Σχολεία και Κορωνοϊός

Ενώ βαδίζουμε ήδη τις τελευταίες μέρες του Αυγούστου,  μέσα στο δεύτερο (όπως φαίνεται) κύμα της πανδημίας του κορωνοϊού, βρισκόμαστε μπροστά σε πρωτόγνωρες καταστάσεις οι οποίες, όμως, αναδεικνύουν αφενός το μέτρο των ικανοτήτων ενός εκάστου, αφετέρου τις προτεραιότητες που δίνουμε στις αξίες μας ως κοινωνία. Για να είμαι ειλικρινής, δεν θα μπορούσαμε να περιμένουμε από κανέναν να έχει έτοιμο ένα σχέδιο αντίδρασης στην πανδημία, οργανωμένο και δομημένο σε κάθε του λεπτομέρεια. Κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε να συμβεί, ειδικά όταν ακόμα και οι πλέον ειδικοί δεν γνώριζαν επαρκώς τις ιδιότητες του νέου ιού και τους τρόπους αντιμετώπισής του (ας θυμηθούμε λίγο τις αντικρουόμενες, αρχικά, τοποθετήσεις σχετικά με τη μεταδοτικότητα του ιού από τα παιδιά, τη σκοπιμότητα ή μη της χρήσης μάσκας από το γενικό πληθυσμό κ.λπ.). Αυτό που θα μπορούσαμε να δούμε είναι μια συγκροτημένη δράση αντιμετώπισης του προβλήματος με βάση τις εισηγήσεις των ειδικών, βήμα-βήμα ανάλογα και με την εξέλιξη της πανδημίας και μια προσπάθεια αφενός να ενημερωθούν οι πολίτες έγκυρα και υπεύθυνα για το πώς και το γιατί των συγκεκριμένων ενεργειών, αφετέρου να «εκπαιδευθούν» σε συγκεκριμένες ενέργειες και τρόπους αντιμετώπισης του προβλήματος. Κάτι τέτοιο φάνηκε να γίνεται την Άνοιξη με θετικά αποτελέσματα.

Τώρα, απ’ ό,τι φαίνεται, βρισκόμαστε πάνω στο δεύτερο κύμα της πανδημίας και η διαφορά από την Άνοιξη έγκειται στο ότι δεν υπάρχει η εικόνα ενός προγραμματισμένου σχεδιασμού αντιμετώπισής του σε γενικές γραμμές, παρόλο που, σε σύγκριση με τότε, έχουμε περισσότερα δεδομένα. Βεβαίως η εικόνα είναι σχετικά καλύτερη (παρόλο που τα κρούσματα αυξάνονται λόγω των μετακινήσεων και των διακοπών του καλοκαιριού, των τουριστών και των μαζικών συναθροίσεων, οι θάνατοι παραμένουν σε σχετικά χαμηλά επίπεδα και οι διασωληνωμένοι συμπολίτες μας επίσης), ωστόσο διαφαίνεται μια κάποια αμηχανία εκ μέρους των υπευθύνων δεδομένου ότι ναι μεν υπάρχουν ανακοινώσεις μέτρων ανά περίσταση, απουσιάζει, όμως, η υπεύθυνη και τεκμηριωμένη ενημέρωση, αλλά και η προσπάθεια «εκπαίδευσης» (ας θυμηθούμε λίγο τα σποτάκια του «μένουμε σπίτι» και ας τα συγκρίνουμε με τα τωρινά, όχι μόνο ως προς την ποιότητα και την πληρότητα του περιεχομένου αλλά και ως προς τη συχνότητα και την περιοδικότητά τους). Αυτή η αμηχανία ως προς το σχεδιασμό εντοπίζεται κυρίως στο θέμα της εκπαίδευσης κυρίως σε επίπεδο θεσμοθετημένης εκπαιδευτικής διαδικασίας, δηλαδή σε ό,τι αφορά τα σχολεία.

