Περί παγανισμού ή πίστης ως προς το Άγιο Φως

Πολύς λόγος έγινε τελευταία, ειδικά στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για κάποιες δηλώσεις κυβερνητικών βουλευτών που αναφέρθηκαν στην τελετή υποδοχής του Αγίου Φωτός, από τον Πανάγιο τάφο στη χώρα μας, ως κατάλοιπο παγανιστικής λατρείας που μεταφέρθηκε στη χριστιανική θρησκεία μέσα από τις παραδόσεις και παραμένει σε ισχύ μέχρι τις μέρες μας, καθώς άντεξε και στη χριστιανική διδασκαλία, αλλά και στις μεταβολές των πολιτισμικών, πολιτικών και άλλων κοινωνικών δεδομένων μέσα στους αιώνες. Δεν είναι καινούριες οι αντιλήψεις αυτές ούτε απηχούν εντελώς μοντερνιστικές αντιλήψεις, όσο κι αν θέλουν να προβάλλονται ως «προοδευτικές» και «ρηξικέλευθες», από ανθρώπους που νομίζουν ότι με την αμφισβήτηση της πίστης και της εκκλησίας θα μπορέσουν να επιτύχουν την αναίρεση των αδικιών που επικρατούν στον κόσμο μας σήμερα και την εδραίωση μιας κοινωνίας σε πολύ πιο ανθρώπινα και δίκαια πλαίσια. Αντιθέτως, αντιλήψεις σαν κι αυτές έχουν ξανακουστεί στο παρελθόν, όταν η ανθρώπινη λογική, αδυνατώντας να δώσει λογική εξήγηση σε απλά γεγονότα, τα έβαζε με τα μεταφυσικά φαινόμενα, τα θαυμαστά γεγονότα και την πίστη.

Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα παρανόησης μεταξύ του τι λατρεύουμε ως πιστή και του πώς τιμούμε τον φορέα που απεικονίζει τον οποιοδήποτε Άγιο έχει κάνει την εμφάνισή του κατά τη Βυζαντινή περίοδο και ονομάστηκε «Εικονομαχία».  Ο όρος  αναφέρεται στην θεολογική και πολιτική διαμάχη που ξέσπασε στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία  τον 8ο αιώνα, αναφορικά με τη λατρεία των χριστιανικών εικόνων. Τότε άρχισε να συζητείται έντονα το θεολογικό ερώτημα αν είναι σύμφωνη με τις παραδόσεις της Ορθοδοξίας η λατρεία των εικόνων. Είναι αλήθεια ότι με την πάροδο του χρόνου δεισιδαίμονες προλήψεις συνδέθηκαν με την προσκύνηση των εικόνων. Πιστοί των λαϊκότερων κυρίως στρωμάτων και μοναχοί αφελείς και απαίδευτοι απέδιδαν ολοένα και μεγαλύτερη σημασία στην προστατευτική δύναμη όχι πια του εικονιζόμενου προσώπου, αλλά του ίδιου του αντικειμένου, της φορητής εικόνας, τελώντας παράλογες πράξεις, που θύμιζαν ειδωλολατρία. Έτσι κατά τη βάπτιση έφερναν την εικόνα στη θέση του αναδόχου, έπαιρναν από το χρώμα της ξύσμα, το όποιο αναμείγνυαν στη θεία μετάληψη ή το μεταχειρίζονταν για θεραπευτικούς σκοπούς.[3] Πρωτεργάτες της εικονομαχικής κίνησης υπήρξαν οι Ίσαυροι αυτοκράτορες οι οποίοι  φαίνεται ότι είχαν επηρεαστεί από τις ανεικονικές (αντίθετες στη λατρεία των εικόνων) αντιλήψεις της ιουδαϊκής και της ισλαμικής θρησκείας και γι’ αυτό απέρριπταν τη λατρεία των εικόνων ως εκδήλωση ειδωλολατρική.

