ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΙ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Δεν θα το πρόσεχα καθόλου αν το διαδίκτυο δεν είχε την κακή συνήθεια να μου υπενθυμίζει τις διάφορες επετειακές ημέρες που έχουν θεσπιστεί κατά καιρούς από διάφορους οργανισμούς του πλανήτη μας. Η 1η Ιουλίου ήταν, λέει, παγκόσμια ημέρα συνεταιρισμών. Απόρησα όταν το είδα. Γνωρίζουμε όλοι μας ότι παγκόσμιες μέρες του οτιδήποτε αφιερώνονται για ζητήματα που είτε δεν κινούν εύκολα το ενδιαφέρον του κοινού (όπως οι πάσης φύσεως ασθένειες κ.λ.) ή για οργανισμούς που κινδυνεύουν με εξαφάνιση. Είναι τέτοιο πράγμα οι συνεταιρισμοί; Με κέντρισε αρκετά η ιδέα και σκέφτηκα να το ψάξω λίγο περισσότερο το πράγμα. Καταρχάς, πράγματι υπάρχει παγκόσμια μέρα συνεταιρισμών. Καθιερώθηκε το 1995, με αφορμή τη συμπλήρωση 100 χρόνων από την ίδρυση της Διεθνούς Συμμαχίας των Συνεταιρισμών και εορτάζεται το πρώτο Σάββατο κάθε Ιουλίου. Ο Συνεταιρισμός αποτελεί μία μορφή επιχειρηματικότητας, που συσπειρώνει τους μικροπαραγωγούς. Σήμερα, οι συνεταιρισμένοι παραγωγοί ξεπερνούν το 1 δισεκατομμύριο παγκοσμίως.

Συνεταιρισμός, σύμφωνα με τη Διεθνή Συνεταιριστική Συμμαχία, είναι μια «αυτόνομη ένωση προσώπων που συγκροτείται εθελοντικά για την αντιμετώπιση των κοινών οικονομικών, κοινωνικών και πολιτιστικών αναγκών και επιδιώξεων τους, διαμέσου μιας συνιδιόκτητης και δημοκρατικά διοικούμενης επιχείρησης». Η ελευθερία της συγκρότησης συνεταιρισμού για την επιδίωξη νόμιμων σκοπών θεμελιώνεται στα συντάγματα όλων των φιλελεύθερων και δημοκρατικών πολιτειών (δικαίωμα του «συνεταιρίζεσθαι»). Στην ελληνική νομοθεσία γίνεται διάκριση μεταξύ Αστικών συνεταιρισμών και Αγροτικών συνεταιρισμών που διέπονται από διαφορετικό νομικό πλαίσιο. Στην χώρα μας, ωστόσο, το συνεταιριστικό κίνημα έχει ταυτιστεί πιο πολύ με τον αγροτικό χώρο.

Αγροτικοί συνεταιρισμοί είναι όσοι δραστηριοποιούνται σε οποιοδήποτε τομέα της αγροτικής οικονομίας. Για να ενισχυθεί ο κεφαλαιουχικός χαρακτήρας του αγροτικού συνεταιρισμού παρέχεται η δυνατότητα απόκτησης περισσοτέρων από μιας μερίδων, οι οποίες μπορούν να δώσουν στον κάτοχο δικαίωμα περισσοτέρων από μιας ψήφου, η οποία όμως σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να ξεπερνά τις τρεις. Οι Αγροτικοί ή γεωργικοί συνεταιρισμοί, στους οποίους περιλαμβάνονται οι κτηνοτροφικοί και οι αλιευτικοί, αποτελούν οικονομικές οργανώσεις με συλλογική καλλιέργεια, ή παραγωγή, επεξεργασία, διάθεση (εμπορία) αγαθών, δανειοδότηση μελών, αποζημιώσεις επί καταστροφών κ.λπ.
Σημειώνεται ότι τα κέρδη των παραπάνω μορφών συνεταιρισμών και ειδικότερα των καταναλωτικών επιστρέφονται στα μέλη τους υπό μορφή μερίσματος που ορίζεται ανάλογα με το χρηματικό ποσό που δαπανήθηκε από κάθε μέτοχο μέσα σε κάποιο τακτό διάστημα.

Το συνεταιριστικό κίνημα της Ελλάδας, με τη σύγχρονη μορφή του, θωρείται ότι αρχίζει από το 1900, με την ίδρυση του αγροτικού συνεταιρισμού Αλμυρού, που ονομαζόταν «Μετοχικός Γεωργικός Σύλλογος Αλμυρού». Γενικά, μέχρι το 1914 το αγροτικό συνεταιριστικό κίνημα ήταν περιορισμένο, γιατί ούτε συνεταιριστική νομοθεσία υπήρχε, ούτε το μορφωτικό επίπεδο βοηθούσε στη συνεταιριστική δράση τους, αλλά και οι λίγοι και ισχυροί έμποροι αγροτικών προϊόντων που υπήρχαν, αντιδρούσαν στην ίδρυση συνεταιρισμών, για λόγους συμφέροντος. Έτσι ως το 1913 υπήρχαν 87 αγροτικοί συνεταιρισμοί και 10 αστικοί συνεταιρισμοί. Μέχρι το 1915 που δημοσιεύτηκε ο νόμος 602 «περί συνεταιρισμών», είχαν ιδρυθεί συνολικά 152 αγροτικοί συνεταιρισμοί, με δράση κυρίως πιστωτική, εκτός του συνεταιρισμού Αλμυρού που χρησιμοποιούσε μηχανήματα αλωνισμού σιτηρών και καλαμποκιού, καθώς και τη Μεγαρική Εταιρεία Οίνων και Οινοπνευμάτων, που έκανε συγκέντρωση και διάθεση μούστου στις οινοδεξαμενές που είχε.

Μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο δημιουργήθηκαν αρκετές συνεταιριστικές οργανώσεις οι οποίες ασχολήθηκαν με τη μεταποίηση και εμπορία των αγροτικών προϊόντων, κλπ. Μεταξύ αυτών οι σημαντικότερες είναι: Η ΚΥΔΕΠ, η οποία ιδρύθηκε το 1940 και ασχολούνταν με τη διακίνηση των εγχωρίων προϊόντων (σιτηρών, βαμβακιού κλπ.), η οποία διαλύθηκε τη δεκαετία του 90. Η ΕΛΑΙΟΥΡΓΙΚΗ, η οποία ιδρύθηκε το 1949 και ασχολείται με την εμπορία του ελαιολάδου και τη μεταποίηση της ελιάς. Η ΕΛΒΙΖ, η οποία ιδρύθηκε το 1963 και ασχολείται με την παραγωγή ζωοτροφών, την πλειοψηφία της οποίας είχε η Αγροτική τράπεζα που την πούλησε τελικά σε ιδιωτικά κεφάλαια. Η ΣΕΚΑΠ, η οποία ιδρύθηκε το 1975 και ασχολείται με την παραγωγή τσιγάρων και με βιολογικό φίλτρο και η οποία ιδιωτικοποιήθηκε από την Αγροτική Τράπεζα. Η γνωστή μας ΔΩΔΩΝΗ, αγροτική βιομηχανία προϊόντων γάλακτος, τυριού με εξαγωγές στο εξωτερικό η οποία πουλήθηκε σε ιδιώτη από την Αγροτική Τράπεζα που είχε την πλειοψηφία της. Η ΣΥΝΕΛ  η οποία ιδρύθηκε το 1981 και αποσκοπούσε στον πλήρη, έγκαιρο και με χαμηλές τιμές εφοδιασμό της ελληνικής γεωργίας με λιπάσματα και η οποία τελικά διαλύθηκε.

Φαίνεται λοιπόν ότι στη χώρα μας οι όποιες προσπάθειες των συνεταιριστικών οργανώσεων να περάσουν στο χώρο της κοινωνικής οικονομίας στο δευτερογενή τομέα αποτυγχάνουν. Στη χώρα μας, βεβαίως, ο όρος «κοινωνική οικονομία» αγνοείται από μεγάλη μερίδα πολιτών αλλά και από τις δημόσιες αρχές. Επομένως λιγοστοί είναι εκείνοι που ασχολούνται με τις προοπτικές μιας εναλλακτικής οικονομίας (βλέπε ΘΕΣΓΑΛ, ΓΙΑΝΝΙΩΤΚΟ κ.λπ.). Επιπροσθέτως η κοινωνική οικονομία στην Ελλάδα, στην αντίληψη των περισσοτέρων πολιτών, ήταν ταυτισμένη σε μεγάλο βαθμό με τους αγροτικούς συνεταιρισμούς για τους οποίους η κοινή γνώμη είχε αρνητική εντύπωση λόγω των διαχειριστικών και οικονομικών προβλημάτων που εμφάνισαν. Αρνητικό στοιχείο ήταν και η έλλειψη εμπιστοσύνης προς τις περιορισμένες κρατικές πρωτοβουλίες για ενίσχυση του τομέα αυτού, δεδομένου ότι στο παρελθόν ο χώρος της κοινωνικής οικονομίας και των συνεταιρισμών χρησιμοποιήθηκε για κομματικούς σκοπούς.

Τελικά τη σημαία του συνεταιριστικού κινήματος μένουν να την κρατούν ψηλά οι Ενώσεις Αγροτικών Συνεταιρισμών οι οποίες θα πρέπει να δώσουν μεγάλο αγώνα για την ανάκτηση τη εμπιστοσύνης των μελών τους στην ιδέα τη συνεταιριστικής οικονομίας η οποία μπορεί να δώσει λύσεις στην εκμετάλλευση του μικροκαλλιεργητή και στην εμπορευματοποίηση της παραγωγής με όσο το δυνατόν ευνοϊκότερους για τους παραγωγούς όρους, σε ένα δύσκολο οικονομικά και κοινωνικά περιβάλλον. Η πορεία θα δείξει αν μπορούν να αντεπεξέλθουν στο καθήκον αυτό.

 

 

                                   ΚΩΣΤΑΣ ΚΩΣΤΑΒΑΣΙΛΗΣ