Skip to content

Καθώς διανύουμε τη δεύτερη πλήρη εβδομάδα του Μαΐου, αξίζει να θυμηθούμε ορισμένα γεγονότα που εκτυλίχθηκαν στο παρελθόν κατά το μήνα αυτόν και είναι ενδεικτικά αφενός μεν της νοοτροπίας του ελληνικού κράτους, αφετέρου δε της κακοδαιμονίας που μαστίζει την Ελλάδα από ιδρύσεώς της. Αναφέρομαι, κυρίως στα λεγόμενα «Σκιαδικά»>  Ως «Σκιαδικά» έμειναν στην ιστορία τα σοβαρά επεισόδια που έγιναν στο Πεδίον του Άρεως στην Αθήνα στις 10 και 11 Μαΐου 1859. Ας πάρουμε, όμως, τα γεγονότα από την αρχή τους. Ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής, υπουργός Εξωτερικών εκείνη την εποχή και διαπρεπής πανεπιστημιακός, λογοτέχνης και ποιητής, είχε διατυπώσει πολλές φορές σε οικογενειακές συζητήσεις την άποψη ότι οι πιο εύπορες τάξεις έπρεπε να στραφούν στην αγορά ελληνικών προϊόντων, προκειμένου να ενισχυθεί η εγχώρια παραγωγή, που η ενίσχυσή της, για τον Ραγκαβή, αποτελούσε εθνική ανάγκη. Ο γιος του Κλέων διέδωσε την ιδέα σε μαθητές και φοιτητές οι οποίοι στις 10 Μαΐου του 1859 βγήκαν περίπατο στο Πεδίο του Άρεως φορώντας ψάθινα καπέλα από τη Σίφνο, που ονομάζονταν σκιάδια. Όμως οι εισαγωγείς καπέλων από το εξωτερικό που πλήττονταν από αυτήν την πρωτοβουλία, έστειλαν στο Πεδίο του Άρεως υπαλλήλους τους που φορούσαν αστεία και κουρελιασμένα σκιάδια για να διακωμωδήσουν τους νέους, με αποτέλεσμα να γίνουν επεισόδια. Κλήθηκε η αστυνομία η οποία στράφηκε κατά των φοιτητών και των μαθητών.

Η αστυνομία επενέβη ενώπιον του βασιλικού ζεύγους, που τυχαία ήταν παρόν, και με τις οδηγίες του ίδιου του διοικητή της απαίτησε τη διάλυση των φοιτητών, εκείνη όμως αγνόησαν τη διαταγή και οπισθοχώρησαν στο προάστιο της Νεάπολης, κυνηγημένοι από την αστυνομία – η οποία μάλιστα συνέλαβε τρεις από τους διαδηλωτές. Τελικά, κατάφεραν να τους εκτοπίσουν από τη Νεάπολη, όχι όμως και να τους διαλύσουν, γιατί σαν ένα σώμα κατευθύνθηκαν προς το κέντρο της πόλης και στη διασταύρωση των οδών Ερμού και Αιόλου, εκεί όπου βρισκόταν το καφενείο «η Ωραία Ελλάς», συγκεντρώθηκαν ξανά, ενώ μαζί με αυτούς ήρθε μεγάλο πλήθος για να συνδράμει. Νέοι και λαός ανηφόρισαv την οδό Ερμού και ξεκίνησαν διαδήλωση κάτω από τα ανάκτορα, ζητώντας την ελευθέρωση των τριών συλληφθέντων νέων, καθώς και την αποπομπή του διοικητή της αστυνομίας Δημητριάδη. Κάποιοι λόχοι του πεζικού μαζί με χωροφύλακες και αστυνόμους μόλις τα μεσάνυχτα κατάφεραν να διαλύσουν το πλήθος και να επαναφέρουν την τάξη – η οποία όμως επρόκειτο να διαταραχθεί και την επόμενη μέρα.