Η «Εικονομαχία» διήρκεσε σχεδόν έναν αιώνα, διαίρεσε το βυζαντινό κράτος σε δύο αντίπαλες μερίδες που σκοτώνονταν μεταξύ τους με βία, αλλά έθεσε και θεολογικά ερωτήματα, τα οποία απαντήθηκαν εν πολλοίς στην έβδομη οικουμενική σύνοδο της Νίκαιας το 787 μ. Χ. όπου έγινε δεκτή η άποψη ότι η προσκύνηση δεν αποδίδεται στην εικόνα άλλα στο εικονιζόμενο ιερό πρόσωπο και δεν έχει σχέση με τη λατρεία, που αναφέρεται αποκλειστικά και μόνο στο Θεό. Υπό αυτό το πρίσμα, λοιπόν, οι όποιες θεωρίες περί παγανιστικών δοξασιών στη χριστιανική λατρεία, αγνοούν τόσο την ιστορία της ορθοδοξίας, όσο και το ίδιο το περιεχόμενο της λατρείας και της πίστης που αυτή εκφράζει. Για τον πιστό είναι προφανές ότι δεν προσκυνά το φως καθεαυτό, αλλά τη θαυμαστή πράξη στην οποία αυτό οφείλεται και κατ’ επέκταση τη δύναμη του Θεού, η οποία διενεργεί το θαύμα. Επομένως, όταν ο χριστιανός υποδέχεται με ευλάβεια και κατάνυξη το Άγιο φως και αποδίδει στην άφιξή του τιμές αρχηγού κράτους, δεν απευθύνεται στο φως καθεαυτό ούτε καν στο συμβολισμό τον οποίο αυτό το φως εκφράζει, αλλά δέχεται ότι πίσω από αυτή την άφιξη υπάρχει το μεγαλείο του Θεού, στον οποίο οφείλεται η ίδια η ύπαρξη του φωτός. Οι τιμές και ο σεβασμός, λοιπόν, αποδίδονται σ’ Αυτόν κι όχι στην ύλη ή την φωτεινή ενέργεια.

Διευκρινίζω ότι η άποψη αυτή αποτελεί λογική ερμηνεία των γεγονότων και των ιστορικών δεδομένων και ομολογώ ότι δεν έχω υπόψη μου την επίσημη θέση της Εκκλησίας επί του θέματος, αλλά δεν νομίζω, στο θέμα αυτό, να υπάρχουν πολλές διαφορετικές αναγνώσεις της πραγματικότητας. Εκτός πια κι αν κάποιος δεν πιστεύει στο θαύμα της αφής του Αγίου φωτός, οπότε αμφισβητεί την ύπαρξη της θεϊκής δύναμης που το επιτελεί. Στην περίπτωση αυτή  η πλάνη στην ποία βρίσκεται τον οδηγεί στο εσφαλμένο συμπέρασμα ότι ο πιστός, που υποδέχεται το θείο φως, βλέπει μπροστά του μόνο το φως ως φυσικό φαινόμενο, αγνοώντας τη μεταφυσική διάσταση της πίστεως. Μπορεί λοιπόν, να εκλαμβάνει ως παγανισμό την τελετή υποδοχής του, όμως δεν δικαιούται να θεωρεί πως όλοι έχουν την ίδια άποψη με αυτόν ούτε νομιμοποιείται να επιβάλει σε όλους την άποψή του ως ορθή.

Η πίστη στο Θεό (αλλά και οποιαδήποτε γενικά πίστη) δε βασίζεται σε λογικούς κανόνες και δεν μπορεί να διέπεται από φυσικούς νόμους. Η πίστη (ειδικά η χριστιανική, έτσι όπως την αντιλαμβάνομαι τουλάχιστον εγώ) είναι αγάπη και δεν μπορεί να επιδέχεται λογικές εξηγήσεις. Η πίστη στο θαύμα (στο κάθε θαύμα) δεν μπορεί να καθοδηγείται από στατιστικά στοιχεία και φυσικομαθηματικές εξισώσεις οι οποίες, στο κάτω-κάτω, αποδεικνύουν πως όσο περισσότερα μαθαίνουμε για τον κόσμο που μας περιβάλλει τόσο πιο πολύ ανακαλύπτουμε το μεγαλείο του σύμπαντος και το περιορισμένο εύρος των γνώσεών μας. Για να μπορέσουμε να αντιληφθούμε το μεγαλείο του θαύματος (από το μέγιστο θαύμα της Ανάστασης του Κυρίου μέχρι τα μικρά θαύματα που συμβαίνουν γύρω μας) θα πρέπει να κινητοποιήσουμε όχι τη λογική και το μυαλό μας, αλλά την καρδιά και την ψυχή μας, θα πρέπει να έχουμε, όπως λέει και ο Σολωμός, «πάντα ανοιχτά, πάντα άγρυπνα τα μάτια της ψυχής». Τις μέρες αυτές της Μεγάλης Εβδομάδας, ας αναλογιστούμε πού οδηγούμαστε με την άμετρη λογική και το στυγνό ορθολογισμό της εποχής μας κι ας προσπαθήσουμε να ανοίξουμε για λίγο, έστω, την ψυχή μας στο μεγαλείο της Αγάπης που κηρύσσει η Ορθοδοξία. Έτσι μπορούμε να κάνουμε τον κόσμο μας καλύτερο. Καλό Πάσχα σε όλους!