Skip to content

Γράφει ο ΚΩΣΤΑΣ ΚΩΣΤΑΒΑΣΙΛΗΣ
Η ημέρα του ραδιοφώνου, κάθε 13 Φεβρουαρίου, έφερνε πάντα στο μυαλό μου τα παιδικά μου χρόνια, σε μια γειτονιά στην πάροδο της οδού Αγίων Θεοδώρων στην Άρτα, όταν η τηλεόραση δεν είχε μπει ακόμα στη ζωή μας και το ραδιόφωνο αποτελούσε την κύρια πηγή καθημερινής διασκέδασης , ου μην και πληροφόρησης, μαζί με την αναγκαία εφημερίδα. Θυμάμαι (με σχετική νοσταλγία οφείλω να ομολογήσω) εκείνα τα χρόνια, όταν μαζευόμασταν γύρω από τη συσκευή του ραδιοφώνου να ακούσουμε τη θρυλική πια εκπομπή της «θείας Λένας» ή όταν το μεσημεριανό φαγητό συνόδευαν τα καινούρια τραγούδια από την εκπομπή «Η Πόλυγκραμ παρουσιάζει», ενώ για τον ανδρικό πληθυσμό της οικογένειας ήταν σχεδόν αναγκαία η ακρόαση των ποδοσφαιρικών αγώνων που μεταδίδονταν κάθε Κυριακή. Πέρα από την αναπόφευκτη ωραιοποίηση των αναμνήσεων που επιφέρει ο χρόνος, νομίζω ότι το ραδιόφωνο αντανακλούσε την σχετική αθωότητα και απλότητα της ζωής εκείνης της εποχής. Τα νέα που ακούγαμε στο ραδιόφωνο γίνονταν αντικείμενο συζήτησης στη γειτονιά, τα γκολ που περιέγραφαν οι αθλητικοί ανταποκριτές μεταβάλλονταν στην παιδική μας φαντασία σε μοναδικής επιδεξιότητας θαύματα του ποδοσφαίρου, ακόμα και οι κακές ειδήσεις (όπως αυτή της επιστράτευσης του 1974 που την ακούσαμε ραδιοφωνικά στο δρόμο για Κορωνησία) γίνονταν αντικείμενο ανάλυσης, γεγονός που πυροδοτούσε συζητήσεις, κριτικές αναλύσεις και προβλέψεις.
Ακόμα κι αν κάποιες φορές οι συζητήσεις αυτές αφορούσαν καθημερινά θέματα και θα μπορούσαν απλώς να εκληφθούν ως κουτσομπολιό ή αν έφταναν (σε λίγες περιπτώσεις) σε ένταση, δεν έπαυαν να αποτελούν αφετηρία προβληματισμού και ερέθισμα της κριτικής σκέψης. Ταυτόχρονα έφερναν κοντά τους ανθρώπους στη γειτονιά ή το καφενείο, με αποτέλεσμα να διαμορφώνεται ένα σώμα πολιτών με άποψη για την πολιτική, την κοινωνία, την Τέχνη, αλλά και το ποδόσφαιρο, τις νέες τάσεις της μόδας, την καλή συμπεριφορά και όλα τα ανάλογα. Αν μπορούσαμε, λοιπόν, να συνοψίσουμε το τι προσέφερε το ραδιόφωνο εκείνη την εποχή θα αναφέραμε ότι προσέφερε ευκολία ως προς τον τόπο και το χρόνο ενημέρωσης καθώς βρισκόταν παντού, επέτρεπε την παράλληλη ενασχόληση µε άλλη δραστηριότητα, όπως για παράδειγμα οι οικιακές εργασίες, ενημέρωνε µε συντομία και αμεσότητα. Παράλληλα, καθώς κυριαρχούσε ο λόγος, επέτρεπε την ανάπτυξη της κρίσης και της φαντασίας, ενθάρρυνε το διάλογο και έτσι μας έκανε όλους πιο συμμετοχικούς σε κάθε δραστηριότητα. Τέλος είχε έντονα ψυχαγωγικό χαρακτήρα προσφέροντας παράλληλα ποικιλία επιλογών που κάλυπταν όλες τις προτιμήσεις.
