Τα αναπάντητα ερωτήματα για την εκπαίδευση

Ακόμη και  στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, με τη συνέντευξη του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης, κ. Κυριάκου Μητσοτάκη, το ζήτημα της εκπαίδευσης  παρέμεινε στην επικαιρότητα, πολύ περισσότερο που ο κ. Μητσοτάκης έθεσε κάποιους αρκετά ενδιαφέροντες προβληματισμούς. Ακόμα κι αν κάποιος δεν τους συμμερίζεται, δεν παύουν να προκαλούν την προσοχή, αν και φοβάμαι ότι  πιο πολύ από ουσιαστική παρέμβαση στην Εκπαίδευση περισσότερο στοχεύουν ακριβώς στην προβολή του φορέα τους. Ο πρόεδρος της «Νέας Δημοκρατίας» υποσχέθηκε επενδύσεις σε εξωστρεφή ιδιωτικά πανεπιστήμια, που θα φέρουν χιλιάδες φοιτητές από το εξωτερικό, αναφέρθηκε στην ανάγκη της Εκπαίδευσης (αν μίλησε για Παιδεία), για πιο αυτόνομα και δημιουργικά σχολεία, με πολύ μεγαλύτερη ελευθερία στην οργάνωση, τη διαχείριση πόρων, την επιλογή διδακτικού προσωπικού, την κατάρτιση προγράμματος σπουδών, και τόνισε ότι τα σχολεία θα πρέπει να ξεφύγουν από την τυραννία του ωρολόγιου προγράμματος. «Με αξιολόγηση παντού, αλλά κυρίως με νέα αντικείμενα που θα διδάσκουν προγραμματισμό, τη γλώσσα του μέλλοντος, ήδη από το δημοτικό. Να αναπτύσσουν τα παιδιά μας όχι απλά ικανότητα στη στείρα παπαγαλία, αλλά κυρίως δεξιότητες, όπως η ομαδική δουλειά.» Αντιπαρέρχομαι το γεγονός ότι ήδη οι υπολογιστές έχουν μπει στα δημοτικά σχολεία από τις μικρές κιόλας τάξεις με (κατά τη γνώμη μου) αρκετά αρνητικά αποτελέσματα όσον αφορά την επαφή των παιδιών με το διάβασμα, άρα και με την κριτική σκέψη επομένως και με τη φαντασία και τη δημιουργική γραφή.  Στέκομαι πιο πολύ στη στόχευση ανάπτυξης δεξιοτήτων κι όχι αυτόνομης προσωπικότητας ή ηθικής ψυχής.

Πριν τοποθετηθώ επί του θέματος, θα ήθελα να παραθέσω τα λόγια ενός μεγάλου σοφού: «Ότι πρέπει, λοιπόν, να θεσπίσουμε νόμους για την παιδεία και ότι αυτή πρέπει να  έχει δημόσιο χαρακτήρα, είναι φανερό· ποιος λοιπόν θα πρέπει να είναι ο χαρακτήρας αυτής της παιδείας και με ποιον τρόπο πρέπει αυτή να παρέχεται, αυτά είναι ανάγκη να μη διαφύγουν της προσοχής μας. Γιατί σήμερα υπάρχουν διαφορετικές απόψεις ως προς το εκπαιδευτικό πρόγραμμα. Πράγματι, δεν έχουν όλοι τη γνώμη ότι πρέπει να μαθαίνουν οι νέοι τα ίδια, ούτε με στόχο την αρετή ούτε με στόχο την άριστη ζωή ούτε είναι φανερό αν η παιδεία πρέπει να έχει στόχο της περισσότερο την άσκηση και την καλλιέργεια του νου ή τη διαμόρφωση ηθικού χαρακτήρα· αν ξεκινήσουμε από την εκπαίδευση που παρέχεται σήμερα, η έρευνά μας θα βρεθεί αντιμέτωπη με μεγάλη σύγχυση και δεν είναι καθόλου φανερό αν η παιδεία οφείλει να επιδιώκει αυτά που είναι χρήσιμα για τη ζωή ή αυτά που οδηγούν στην αρετή ή αυτά που απλώς προάγουν τη γνώση (γιατί όλες αυτές οι απόψεις έχουν βρει κάποιους υποστηρικτές)· και σχετικά με αυτά που οδηγούν στην αρετή δεν υπάρχει καμιά απολύτως συμφωνία (εξάλλου καταρχήν δεν έχουν όλοι την ίδια ιδέα για την αρετή που τιμούν· επομένως, είναι φυσικό να υποστηρίζουν διαφορετικές γνώμες και ως προς την άσκησή της). Είναι λοιπόν φανερό ότι οι νέοι πρέπει να διδάσκονται από τα χρήσιμα τα πιο απαραίτητα· όμως είναι φανερό ότι όχι όλα, δεδομένου ότι οι ασχολίες διακρίνονται σε αυτές που ταιριάζουν σε ελεύθερους ανθρώπους και σε αυτές που δεν ταιριάζουν σε ελεύθερους ανθρώπους και ότι από τα χρήσιμα πράγματα πρέπει να μαθαίνουν όσα δεν θα κάνουν αυτόν που τα μαθαίνει βάναυσο.»