Ας δούμε λίγο τα γεγονότα. Στις αρχές του καλοκαιριού είχε ανακοινωθεί ότι τα σχολεία θα ανοίξουν στις 7 Σεπτεμβρίου, προκειμένου να καλυφθεί μέρος της ύλης που χάθηκε με το υποχρεωτικό κλείσιμό τους την Άνοιξη. Πώς όμως θα γίνει αυτό το άνοιγμα; Δεν υπήρξε καμία πρόβλεψη, αν και αυτό θα μπορούσε να δικαιολογηθεί από το γεγονός ότι ακόμη τότε δεν μπορούσαμε να γνωρίζουμε σε ποια κατάσταση θα βρισκόταν η κοινωνία μας όσον αφορά την πανδημία. Τώρα όμως; Δεν θα έπρεπε να είχαν γίνει κάποιες κινήσεις προετοιμασίας ώστε να γνωρίζουν όλοι (οικογένειες, μαθητές, γονείς, εκπαιδευτικοί) πώς και με ποιες προϋποθέσεις θα γίνει η επανέναρξη;. Αυτή τη στιγμή (Σαββατοκύριακο 22-23 Αυγούστου) αυτό που γνωρίζουμε είναι ότι θα ανοίξουν τα σχολεία στις 7 Σεπτεμβρίου, με πλήρη σύνθεση (μάλλον) 27 μαθητών ανά αίθουσα, με υποχρεωτική χρήση μάσκας (μόνο στις αίθουσες κι όχι στα διαλείμματα), με ξεχωριστά διαλείμματα ανά τάξη (ακόμα κι αν αυτό σημαίνει για κάποιους εκπαιδευτικούς συνεχόμενες ώρες διδασκαλίας χωρίς ενδιάμεσο χρόνο προετοιμασίας και ανανέωσης δυνάμεων), τακτικό καθαρισμό των σχολείων και μέτρα αντιμετώπισης πιθανού κρούσματος. Ταυτόχρονα κυκλοφορούν φήμες (που δεν έχουν διαψευσθεί) ότι τα σχολεία θα ανοίξουν μια βδομάδα αργότερα από ό,τι υπολογιζόταν αρχικά, οι μάσκες που θα φορούν οι μαθητές και οι εκπαιδευτικοί μάλλον τελικά θα παρασχεθούν από τους δήμους (με επιβάρυνση του προϋπολογισμού των σχολικών επιτροπών, άρα περιορισμό των λειτουργικών δαπανών; άγνωστο), πολλά ολιγομελή τμήματα σε σχολεία της περιφέρειας (που διασφαλίζουν αποστάσεις άρα και σχετική ασφάλεια έναντι του ιού) δεν έχουν εγκριθεί από το Υπουργείο, με κίνδυνο οι μαθητές και μαθήτριες να πρέπει να μεταφερθούν σε σχολεία του κέντρου όπου υπάρχει μεγαλύτερη συγκέντρωση μαθητών και μαθητριών και περιμένουμε ανακοινώσεις.

Σε οποιαδήποτε χώρα του κόσμου που θέλει να λέγεται προοδευμένη και πολιτισμένη, δίνεται βάρος στη δημόσια εκπαίδευση. Αν η χώρα μας ήθελε να ανήκει στην κατηγορία αυτή, θα έπρεπε ήδη να είχε φροντίσει για την πρόσληψη επιπλέον εκπαιδευτικών, το χωρισμό των τμημάτων σε μικρότερα ώστε να διασφαλίζεται η ανά έναν μαθητή κατανομή στην αίθουσα (ακόμα και με λειτουργία των σχολείων πρωί-απόγευμα αν χρειαζόταν), τον έγκαιρο εφοδιασμό των σχολείων με το αναγκαίο υλικό (μάσκες γάντια, αντισηπτικά κ.λπ) ώστε να επιτευχθεί η ουσιαστική λειτουργία του σχολείου που είναι όχι μόνο η μετάδοση γνώσης (αυτή μπορεί κανείς να την αποκτήσει και από τα βιβλία ή την εμπειρία του), αλλά κυρίως η κοινωνική αλληλεπίδραση, η επικοινωνία εκπαιδευτικού και εκπαιδευόμενου, η αλληλοτροφοδότηση μεταξύ των μαθητών η γενικότερη κοινωνικοποίησή τους. Ο δάσκαλος δεν διδάσκει (δε μπορεί να διδάξει) μόνο με το λόγο και την εκφώνηση γνώσης. Διδάσκει (πρέπει να διδάσκει) με το παράδειγμά του κάθε στιγμή, τη στάση του όχι μόνο απέναντι στο άτομο (μαθητή ή μαθήτρια) αλλά και στο σύνολο, τη συμπεριφορά του μέσα και έξω από την αίθουσα. Αυτό είναι το μεγαλείο της ουσίας της διδακτικής αλληλεπίδρασης και αυτό χάνεται όταν μεσολαβούν ηλεκτρονικά μέσα ή ο φόβος της εκ του σύνεγγυς διδασκαλίας. Αν θέλουμε να προοδεύσουμε ως χώρα θα πρέπει να το λάβουμε σοβαρά υπόψη. Το ερώτημα, όμως, είναι: θέλουμε;

  Γράφει: Ο Κώστας Κωσταβασίλης