Ποντιακός Ελληνισμός: Διαχρονική Κοιτίδα Πολιτισμού

Η πρόσφατη επέτειος μνήμης της γενοκτονίας του ποντιακού ελληνισμού (19 Μαΐου) επιβάλλει να επιχειρήσουμε μια ιστορική αναδρομή στην πορεία της ακριτικής αυτής κοιτίδας του ελληνισμού μέσα στους αιώνες.

Η παρουσία Ελλήνων στην περιοχή του Πόντου χρονολογείται από την αρχαιότητα, όταν στην εποχή του Χαλκού οι Έλληνες θαλασσοπόροι αποτόλμησαν να εξερευνήσουν την επικίνδυνη θάλασσα του Εύξεινου Πόντου, ενώ από τον 5ο αιώνα π. Χ. η περιοχή της Κριμαίας ήταν ο κύριος προμηθευτής σιταριού της Αθήνας. Στην ελληνιστική περίοδο οι ελληνικές πόλεις έφτασαν στο αποκορύφωμα της οικονομικής τους ανάπτυξης. Παράλληλα, οι σχέσεις ανάμεσα στο ελληνικό στοιχείο και τους γηγενείς λαούς συνέχιζαν να είναι στενές, με ευεργετικά αποτελέσματα στην κοινωνική και πολιτισμική εξέλιξη της ευρύτερης περιοχής. Το δεύτερο αιώνα π. Χ. ιδρύθηκε το βασίλειο του Πόντου. Καθιερώθηκε τότε η ελληνική γλώσσα ως επίσημη γλώσσα επικοινωνίας των πολυάριθμων και πολύγλωσσων εθνοτήτων της Μ. Ασίας. Την περίοδο της Ρωμαιοκρατίας η οικονομική, εμπορική και πολιτική ακμή συνεχίστηκε, καθώς οι Έλληνες διατήρησαν την ελευθερία, την ανεξαρτησία και την αυτονομία τους. Η απουσία της κεντρικής ρωμαϊκής εξουσίας, που έδινε τη δυνατότητα στους Έλληνες να αναπτύξουν τις ποικίλες ικανότητές τους, ενίσχυσε την ελληνική παράδοση και το ελληνικό φρόνημα.

Στη Βυζαντινή περίοδο, μετά το Μέγα Θεοδόσιο, ένα μέρος του ανατολικού Πόντου πέρασε στην εξουσία της δυναστείας των Περσών. Με τη νίκη του Ιουστινιανού οι Πέρσες εκδιώχτηκαν, γεγονός που συνέβαλε στην ολοκλήρωση της διάδοσης του χριστιανισμού στον Πόντο, ενώ αργότερα ο Πόντος ανάκτησε τη γεωπολιτική, στρατιωτική και οικονομική προνομιακή του θέση. Το κράτος της Τραπεζούντας ιδρύθηκε από τον Αλέξιο, απόγονο της αυτοκρατορικής δυναστείας των Κομνηνών, μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης (1204) από τους Φράγκους και το νέο διοικητικό κατακερματισμό του Βυζαντίου. Η αυτοκρατορία της Τραπεζούντας χάρη στη διπλωματική ευελιξία και τις πολιτικές και στρατηγικές ικανότητες των ηγεμόνων της απέκτησε μεγάλη δύναμη και με τους συνεχείς απελευθερωτικούς και αμυντικούς αγώνες των Κομνηνών ανέκοψε την τουρκική επέκταση προς τη Δύση. Παράλληλα, σημαντική υπήρξε και η πολιτισμική ακτινοβολία της αυτοκρατορίας αυτής.

Με την άλωση της Πόλης το 1453 και της Τραπεζούντας το 1461, αρχίζει και για τον ποντιακό ελληνισμό η περίοδος της οθωμανικής κυριαρχίας. Ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Η μητρόπολη των Κομνηνών, η Παναγία η Χρυσοκέφαλος, έγινε τζαμί, ενώ πολλοί Έλληνες των πλούσιων παραλιακών πόλεων και των χωριών πήραν το δρόμο της εξόδου και της προσφυγιάς. Άλλοι μετοίκησαν στα παράλια της μεσημβρινής και της νότιας Ρωσίας, άλλοι στις παραδουνάβιες περιοχές και άλλοι στις δύσβατες ορεινές περιοχές του εσωτερικού Πόντου, κτίζοντας καινούρια ελληνικά χωριά και πόλεις, οι οποίες εξελίχτηκαν σε πολιτισμικά κέντρα και έγιναν καταφύγιο για όσους Έλληνες καταδιώκονταν.

Οι εσωτερικές και οι εξωτερικές μετοικεσίες μπορεί να αλλοίωσαν την πληθυσμιακή και οικονομική δομή της ελληνικής κοινωνίας, αλλά δεν μπόρεσαν να την τραυματίσουν θανάσιμα, γιατί τα μόνιμα όπλα του ελληνισμού, η θρησκεία, η γλώσσα και η μακραίωνη ελληνική πολιτιστική παράδοση αντιστάθηκαν στην οθωμανική βία. Η περίοδος της οθωμανικής κυριαρχίας υπήρξε, πράγματι, για τους Έλληνες του Πόντου ιδιαίτερα οδυνηρή. Στα δύσκολα χρόνια που πέρασε ο ποντιακός ελληνισμός υπήρξαν αρκετοί που δεν υποχώρησαν στις πιέσεις, και κατέφυγαν στις δυσπρόσιτες βουνοκορφές και ανέπτυξαν με μεγάλη επιτυχία ένοπλη δράση εναντίον των κατακτητών. Το δυσμενές κλίμα για τους υπόδουλους Έλληνες, που είχε ενταθεί κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του 1821, άρχισε σταδιακά να υποχωρεί μετά τις αναγκαστικές μεταρρυθμίσεις του Τανζιμάτ (1856). Η θεωρητική ισονομία και η θρησκευτική ελευθερία μαζί με την ανάπτυξη του εμπορίου και της οικονομίας οδήγησαν στη δημογραφική αύξηση του ποντιακού πληθυσμού, στην καλλιέργεια της ελληνικής παιδείας και στην ανάπτυξη της νεοελληνικής συνείδησης.

