Στερνό αντίο στην Κική Δημουλά (και κάποιοι προβληματισμοί για την ποίηση στην εποχή μας)

Είναι δύσκολο, σε εποχές σαν τη δική μας να ασχολούμαστε με την ποίηση. Σε καιρούς κρίσης, «ισκιωμένους», όπως θα έλεγε και ο Άγγελος Τερζάκης, δεν είναι «εποχή για ποίηση κι άλλα παρόμοια», όπως θα έλεγε ο Νίκος Εγγονόπουλος. Ας θέσουμε, λοιπόν, ένα ερώτημα. Ποιο είναι το βασικό χαρακτηριστικό του ποιητικού λόγου; Θεωρείται ότι βασικό χαρακτηριστικό του ποιητικού λόγου είναι η «ηδύτης» (Αριστοτέλης) καθώς και τα επιμέρους χαρακτηριστικά της, δηλαδή το μέτρο, η ομοιοκαταληξία, τα κοσμητικά επίθετα, οι μεταφορές, οι παρομοιώσεις, τα ομοιοτέλευτα και ούτω καθ’ εξής. Τονίζεται, ωστόσο, πως όλα αυτά δεν είναι απαραίτητα στην Ποίηση περισσότερο απ’ όσο θα ήταν στο διαφημιστικό λόγο ή σε μια πολιτική ομιλία. Κοινή διαπίστωση, όμως, αποτελεί ότι ο ποιητικός λόγος είναι κατά βάση μεταφορικός λόγος. Στηρίζεται δηλαδή στην αλληγορία και την εικονοπλασία. Σε αντίθεση με τον πεζό λόγο, ο ποιητής δεν μπορεί, χωρίς να κουράσει ή να γίνει βαρετός, να επεκταθεί σε περιγραφικές αναφορές ή αναλυτικές μακρηγορίες. Κατ’ αυτόν τον τρόπο η καταφυγή στην εικόνα γίνεται μονόδρομος και η μεταφορά το όχημα που οδηγεί στον εικονοπλαστικό λόγο. Πόσο δύσκολη είναι η διαδικασία αυτή; Τόσο ώστε να ξεγελάει τους πάντες ότι μπορούν να γίνουν ποιητές. Όλοι μας κάποια στιγμή δοκιμάσαμε να γράψουμε κάποιο ποίημα. Πολλοί νομίζουν ότι, αν τηρήσουν κάποιους στοιχειώδεις κανόνες μετρικής ή ομοιοκαταληξίας, θα γίνουν αυτόματα και ποιητές. Αρκεί όμως αυτό; Προφανώς όχι. Κατά τη γνώμη μου, η δυσκολία στη δημιουργία ενός ποιήματος έγκειται κυρίως στη σύλληψη μιας εικόνας που διεγείρει ή και εκφράζει συναισθήματα με τέτοιον τρόπο ώστε να οδηγήσει την ψυχή σε σφαίρες μυστικές και ανομολόγητες, εκεί δηλαδή όπου η λογική δεν αρκεί από μόνη της για να εκφράσει τον άνθρωπο. Θα μπορούσαμε να πούμε πως την ποίηση τη βιώνεις, τη συναισθάνεσαι, την αγαπάς αλλά δεν θα μπορέσεις ποτέ να την ερμηνεύσεις με τη λογική και να την κατακτήσεις. Γι’ αυτό, όπως λέει και ο ποιητής Γιώργης Παυλόπουλος, παρόλο που η Ποίηση «είναι μια πόρτα ανοιχτή», «δεν άνοιξε ποτέ για όσους μπόρεσαν να ιδούν στο βάθος». Κι όπως λέει ο ποιητής Θεόκριτος στον νέο ποιητή Ευμένη, στο ποίημα του Κ. Π. Καβάφη, «Το πρώτο σκαλί», «εις το σκαλί για να πατήσεις τούτο (ενν. της ποίησης)/πρέπει με το δικαίωμά σου να ‘σαι/πολίτης εις των ιδεών την πόλι./Και δύσκολο στην πόλι εκείνην είναι/και σπάνιο να σε πολιτογραφήσουν».

Όλα αυτά γίνονται δραματικά επίκαιρα, όταν φεύγουν από τη ζωή χαρισματικά άτομα που μπόρεσαν να ανέλθουν στη σκάλα της ποίησης με επιτυχία, χωρίς ποτέ να επαναπαυθούν σε εφήμερες δάφνες ή πρόσκαιρη αναγνώριση. Ένα τέτοιο πρόσωπο είναι και η ποιήτρια Κική Δημουλά που αποχαιρέτισε τα εγκόσμια στις 22 Φεβρουαρίου. Η Κική Δημουλά  γεννήθηκε στην Αθήνα το 1931 ως Βασιλική Ράδου. Το 1952 παντρεύτηκε τον ποιητή Άθω Δημουλά, με τον οποίο απέκτησε δύο παιδιά. Εργάστηκε σαν υπάλληλος στην Τράπεζα της Ελλάδος από το 1949 έως και το 1973. Τιμήθηκε το 1972 με το Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή Το λίγο του κόσμου, το 1989 με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή Χαίρε ποτέ και το 1995 με το Βραβείο Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών για τη συλλογή Η εφηβεία της λήθης. Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά, στα Γαλλικά, στα Ισπανικά, στα Ιταλικά, στα Πολωνικά, στα Βουλγαρικά, στα Γερμανικά και στα Σουηδικά. Από το 2002 ήταν τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών ( η τρίτη μόλις γυναίκα στην ιστορία του θεσμού!).

