Skip to content

Μεγάλη εντύπωση μου προξένησε η ευκολία με την οποία οι περισσότεροι πολιτικοί μας διαφημίζουν τα περιουσιακά τους στοιχεία τα οποία υποχρεώνονται να δηλώνουν στην περίφημη πια δήλωση «πόθεν έσχες». Μια δήλωση η οποία έχει πλέον απαξιωθεί τόσο από τους πολιτικούς, ώστε να έχει καταντήσει όχι πλέον «πόθεν» αλλά «πόσα έσχες». Είναι όμως κρίμα που συμβαίνει κάτι τέτοιο, δεδομένου ότι η λογική του «πόθεν έσχες» είναι να μπορεί ο πολίτης να ελέγχει τους εκπροσώπους του σε ό,τι αφορά κυρίως τη διαχείριση του δημοσίου χρήματος. Κάθε άτομο που διαχειρίζεται δημόσιο χρήμα θα πρέπει να αναφέρει τα περιουσιακά του στοιχεία τόσο τα πριν όσο και τα μετά την ενασχόλησή του με τη διαχείριση αυτή και να εξηγεί την προέλευσή τους ώστε να αποδεικνύεται πως δεν καταχράστηκε χρήματα του δημοσίου. Η λογική αυτή δεν ισχύει μόνο για τους πολιτικούς, αλλά και για όλους όσοι σχετίζονται με διαχείριση δημόσιου χρήματος, αλλά μόνο οι πολιτικοί (και οι περισσότεροι δημοσιογράφοι) φαίνεται ότι δεν μένουν τόσο στο «πόθεν», αλλά στο «πόσα».

Για να είμαστε, όμως, δίκαιοι, θα πρέπει να τονίσουμε ότι η λογική του ελέγχου της διαχείρισης του δημοσίου χρήματος δεν είναι εφεύρεση του 20ου αιώνα. Ο Αριστοτέλης Στην «Αθηναίων Πολιτεία» του αναφέρει ότι στην αρχαία Αθήνα εκλέγονταν με κλήρο «δέκα λογιστές και βοηθοί στο έργο τους δέκα συνήγοροι· σε όλους αυτούς είναι υποχρεωμένοι εκείνοι που ανέλαβαν τα υπουργήματα του κράτους να λογοδοτήσουν. Γιατί αυτοί είναι οι μόνοι που ελέγχουν τους λογαριασμούς, τη διαχείριση του δημόσιου χρήματος από τους άρχοντες που είναι υπόλογοι των πράξεών τους μετά τη λήξη της θητείας τους, και υποβάλλουν το πόρισμά τους στο δικαστήριο. Και αν μεν αποδείξουν ότι κάποιος έκλεψε, οι δικαστές τον καταδικάζουν για κλοπή, και το ποσόν για το οποίο θα βρεθεί ένοχος πληρώνεται από αυτόν στο δεκαπλάσιο· εάν αποδείξουν ότι κάποιος έλαβε δώρα και τον καταδικάσουν οι δικαστές, επιβάλλουν ποινή για δωροδοκία, και πληρώνεται η αξία των δώρων στο δεκαπλάσιο· αν πάλι καταλογίσουν σε κάποιον αδικία, του επιβάλλουν ποινή για αδίκημα».

Ο έλεγχος όμως δεν περιοριζόταν μόνο στην εκτελεστική εξουσία. Στον «Κατά Κτησιφώντος» λόγο του, ο ρήτορας Αισχίνης αναφέρει ότι «και τη Βουλή των Πεντακοσίων ο νομοθέτης την έχει καταστήσει υπόλογο του έργου της. Και τόσο πολύ δύσπιστος είναι απέναντι στους άρχοντες που υποχρεώνονται να λογοδοτήσουν, ώστε αμέσως, με το που αρχίζει να νομοθετεί, λέει: « Ο άρχοντας που υπόκειται σε λογοδοσία να μη φεύγει από τη χώρα». « Μά τον Ηρακλή », θα μπορούσε να πει κανείς, « επειδή διετέλεσα άρχοντας, δεν θα βγω από τη χώρα;» (« ΄Όχι», λέει ο νομοθέτης), «για να μην το σκάσεις, έχοντας προλάβει να πάρεις χρήματα ή εισπράξεις του Δημοσίου». Ο νομοθέτης επίσης δεν επιτρέπει στον υπόλογο ούτε την περιουσία του να αφιερώνει στους θεούς ούτε κανένα τάμα να προσφέρει ούτε να υιοθετηθεί από κάποιον άλλον ούτε να διαθέσει τα υπάρχοντά του ούτε και άλλα πολλά να κάνει. Με έναν λόγο, ο νομοθέτης δεσμεύει ως ενέχυρο τις περιουσίες των υπολόγων, έως ότου λογοδοτήσουν στην πολιτεία. Ναι, αλλά πες ότι υπάρχει ένας άνθρωπος που ούτε έχει πάρει τίποτε από τα δημόσια χρήματα ούτε και τίποτε έχει ξοδέψει από αυτά, κι όμως ανέλαβε κάποιο δημόσιο λειτούργημα. Και σ’ αυτόν επιβάλλει να δίνει λόγο στους λογιστές. Και πώς, λοιπόν, εφόσον αυτός που δεν πήρε τίποτε ούτε ξόδεψε τίποτε θα λογοδοτήσει στην πόλη; Ο νόμος ο ίδιος υπαγορεύει και καθορίζει αυτά που πρέπει να γράψει. Επιβάλλει δηλαδή να δηλώσει εγγράφως ετούτο ακριβώς, ότι « ούτε έλαβα τίποτε ούτε ξόδεψα τίποτε από τα χρήματα του Δημοσίου». Τίποτε στη διακυβέρνηση της πόλης δεν μένει έξω από λογοδοσία, έλεγχο και εξέταση».