Με τη συνθήκη των Σεβρών τα όνειρα των ελλήνων για την Ελλάδα των «δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών» φαίνονταν να γίνονται πραγματικότητα. Ωστόσο για τους έλληνες του Πόντου δεν επρόκειτο να έρθει η μέρα απελευθέρωσης από τον τουρκικό ζυγό. Ήδη από το 1914 είχαν ξεκινήσει από τις νεοτουρκικές κυβερνήσεις διώξεις εναντίων των Ποντίων σε πόλεις και χωριά. Δεκάδες χιλιάδες άντρες αναγκάστηκαν να επανδρώσουν τα διαβόητα (γερμανικής εμπνεύσεως) «Τάγματα Εργασίας», όπου εξαναγκάζονταν σε καταναγκαστικά έργα υπό απάνθρωπες συνθήκες, μέχρι να πεθάνουν από τις κακουχίες, την ασιτία και τη δίψα. Τα γυναικόπαιδα και οι γέροντες ξεσηκώνονταν νύχτα από τα σπίτια τους, και εξαναγκάζονταν σε εξορία, με εξοντωτικές οδοιπορίες μέσα στο χιόνι, χωρίς προστασία από το κρύο και τη βροχή έκθετοι στις βιαιότητες, όχι μόνο του τουρκικού στρατού, αλλά των κατοίκων των χωριών απ’ όπου περνούσαν. Παρά τις απεγνωσμένες προσπάθειες των Ποντίων να προχωρήσουν σε κάποιας μορφής συνομοσπονδία με τη νεοσύστατη, τότε, Αρμενική δημοκρατία, η καταστροφή δεν αποφεύχθηκε, καθώς τα συμφέροντα των Μεγάλων Δυνάμεων εξυπηρετούνταν περισσότερο από την επικράτηση των Τούρκων. Ο τουρκικός εθνικισμός δεν δεχόταν μειονότητες στο πρώην οθωμανικό έδαφος, ανεξάρτητα αν οι μειονότητες αυτές βρίσκονταν εκεί με συνεχή παρουσία και ιστορική και πολιτισμική συνέχεια για χιλιάδες χρόνια. Έτσι, η προσπάθεια για ανεξάρτητη Ποντιακή δημοκρατία έμεινε ένα όνειρο. Με την ελληνοτουρκική σύμβαση της Λωζάννης (1923) προβλεπόταν η υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Όσοι Πόντιοι, λοιπόν, δεν είχαν εξοντωθεί ή δεν είχαν εγκαταλείψει την περιοχή πριν τη σύμβαση, υποχρεώθηκαν να επιβιβαστούν σε πλοία για την Ελλάδα.

Κοιτάζοντας πίσω σε ό,τι άφησαν στις χαμένες αλλά όχι λησμονημένες πατρίδες οι Πόντιοι, ανακαλύπτουμε πόσο πολύ έλειψε από την περιοχή του Πόντου το δημιουργικό τους πνεύμα και η ακαταπόνητη εργατικότητά τους, τη στιγμή που ο ελληνισμός και η Ελλάδα επωφελούνταν από την παρουσία μιας τόσο ουσιαστικής και δυναμικής κοινωνικής ομάδας. Αντιλαμβανόμαστε λοιπόν ότι η βία και οι διωγμοί δεν μπόρεσαν να βλάψουν την καρδιά των διωκόμενων, αλλά λειτούργησαν ενάντια σε όσους πρωταγωνίστησαν στις διώξεις. Έτσι, οι Πόντιοι αδελφοί μας αποτελούν τρανό παράδειγμα προς μίμηση για όλους όσοι δοκιμάζονται σε δύσκολες και αντίξοες συνθήκες. Σε όσους, επομένως, προσπαθούν να μας στερήσουν την αξιοπρέπειά μας, σε όσους επιχειρούν να μας καταστήσουν υποζύγια των ισχυρών της Ευρώπης, μπορούμε και πρέπει να αντιτάξουμε ως απάντηση την περίπτωση των ελλήνων του Πόντου. Όταν οι Τούρκοι νόμισαν πως θα τους εξοντώσουν διώχνοντάς τους  από τη γη των πατέρων τους, εκείνοι απάντησαν με αγώνες, διατηρώντας τον προσδιορισμό «Πόντιος» ως έμβλημα τιμής και σημαία προόδου. Γι’ αυτό θα ήταν τιμή για όλους τους έλληνες να μπορούσαν να πουν «είμαι κι εγώ Πόντιος»!

Υ.Γ.: Την ώρα που γράφονταν αυτές οι γραμμές έμαθα για την επίθεση στο δήμαρχο Θεσσαλονίκης, κ. Γιάννη Μπουτάρη. Τέτοιες εκφράσεις μίσους και φανατισμού δε νομίζω ότι εκφράζουν το σύνολο των Ποντίων που έχουν δεινοπαθήσει ακριβώς από ανάλογες αντιλήψεις στο παρελθόν.