Αυτά τα γράφει ο Αριστοτέλης (ναι ο αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος, ο δάσκαλος του Μεγάλου Αλεξάνδρου), στο βιβλίο του «Πολιτικά». Ο ένας από τους δύο πυλώνες της σύγχρονης φιλοσοφίας (μαζί με τον δάσκαλό του Πλάτωνα), εντάσσει την Παιδεία (και συνακόλουθα την Εκπαίδευση) στον τομέα της πολιτικής ενασχόλησης, δεδομένου ότι η Παιδεία πρωτίστως θα πρέπει να διαμορφώνει τον άριστο πολίτη. Ο πολίτης, όμως, δε μπορεί να νοηθεί ως «ιδιώτης» με την αρχαιοελληνική έννοια, δηλαδή ως ένα απλό άτομο που κατά κύριο λόγο κοιτάζει το συμφέρον του και δε δίνει δεκάρα για το διπλανό του ή για το κοινωνικό σύνολο. Ο σωστός πολίτης ενδιαφέρεται για το καλό της κοινωνίας στην οποία είναι ενταγμένος, διότι έτσι θα μπορέσει να ευημερήσει και ο ίδιος. Η ατομική ευημερία είναι αποτέλεσμα και μέρος της συλλογικής ευημερίας, επομένως, για να μπορέσει να αναπτυχθεί και να «πάει μπροστά» μια κοινωνία, θα πρέπει όλοι οι πολίτες της να σκέπτονται και να ενεργούν για το καλό της, με κοινή νοοτροπία και συλλογική δράση χωρίς να απεμπολούν τα διαφοροποιητικά τους χαρακτηριστικά. Αυτό προϋποθέτει κοινή βάση εκπαίδευσης, δηλαδή μια κοινά συμφωνημένη αφετηρία σχετικά με το τι θα πρέπει να μαθαίνουν τα παιδιά ώστε να γίνονται σωστοί πολίτες. Το «να ξεφύγουμε από την τυραννία του ωρολογίου προγράμματος», επομένως, δε θα πρέπει να λέγεται αβασάνιστα. Θα πρέπει να συνοδεύεται από σχετική πρόταση για το πώς θα διασφαλιστεί η κοινή αντίληψη που απαιτεί η πρόοδος κάθε κοινωνίας.

Θα περίμενε κανείς, δεδομένου ότι τα «Πολιτικά» του Αριστοτέλη γράφτηκαν κάπου μεταξύ του 335 και 323 π. Χ., να έχουν απαντηθεί στη σύγχρονη εποχή τα θεμελιώδη ερωτήματα που διατυπώνει ο φιλόσοφος για τη στόχευση της Εκπαίδευσης. Με λίγα λόγια ο Αριστοτέλης αναρωτιέται αν η Παιδεία θα πρέπει να είναι χρησιμοθηρική ή γνωσιοκεντρική ή ηθικοπλαστική. Σε κάποιο σημείο προς το τέλος του βιβλίου αναφέρει ότι η ιδανική Παιδεία των ιδανικών πολιτών θα έπρεπε να συνδυάζει ισομερώς και ομοιόμορφα και τα τρία αυτά στοιχεία. Να ξέρει κανείς τα χρήσιμα, αλλά με ευρύτητα γνώσεων και ηθικά δομημένη προσωπικότητα, ώστε να μπορεί να λειτουργεί ως ελεύθερος άνθρωπος. Η σύγχρονη ελληνική Εκπαίδευση έχει εδώ και καιρό μπατάρει προς την πλευρά της χρησιμοθηρικής τεχνοκρατικής εκπαίδευσης, γεγονός που διαφαίνεται και από τις συνεντεύξεις των πολιτικών μας στη Δ.Ε.Θ. Αν είμαστε ευχαριστημένοι από όλο αυτό ας το αποδεχτούμε. Αν όμως θεωρούμε ότι τα πράγματα μπορούν να γίνου καλύτερα μήπως ήρθα η ώρα για μια πραγματική μεταρρύθμιση με διακομματική συμφωνία και ορίζοντα εικοσαετίας;