Αυτά βεβαίως γίνονταν στην αρχαία Αθήνα προ Χριστού και, όπως ξέρουμε όλοι, οι αρχαίοι μας πρόγονοι ήταν εντελώς απολίτιστοι! Γι’  αυτό στην εποχή μας δε μας ενδιαφέρει να τους μιμηθούμε και έτσι θεωρούμε φυσιολογικό να δημοσιεύουν οι πολιτικοί μας υπέρογκες (για να μιλήσω επιεικώς) καταθέσεις σε τράπεζες του εξωτερικού, τη στιγμή που εγκαλούν όσους πολίτες στέλνουν τα δικά τους χρήματα εκτός χώρας, να δηλώνουν στην κατοχή τους δεκάδες ή και εκατοντάδες ακίνητα χωρίς να διευκρινίζουν πώς και με ποιο τρόπο τα απέκτησαν, να έχουν συμμετοχές σε επιχειρήσεις και μετοχές σε εταιρείες (τη στιγμή που νομοθετούν και για τη λειτουργία των επιχειρήσεων και των εταιρειών αυτών), να κατέχουν πληθώρα αυτοκινήτων ή και σκαφών είτε οι ίδιοι είτε μέλη του οικογενειακού τους περιβάλλοντος. Κάποιοι δηλώνουν ότι δεν έχουν καν εισόδημα, παρόλο που λαμβάνουν παχυλότατες βουλευτικές αποζημιώσεις! Δεν είναι λοιπόν δίκαιο να θεωρούμαστε εμείς πολύ πιο πολιτισμένοι από τους «απολίτιστους» προγόνους μας οι οποίοι θεωρούσαν σεβαστό και «ιερό» το δημόσιο χρήμα, σαν να λέμε το χρήμα του απλού πολίτη;

Υπό κανονικές συνθήκες θα έπρεπε να στερούνται τη βουλευτική αποζημίωση (τουλάχιστον, για να μην αναφέρω όλες τις άλλες προνομίες) όλοι εκείνοι οι βουλευτές και τον υπουργικό μισθό όλοι εκείνοι οι υπουργοί (των πρωθυπουργών μηδέ εξαιρουμένων) των οποίων το «πόθεν έσχες» δηλώνει ότι μπορούν με την περιουσία τους να ζήσουν άνετα όχι μόνο αυτοί, αλλά και τα παιδιά  και τα εγγόνια τους! Κι αυτό διότι η λογική της ενασχόλησης με την πολιτική θα πρέπει να είναι η προσφορά υπηρεσίας στον τόπο όχι η αποκόμιση κέρδους. Υπηρέτης του λαού θα πρέπει να  είναι ο πολιτικός κι όχι λαμόγιο που αυξάνει την περιουσία του εις βάρος των κορόιδων! Το γράφει και ο Ισοκράτης στον «Αρεοπαγιτικό»: «πρέπει ο λαός ως τύραννος να διορίζει τους άρχοντες και να τιμωρεί εκείνους που παρανομούν και να παίρνει αποφάσεις για τα ζητήματα που αμφισβητούνται, εκείνοι δε που είχαν χρόνο διαθέσιμο και αρκετή περιουσία, είχαν τη γνώμη ότι πρέπει να φροντίζουν, ως υπηρέτες, για το συμφέρον των δημοσίων πραγμάτων και, αν αποδειχθούν δίκαιοι, να επαινούνται και να αρκούνται σ’ αυτή την τιμή, αν πάλι διοικήσουν κακώς την πολιτεία, να μην ελπίζουν σε καμμιά επιείκεια, αλλ’ αντιθέτως να τιμωρούνται με την αυστηρότερη ποινή».

Μήπως θα πρέπει να στραφούμε λίγο περισσότερο κι εμείς στα διδάγματα των προγόνων;