Skip to content

Έφτανε κουρασμένος με τη μαύρη βαλίτσα του γκαστρωμένη. Γέμιζε η πόρτα του χαμηλοτάβανου μαγαζιού του μπάρμπα Φάνια, σαν έμπαινε μέσα κι άφηνε τη βαλίτσα του κάτω κι έπιανε πάντα το ίδιο τραπέζι για να ξεκουραστεί και να πιει τον καφέ του. Σε μηδέν χρόνο περνούσεν η είδηση από σπίτι σε σπίτι και καταφτάναμε λαχανιάζοντας στην πλατεία και στριμωχνόμασταν για να τον δούμε με τα ίδια τα μάτια μας και να πιστέψουμε. Και ξαμολιόμασταν μετά στα στενά, στις αυλές και τους δρόμους και φωνάζαμε αλλόκοτα λες και κάτι μας κυνηγούσε και μας φόβιζε μήπως δεν είναι αλήθεια.

– Ο Καραγκιόζ’ς…

– Ήρθε… όπ’ να ’ναι θ’ αρχίσ’.

– Δυο βαλίτζες πράματα ίφερι…

– Θα κατ’ριστούμε απ’ τα γέλια…

Έπινε τον καφέ του, κάρφωνε τα σανίδια του, τέντωνε τ’ άσπρο πανί, έβαζε το σεράι από εδώ, την καλύβα του Καραγκιόζη από εκεί, γεμάτο τιμές το σεράι, βασιλοπούλες αμίλητες, πασάδες αγέλαστους, βεζίρηδες πάμπλουτους, αξιωματικούς, φαγητά, στολές, χαρέμια, δωμάτια χρυσά, δωμάτια με λίρες γεμάτα… Ετοιμόρροπο το καλύβι, σε δυο τρεις φούρκες στραβές στηριγμένο, έρημο κι άδειο, σάπια παράθυρα, πόρτα ξεκάρφωτη… Έβαζε στη σειρά τις φιγούρες, τον Καραγκιόζη, τον Χατζηαβάτη, το Μπαρμπαγιώργο, το Νιόνιο, το Σταύρακα, το Βεληγκέγα, την Αγλαΐα, τα Κολλητήρια, το ποτιστήρι, το δράκο, το φάντασμα… Άναβε την ασετιλίνη, κεριά πέρα – πέρα, έκανε επιθεώρηση, έβγαινε στο νιπτήρα κι έριχνε πάνω του λίγο νερό και περίμενε να ’ρθει ο κόσμος.

Όνειρο οι νύχτες του Καραγκιόζη! Και παράδεισος το χωριό. Και τα μάτια μας δεκατέσσερα. Κι όταν γέμιζε ξανά τη βαλίτσα του κι έφευγε, γέμιζαν τότε κι οι γειτονιές μας τσαρδάκια κι άσπρα πανιά. Δυο – τρεις από μέσα, καμιά δεκαριά απέξω. Κάθε γειτονιά και τον καραγκιοζοπαίχτη της. Ατζαμήδες οι περισσότεροι, δεν τα ’παιρναν τα γράμματα εύκολα.

– Άλλαξε, μωρέ, τ’ φωνή σ’. Ο Χατζηβάτ’ς μιλάει τώρα, όχ’ ο Καραγκιόζ’ς, φώναζε ο βοηθός.

– Ωχ! έκανε ο μάστορας και κοίταγε να τα μπαλώσει όπως – όπως.

– Τον Αχμέτ, τον Αχμέτ, παράγγελνε αγωνιωδώς στο βοηθό του ο μάστορας.

Αλλά πού ο Αχμέτ! Έσταξε πάνω του το κερί, πήρε φωτιά και κάηκε.

Τι να κάνει τώρα ο μάστορας; Κόμπιαζε, έλεγε πάλι τα ίδια, άκουγαν απέξω οι θεατές, απογοητεύονταν κι έψαχναν σ’ άλλες γειτονιές να περάσουν καλύτερα.

 

Ένας χαμός γινόταν στο περιβόλι μας. Αν υπήρχαν τότε διαγωνισμοί και βραβεία, σίγουρα ο αδερφός ο Θανάσης θα έπαιρνε το πρώτο βραβείο και θα τον ανακήρυσσαν τον καλύτερο καραγκιοζοπαίχτη του χωριού. Γεμάτη η καλύβα μας χαρτονάκια, μολύβια, μπογιές, σύρματα… Άλλαζε τη φωνή του ο Θανάσης: του Καραγκιόζη αστεία και βραχνή, του Χατζηαβάτη σοβαρή και ψιλή, άγρια, βλάχικη και βαριά του Μπαρμπαγιώργου, άτσαλη του Βεληγκέγκα, έριχνε και κανέναν αμανέ, βόηθαγε λίγο κι ο Γιάννης, έβαζα καμιά φορά κι εγώ το χεράκι μου, συνεργείο ολόκληρο! Βδομάδες κρατούσαν οι παραστάσεις κι έρχονταν κι απ’ τον απάνω μαχαλά τα παιδιά και πλήθαιναν οι σκοτούρες της μάνας μας.

