τον θέλ’ς του Θύμιου; με ρώτησεν άγαρμπα.

– Έκλεψε κι αυτός… Μαζί ήμασταν.

– Δεν το ’κανε μήνυσ’ αυτ’νού.

– Γιατί;

– Γιατί είναι το κεφάλ’ σ’ πλατύ! Γιατί ο Θύμιος έχ’ πατέρα δάσκαλο! Χαμένε μήνα!

Μ’ έπιασε ένα παράπονο. Αλλά δεν μπορούσα να κλάψω, νόμιζα πως όλοι κοιτούσαν εμένα. Στάθηκα μπροστά σε κάτι γραβατωμένους, ήταν κι άλλοι εκεί γύρω, ησυχία, παράξενα κι ακατανόητα λόγια. Εκεί κι ο αγροφύλακας. Ούτε ξέρω τι με ρώτησαν, ούτε ξέρω τι είπα και τι αποφάσισαν, αργά το απόγευμα γύρισα πάλι στα πρόβατα.

– Γλίτωσες τ’ φυλακή. Γλίτωσες και τα χέρια σ’. Αλλά αν ξανακλέψεις, θα στα σπάσω εγώ. Μ’ απείλησεν ο πατέρας. Τζάμπα οι απειλές. Πείνα και δίψα. Κι ερημιά! Γύρω και μέσα μας. Και γεμάτος φρούτα ο τόπος.

Με μπάφιασαν οι στροφές, οι ανηφόρες κι οι κατηφόρες. Φάνηκε μπροστά μου η Κόνιτσα κι ανάσανα μ’ ανακούφιση. Είχεν αρχίσει να γέρνει ο φθινοπωριάτικος ήλιος. Κάτι έπιασε η άκρη του ματιού μου και τρόμαξα. Πάτησα μ’ αγωνία το φρένο στην τελευταία στροφή κι έκανα όπισθεν. Τα παιδιά μου κοιμούνταν στο πίσω κάθισμα. Κατέβηκα ανήσυχος και παγωμένος. Ένα παιδάκι δέκα περίπου χρόνων έμοιαζε σαν πεθαμένο στην άκρη του δρόμου, κάτω από έναν όχτο που έγερνε σαν υπόστεγο. Ψιλόβρεχε. Πήγα κοντά του. Ανάσαινε. Το ξύπνησα.

– Τι κάνεις εδώ; έπαθες τίποτα;

– Με πήρ’ ο ύπνος, ψέλλισε κι είχαν τα μάτια του όλη τη δυστυχία του κόσμου.

– Με ποιον είσαι;

– Με τ’ν αδερφή μ’, φυλάμε τα πρόβατα.

– Σχολειό πας;

– Όχ’. Ο πατέρας μας πέθανε, η μάνα μας άρρωστ’. Είμαστε πολύ φτωχοί.

– Η αδερφή σου; μεγαλύτερη;

– Όχ’. Μπορεί να κοιμάται κι αυτή.

Είχα δυο ρούχα παλιά. Και το σκέπασα μην κρυώσει. Και κάτι σοκολάτες. Τις άφησα δίπλα του. Πάτησα γκάζι. Λίγο πιο κάτω σταμάτησα. Έσκυψα πάνω στο τιμόνι και το γέμισα δάκρυα. Έκλαιγα όπως δεν έκλαψα τότε που μ’ έγδερναν οι βροχές κι οι αγέρες και μ’ έδερναν τα ξενύχτια κι οι άνθρωποι. Ξύπνησε ο γιος μου.

– Γιατί σταματήσαμε; Πού είμαστε; Τι έπαθες;

– Τίποτα, μάνα μ’. Κουράστηκα. Πάμε.

Σκούπισα τα μάτια μου και ξεκίνησα. Πολλές φορές αισθάνθηκα ενοχές που δεν τέλειωσα το σχολειό και δεν πήρα τ’ απολυτήριο. Πολλές φορές έφερα στο νου μου το δικαστήριο και τα φιρίκια που δεν πρόλαβα να μασήσω και να σβήσω την πείνα μου και τη δίψα μου. Και πολλές φορές αναρωτήθηκα αν αισθάνθηκαν ποτέ ενοχές εκείνοι που δε μ’ άφηναν να πάω στο σχολειό κι έκαναν τη γνώση απαγορευμένο καρπό. Κι εκείνοι που δε μ’ άφηναν να χαρώ μια μπουκίτσα απ’ τα σύκα και τα φιρίκια και τα σταφύλια που τα ’τρωγαν τα σκουλήκια, οι ασβοί κι οι νυφίτσες, και με κουβαλούσαν στα δικαστήρια, μόνο εμένα, όχι το Θύμιο του δάσκαλου, για να μου το πουν κι έτσι και να καταλάβω κι αλλιώς πως όλοι και όλα ήταν εναντίον μας και πως ήταν στη μοίρα μας να υποφέρουμε και να πονάμε ως το τέλος.

Είχα πια φτάσει στο τέλος του ταξιδιού, όταν έπαιρνε να πέφτει ένα γλυκό σαν πορφύρα χρώμα στη δύση. Κοίταξα πίσω. Τα παιδιά μου κοιμούνταν.

– Δε θα σας ταίριαζε, αγάπες μου, εσάς μια τέτοια μοίρα και δε θα σας πήγαινε ένας τέτοιος κόσμος όπως εκείνος, ψιθύρισα. Και σκούπισα τα δάκρυα ξανά, καθώς μπαίναμε στο χωριό και ελάττωνα την ταχύτητά μου για να διασχίσει το δρόμο το μικρό κοπάδι του μπάρμπα Γόρα.

 (Από τη συλλογή «Πηγάδια και πήγασοι – Αφηγήματα της  δραχμούλας)