Σε μία ομιλία της για την ποίηση η Δημουλά όρισε ως εξής το ποίημα: «Βαδίζεις σε μιαν έρημο. Ακούς ένα πουλί να κελαηδάει. Όσο κι αν είναι απίθανο να εκκρεμεί ένα πουλί μέσα στην έρημο, ωστόσο εσύ είσαι υποχρεωμένος να του φτιάξεις ένα δέντρο. Αυτό είναι το ποίημα». Πράγματι η ποίηση της Δημουλά ανθεί πάνω στο άνυδρο έδαφος της στέρησης, της απώλειας, της συναισθηματικής ματαίωσης και, προκειμένου για τα μετά από τη συλλογή Χαίρε ποτέ ποιήματά της, πάνω στο έδαφος της απουσίας του αγαπημένου προσώπου. Αυτή τη στέρηση κι αυτή την απουσία αναπληρώνει επιτυγχάνοντας μέσα στο χώρο της ποίησης την επικοινωνία με ένα εσύ, με τον άλλον που λείπει, επικοινωνία που η πραγματικότητα αρνείται. Και από αυτή την άποψη η ποίηση της Δημουλά, όσο πικρά συναισθηματικά φορτία κι αν κουβαλά, στην ουσία επιτυγχάνει την κάθαρση και τη λύτρωση. Μέσα στον ποιητικό της χώρο, κατοικεί η ίδια περιστοιχισμένη από τα άψυχα αντικείμενα και από τις αφηρημένες έννοιες. Στις τελευταίες, δίνει υπόσταση υποκειμένων, επιτρέποντάς τους έτσι να κινούνται, να αισθάνονται, να πάσχουν και γενικώς να συμπεριφέρονται ως δρώντα πρόσωπα. Υπάρχει, δηλαδή, κατά κανόνα μία ακινησία του ποιητικού εγώ, του μόνο έμψυχου εγκάτοικου του ποιητικού της κόσμου, και αντιστοίχως μία αέναη κινητικότητα του αφηρημένου. Πρόκειται για ένα από τα πιο ευδιάκριτα χαρακτηριστικά της ιδιότυπης ποιητικής φωνής της.

Χαρακτηριστική είναι η γλωσσική της τόλμη που συχνά την οδηγεί σε μία ιδιαίτερα ευρηματική λεξιπλασία. Για τη λεξιπλασία αυτή γράφει ο Παντελής Μπουκάλας στην Καθημερινή: « Αναφέρομαι βέβαια σε όλα τα σύνεργα που καθιστούν πράγματι «πολυμήχανο το ταξίδι της φωνής»: στις μεταφορές, στις παρηχήσεις, τις διπλώσεις και τις επωδούς, στα ανακόλουθα και τα υπερβατά που φτάνουν ως την αποδιάρθρωση της σύνταξης, στη χρήση επιθέτων ως ουσιαστικών, στα οξύμωρα, στα ανανταπόδοτα όπου το νόημα αφήνεται εκκρεμές, στους νεολογισμούς, και κυρίως στον πανταχού παρόντα ανθρωπομορφισμό και τα αιφνιδιαστικά ζεύγη, τα οποία αναλαμβάνουν το εγχείρημα να δημιουργήσουν νέο, ενιαίο πλάσμα, απελευθερώνοντας έτσι συνειρμούς που ειδάλλως θα παρέμεναν αιχμάλωτοι της εκφραστικής συμβατικότητας. Τα απροσδόκητα ζεύγη (είτε επιθέτου και ουσιαστικού είτε ρήματος και ουσιαστικού είτε δύο ουσιαστικών), το «χέρσο ύψος», το «κραυγάζω φωταψίες», το «ευρυχωρία αναμονής» της νέας συλλογής, έχουν πολλούς προγόνους: το «φορτηγό κλάμα», την «επιδόρπια θάλασσα», το «εκφωνείς γραμματόσημα» και τους «πολιούχους χωρισμούς» του «Χαίρε ποτέ», τη «χήρα στιγμή», το «φως κορνάρει» και τον «δουλοπάροικο παλμό» στο «Τελευταίο σώμα μου», τον «αξημέρωτο ήχο» και τα «ετοιμόρροπα μεσάνυχτα» που απαντούν στο «Λίγο του κόσμου», ή το «μεσίστιο μέλλον» και το «φυτεύομαι άνθη, ανθίζω συναισθήματα» του «Ερήμην» (1958). Μανιέρα; Χωρίς αυτά τα συστατικά, η ποίηση της Δημουλά δεν θα ήταν απλώς άλλη· θα ήταν λιγότερο λαμπρή και πλούσια και πολύ πιο κλειστή στον εαυτό της, ένα αίνιγμα δίχως ανοίγματα».

Στο τελευταίο ταξίδι της η Κική Δημουλά θα συναντήσει και την ομότεχνή της Κατερίνα Αγγελάκη – Ρουκ που «έφυγε» περίπου ένα μήνα νωρίτερα. Φαίνεται ότι η εποχή μας παραέγινε σκληρή για την ποίηση και όσους/όσες τη διακονούν.