Την επόμενη ημέρα φοιτητές και πλήθος λαού συγκεντρώθηκαν μπροστά στα προπύλαια του Πανεπιστημίου. Ακολούθησε διαδήλωση η οποία κατέληξε στο Υπουργείο Εσωτερικών. Εκεί οι διαδηλωτές απαίτησαν από τον υπουργό την παύση του διευθυντή της αστυνομίας Δημητριάδη. Η απάντηση του υπουργού ότι το θέμα θα εξεταζόταν δεν ικανοποίησε τους συγκεντρωμένους που ζήτησαν να εμφανισθούν και ενώπιον του Όθωνα για το ίδιο θέμα, ο βασιλιάς όμως αρνήθηκε προβάλλοντας ορισμένες διαδικαστικού τύπου δικαιολογίες, γεγονός που εξερέθισε ακόμα περισσότερο τα πνεύματα. Ο κόσμος επέστρεψε στο Πανεπιστήμιο και καθώς η συγκέντρωση άρχισε να παίρνει απειλητικότερο χαρακτήρα ο φρούραρχος της Αθήνας, Μιχαήλ Σούτσος οδηγώντας μια σχετικά μεγάλη στρατιωτική δύναμη, πολιόρκησε το Πανεπιστήμιο και απώθησε τους ταραχοποιούς. Το υπουργικό συμβούλιο, από την άλλη, σε έκτακτη συνεδρίαση, έκανε δεκτή την παραίτηση του διοικητή και ανέθεσε τα καθήκοντά του στο γραμματέα της αστυνομίας. Επίσης, αποφάσισε τη διακοπή των μαθημάτων του Πανεπιστημίου για μερικές μέρες και διέταξε το νομάρχη Αττικής και Βοιωτίας να βγάλει προκήρυξη, με την οποία να απαγόρευε οποιαδήποτε συγκέντρωση. Με τα μέτρα αυτά αποκαταστάθηκε η ησυχία, και αποφυλακίσθηκαν οι συλληφθέντες.

Το περιστατικό αυτό καταδεικνύει κάποιες από τις εγγενείς αδυναμίες της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας ήδη από το 19ο αιώνα. Καταρχάς εντοπίζουμε την αδυναμία της ελληνικής βιομηχανίας και βιοτεχνίας (τριτογενής τομέας) να κυριαρχήσει στην ντόπια αγορά και να ανταγωνιστεί τα εισαγόμενα προϊόντα. Ακόμα και στα ψάθινα καπέλα οι εγχώριοι έμποροι προτιμούσαν τα εισαγόμενα προϊόντα δεδομένης της προτίμησης κυρίως του αθηναϊκού αγοραστικού κοινού στις ξένες, συνήθως ποιοτικά ανώτερες, ετικέτες. Αυτό είχε σαφώς αρνητική επίδραση τόσο στην ανάπτυξη της ελληνικής βιομηχανίας (η οποία παρέμενε για δεκαετίες σε εμβρυακό επίπεδο), όσο και στην πρόοδο της οικονομίας του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Προφανώς υπήρχαν επιθυμίες για ανάπτυξη και ενίσχυση της ελληνικής βιοτεχνικής και βιομηχανικής παραγωγής, αλλά υπήρχε αντίστοιχα και ανάλογη αντίδραση. Σε δεύτερο επίπεδο εντοπίζουμε την αυταρχική αντιμετώπιση ενός διαμαρτυρόμενου πλήθους. Αυτό είναι κάτι συνηθισμένο για εκείνη την εποχή, καθώς επρόκειτο για μια αυταρχική νοοτροπία που ο γερμανικής καταγωγής βασιλιάς Όθων κουβαλούσε από την παιδική του ηλικία ως κληρονόμος του ελέω Θεού απόλυτου μονάρχη και βασιλιά της Βαυαρίας, πατέρα του. Δυστυχώς η κληρονομία των τέτοιων τακτικών ακόμα και στη σημερινή δημοκρατία αναδεικνύει τη δυσκολία με την οποία απαλλασσόμαστε από βαρίδια του παρελθόντος. Ας μας γίνει μάθημα το παρελθόν, ώστε να μην κινδυνεύσουμε στο μέλλον.