Παγκόσμια Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας

Για μόλις δεύτερη φορά, γιορτάστηκε στις 9 Φεβρουαρίου, ημέρα μνήμης του εθνικού ποιητή Διονυσίου Σολωμού, η  «Παγκόσμια Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας», η οποία καθιερώθηκε το 2017 από τα Υπουργεία Εσωτερικών, Εξωτερικών και Παιδείας. Τα ελληνικά είναι η επίσημη γλώσσα της Ελλάδας και της Κύπρου, καθώς και μία από τις 23 επίσημες γλώσσες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επίσης είναι επίσημα αναγνωρισμένη μειονοτική γλώσσα στην Αλβανία, την Αρμενία, την Ιταλία, την Ουγγαρία, τη Ρουμανία, την Ουκρανία και την Τουρκία. «Αξίζει να τιμάται μια γλώσσα πολύτιμη ως παρακαταθήκη για τη Δύση και αναντικατάστατη ως θεμέλιο για την εθνική ταυτότητα του ελληνισμού», τονίζει σε μήνυμά του για την επέτειο αυτή το υπουργείο Παιδείας. Στην εγκύκλιο θέσπισης της ημέρας αυτής αναφέρεται ότι «με την θέσπιση αυτής της παγκόσμιας ημέρας επιδιώκεται η ανάδειξη του θεμελιώδους ρόλου που διαδραμάτισε η ελληνική γλώσσα ανά τους αιώνες, συμβάλλοντας ουσιαστικά στην εδραίωση τόσο του ευρωπαϊκού όσο και του παγκόσμιου πολιτισμού. Η ελληνική γλώσσα κατά την αρχαιότητα ευτύχησε να καταστεί φορέας μορφοποίησης και μεταβίβασης σημαντικών επιστημονικών θεωριών, φιλοσοφικών θεωρήσεων και λογοτεχνικών κειμένων. Στην ελληνική γράφτηκαν λίγο αργότερα τα πιο σημαντικά κείμενα του Χριστιανισμού για να διαδοθούν σε ολόκληρο τον κόσμο. Στο διάβα των αιώνων υπήρξε καθοριστική η συμβολή της ως μέσου αποθησαύρισης και διάδοσης του ελληνικού πολιτισμού και επιβιώνει ως τις μέρες μας, στη νεότερη εκδοχή της, ως μια από τις μακροβιότερες ζωντανές γλώσσες παγκοσμίως».

Σύμφωνα με την κοινή υπουργική απόφαση, το Υπουργείο Εξωτερικών θα μεριμνήσει για την αναγνώριση της Παγκόσμιας Ημέρας της Ελληνικής Γλώσσας και από τους διεθνείς οργανισμούς, όπως ο ΟΗΕ και η ΟΥΝΕΣΚΟ. Η Παγκόσμια Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας περιλαμβάνει εκδηλώσεις σε όλα τα εκπαιδευτικά ιδρύματα της Ελλάδας, αλλά και σε εκπαιδευτικά ιδρύματα της αλλοδαπής, που διατηρούν τμήματα εκμάθησης της ελληνικής γλώσσας ή ελληνικών σπουδών. Ως εδώ, όλα καλά, θα μπορούσε να πει κανείς, όμως, δυστυχώς ακριβώς εδώ είναι που αρχίζει ο προβληματισμός.

Κάθε λαός που σέβεται τον πολιτισμό του, σέβεται και τη γλώσσα του. Την τιμά, την υποστηρίζει, τη θωρακίζει έναντι των άλλων γλωσσών και την προωθεί, με όποιον τρόπο μπορεί, στο εξωτερικό αλλά και στο εσωτερικό. Στις περισσότερες χώρες του κόσμου η γνώση της εθνικής γλώσσας αποτελεί απαράβατο όρο για να βρει κάποιος εργασία. Στην Ελλάδα όμως κάτι τέτοιο δεν ισχύει! Αντιθέτως, απαραίτητο προσόν είναι η γνώση μιας, δύο ή και περισσότερων ξένων γλωσσών! Αυτό δείχνει αφενός πόσο λίγο μας ενδιαφέρει η καλή γνώση της γλώσσας μας, άρα και του πολιτισμού μας, από όλους όσοι καλούνται να εργαστούν εδώ, αφετέρου πόσο σίγουροι νιώθουμε για την παντοδυναμία της (που προέρχεται από τη μακραίωνη και αδιάλειπτη παρουσία της). Κι όμως δεν είναι έτσι. Η γλώσσα μας κινδυνεύει από πολλούς, ορατούς και μη κινδύνους.