Τη μαγεία αυτή του ραδιοφώνου (που τόσο όμορφα αναδεικνύει ο Γούντι Άλεν στην ταινία του «Ημέρες ραδιοφώνου»), ήρθε να κατανικήσει η τηλεόραση. Με την κυριαρχία της εικόνας και την μαζική κουλτούρα της, απευθυνόμενη, ωστόσο, ατομικά στον καθένα, η τηλεόραση αποτέλεσε τον οδοστρωτήρα που κατέλυσε την ικανότητα της ακρόασης (γιατί με το ραδιόφωνο μάθαινες και να ακούς τον άλλο) και ισοπέδωσε την ανάγκη για κριτική και διάλογο. Πολύ περισσότερο, διαμόρφωσε το υπόβαθρό έτσι ώστε τα μικρά παιδιά και οι νέοι να υποδουλωθούν στην κυριαρχία της παντοδύναμης πλέον εικόνας, με αποτέλεσμα να ξεχνούν σταδιακά πώς είναι να ακούει κανείς το συνομιλητή του, να συμμετέχει σε διάλογο, να διαβάζει ένα βιβλίο, να φαντάζεται ο ίδιος πώς θα μπορούσε να είναι ο χώρος όπου εκτυλίσσονται τα διάφορα γεγονότα ή ακόμα και πώς θα μπορούσαν να διαμορφωθούν τα ίδια τα γεγονότα αυτά. Γενικά θα μπορούσε να πει κανείς ότι η τηλεόραση καταφεύγει συχνά στον εντυπωσιασμό και αποτελεί μονόδρομη επικοινωνία που παθητικοποιεί το δέκτη. Για μας τους απλούς ανθρώπους, εξάλλου, είναι δύσκολη η διασταύρωση των ειδήσεων σε ζωντανές καλύψεις γεγονότων, επομένως ελλοχεύει ο κίνδυνος υπερβολής ή παραπληροφόρησης. Ταυτόχρονα είναι αισθητός ο εμπορικός χαρακτήρας της που συχνά υπαγορεύει µη θεμιτούς τρόπους προσέλκυσης του ενδιαφέροντος του τηλεθεατή. Διεισδύει υπερβολικά στον ψυχικό κόσμο του δέκτη, στην κοινή γνώμη και στην πολιτική ζωή και χρησιμοποιεί συχνά πρόχειρο λόγο, µε αποτέλεσμα να μας επηρεάζει με αρνητικό τρόπο γλωσσικά. Λόγω του καταιγιστικού ρυθμού μετάδοσης των μηνυμάτων που προβάλλει, αδυνατούμε να τα επεξεργαστούμε λογικά. Δεν πρέπει επίσης να παραλείψουμε το γεγονός ότι προσφέρει συχνά ευτελή θεάματα που υποβιβάζουν το πνευματικό μας επίπεδο του δέκτη.
Στο υπόβαθρο αυτό της κυρίαρχης εικόνας, η εποχή μας πλέον δεν κυριαρχείται από την τηλεόραση αλλά από τις οθόνες των πάσης φύσεως υπολογιστών (σταθερών μονάδων, φορητών λάπτοπ, εύχρηστων τάμπλετ, πανταχού παρόντων κινητών τηλεφώνων, σμάρτφον και άιφον) οι οποίες λειτουργούν σαν τις σειρήνες που μάγεψαν τον Οδυσσέα στο ταξίδι του προς την Ιθάκη. Κι αν εκείνος είχε τουλάχιστον την πρόνοια να βουλώσει τα αυτιά των συντρόφων του και να δεθεί στο κατάρτι για να μην υποκύψει στη μαγεία τους, πόσο εμείς και τα παιδιά μας (ιδιαίτερα τα μικρότερα) έχουμε τη γνώση ή την πρόνοια να λάβουμε τα απαραίτητα μέτρα; Όλο και περισσότερα παιδιά, τα τελευταία χρόνια, εθίζονται στο διαδίκτυο, στα παιχνίδια μέσω του διαδικτύου, ξενυχτούν μετατρέποντας τη νύχτα σε μέρα, ζουν μια ζωή που τους φαίνεται να είναι ανιαρή και άνευ ουσίας έξω από τον εικονικό κόσμο του υπολογιστή εντός του οποίου αισθάνονται κυρίαρχα. Αποτελέσματα της τέτοιας αφοσίωσης στην οθόνη (υπολογιστή, τάμπλετ, κινητού) είναι η σταδιακή απώλεια της κριτική ικανότητας, η κυριαρχία της αδιαφορίας για τα κοινωνικά και πολιτικά δρώμενα, εν τέλει η πλήρης παθητικοποίηση που οδηγεί στην εύκολη χειραγώγηση.
Για το λόγο αυτό, οποιαδήποτε πρωτοβουλία στοχεύει στη δραστηριοποίηση των νέων, στη συλλογική δράση και την κινητοποίηση της κρίσης και της φαντασίας είναι καλοδεχούμενη και θα πρέπει να υποστηρίζεται με κάθε τρόπο. Τέτοιας μορφής πρωτοβουλία, που μάλιστα συνδυάζει την απόκτηση γνώσεων με το παιγνίδι, την επαφή με την τοπική ιστορία και παράδοση με τη συνεργατική βιωματική μάθηση είναι και το «Κυνήγι του χαμένου θησαυρού» που με επιτυχία διοργάνωσε πέρυσι ο δήμος Αρταίων και ξαναδιοργανώνεται φέτος, με περισσότερες εκπλήξεις (όπως υπόσχονται οι διοργανωτές) στις 19 Φεβρουαρίου με αφετηρία την πλατεία Εθνικής Αντίστασης. Καλό θα ήταν να στηριχτεί και φέτος η πρωτοβουλία αυτή (για δηλώσεις συμμετοχής μπορεί κανείς να μπει στη σελίδα του κυνηγιού και από τη σελίδα του δήμου Αρταίων), γιατί αποτελεί μια όμορφη εναλλακτική απόδραση από τη φυλακή της απομόνωσης και του ατομικισμού όπου κλεινόμαστε σχεδόν με τη θέλησή μας μέσα στον κόσμο της εικονικής πραγματικότητας!