Επιπλέον παρουσιάζεται το φαινόμενο να απαξιώνουμε εμείς οι ίδιοι τη γλώσσα μας, επειδή δεν τη θεωρούμε ισότιμη με την προγονική μας αρχαία ελληνική. Οι μαθητές και μαθήτριες, θεωρώντας ότι εφόσον η γνώση της ελληνικής δεν αποτελεί προσόν, στρέφονται σε άλλες διεξόδους, αγκαλιάζοντας περισσότερο τις ξένες γλώσσες, τις οποίες έχουν αρχίσει να μαθαίνουν από νεαρότατη ηλικία και με τις οποίες έχουν ήδη εξοικειωθεί όταν μπαίνουν στο γυμνάσιο και το λύκειο. Φτάνουμε λοιπόν στο σημείο ένας νέος σήμερα να γνωρίζει καλύτερα το μηχανισμό λειτουργίας μιας ξένης γλώσσας από ό,τι της δικής του, με αποτέλεσμα να αλλοιώνει τη μητρική του στη χρήση της και να την καθιστά αιχμάλωτη των «ισχυρών» ξένων γλωσσών, όχι μόνο χρησιμοποιώντας ξενόφερτο λεξιλόγιο, αλλά προσαρμόζοντας την ελληνική γλώσσα στον τρόπο σκέψης, άρα και στο συντακτικό και την εκφραστική λογική, της αγγλικής ή γαλλικής κάτι που έχει (μακροπρόθεσμα) ως αποτέλεσμα την αλλοτρίωση της γλώσσας μας, άρα και του πολιτισμού μας. Όταν ρώτησα κάποιους μαθητές που ασχολούνταν με τη μουσική και είχαν φτιάξει ένα νεανικό ροκ συγκρότημα σε τι γλώσσα γράφουν τους  στίχους στα τραγούδια που τραγουδούν, μου απάντησαν ότι τα περισσότερα, αν όχι όλα, τα γράφουν στα αγγλικά. Εκεί λοιπόν απόρησα πραγματικά. Από πού και ως πού τα ελληνικά δεν τα αισθανόμαστε ως γλώσσα που πηγάζει από το φυλλοκάρδι μας, ως γλώσσα της ψυχής μας, τέτοια όπως αρμόζει στην ποίηση; Κι ακόμα χειρότερα: αν ο πολιτισμός μας βασίζεται στη γλώσσα μας πού οδηγούμαστε όταν απαξιώνουμε τη μητρική μας γλώσσα;

Η απάντηση των παιδιών, ότι δεν εκφράζονται στην αγγλική επειδή σνομπάρουν την ελληνική αλλά επειδή θεωρούν ευκολότερη την αγγλική γλώσσα από τη δική μας, περισσότερη ανησυχία μπορεί να προκαλέσει καθώς, με αυτόν τον τρόπο παραδεχόμαστε ότι διδάσκουμε καλύτερα τα αγγλικά απ’ ό,τι τα ελληνικά, ότι οι νέοι μας συγκινούνται περισσότερο από τη ξένη γλώσσα και όχι από τη δική τους και τελικά ότι είμαστε ανίκανοι να διδάξουμε την ελληνική με τρόπο που να συγκινήσει τους νέους μας. Η ελπίδα βρίσκεται στο γεγονός ότι όλα αυτά τα παιδιά που γράφουν τραγούδια στα αγγλικά, θα ήθελαν να γράψουν στα ελληνικά. Αυτό σημαίνει ότι δεν έχουν ξεγράψει τη μητρική τους γλώσσα και ακόμη την αγαπούν, παρά το γεγονός πως κάνουμε  ό,τι μπορούμε για να την μισήσουν. Από αυτή τη διάθεση θα πρέπει να ξεκινήσουν οι ιθύνοντες για να αναζητήσουν τρόπους που θα καταστήσουν την ελληνική γλώσσα ξανά αγαπητή στο νεανικό κοινό και να διαμορφωθούν έτσι οι συνθήκες διασφάλισης του μέλλοντός της και, κατά συνέπεια, και του μέλλοντος του πολιτισμού μας. Δεν είναι ακόμα αργά για κάτι τέτοιο, αρκεί να υπάρχει η πολιτική βούληση. Απομένει να φανεί αν όντως υπάρχει.