Έτρωγαν όπως – όπως το μεσημέρι κι έσκαγαν μετά μύτη ο Κωστάκης της Λάμπρως, ο Στάθης κι ο Λάκης της Μαρίας, ο Γάκιας της Στάθως, ο Κωστάκης της Γιωργούλας, ο Πίπης του Ντούκου, ο Μήτσιος της Δόσως, ακόμη κι ο Μπέμπης της κυρίας, δηλαδή της δασκάλας… Μικρά εμείς τότε, τα βλέπαμε όλα αυτά σαν θεριά ανήμερα. Όλα μαζί ύστερα εν χορώ κατευθύνονταν για το σπίτι του μπάρμπα Γιώργου και μαζεύονταν σ’ έναν ακάλυπτο, ακριβώς απέναντι από το σπίτι της κάκω – Χρήσταινας της Καλμαντούς. Ήταν η Άννα της τότε μικρή κι όμορφη, στρουμπουλή και με πράσινα μάτια, κόκκινα μάγουλα, ναζιάρα, σωστή κούκλα, που τα μούρλανε τα παιδιά και στέκονταν αυτά και τραγούδαγαν δυνατά ό,τι τραγούδι είχε μέσα του τη λέξη Άννα κι Αννούλα «Μάνα μου, γλυκιά μανούλα, αγαπάω την Αννούλα». Και τα ’παιρνε η κάκω – Χρήσταινα κι έβγαιναν απ’ το στόμα της απίθανα πράγματα κι έβριζε και καταριότανε με φωνή βλάχικη κι οργισμένη,

– Σιας πήρ’ ου διάλους το μπατέρα κι τ’ μάνα, μπαστάρκα του κιαρατά,

γελούσανε αυτά και τραγούδαγαν τώρα πιο δυνατά κι άφριζε εκείνη.

– Θ’ αρπάξιου του γκρα, κιαρατά Ματζαχέ, έκραζε στον αδερφό το Θανάση, που δεν του ’φτανε μόνο να τραγουδά και να γελά δυνατά μα έριχνε στο φράχτη της και κανένα λιθαράκι, και θα σ’ γεμίσιου το γκώλο ’ραπούλια.

Και γινότανε τότε το σώσε και πλήθαιναν μέρα τη μέρα τα παιδιά κι ήταν τ’ απογεύματα σαν πανηγύρι και ράγιζεν η καρδιά τους και γλύκαινεν η φωνή τους σαν έπιανε το ματάκι τους κάτι απ’ το φουστανάκι της Άννας να κουνιέται πλάι σε κανέναν σταμνολόγο, κι έμοιαζε πολιορκημένο το χαμηλό καλυβάκι της κάκω – Χρήσταινας και πήγαιναν στο βρόντο το βράδυ οι διαμαρτυρίες της στις μανάδες μας.

– Νούνα, ε νούνα, φώναζε από μακριά στη θεια τη Μαρία, για σύμμασε ικειόν του Σταθάκ’ κι άμα τουν πιάκου θα τουν χώσιω μέσια στου φούρνου.

Μα και το Σταθάκη να συμμάζευε η θεια Μαρία και τον Κωστάκη η θεια Λάμπρω, ποιος να συμμάζευε τον Ματζαχό κι ένα τσούρμο ανυπόταχτο άλλα παιδιά, που άρχιζαν κάποια να το παίρνουν στα σοβαρά κάπως το πράμα και πολύ να τη θέλουν την Άννα, ώσπου άλλη λύση δε βρήκεν η κάκω – Χρήσταινα και την αρραβώνιασε τάκα – τάκα την Άννα μικρή και ησύχασε το μυαλό της. Κι ο τόπος. Κι ο μπάρμπα – Γιώργος. Κι οι μανάδες μας. Και τα παιδιά που το πήραν απόφαση.

|

 

Μπροστά στο φράχτη της κάκω – Χρήσταινας όλο το απόγευμα, μπροστά στ’ άσπρο πανί του αδερφού μου Θανάση το βράδυ. Τη μια βραδιά «ο Καραγκιόζης και το καταραμένο φίδι», την άλλη βραδιά «ο Καραγκιόζης και η βεζιροπούλα», την άλλη «ο Καραγκιόζης και το φάντασμα». Ανεξάντλητος ο Θανάσης, καθιερώθηκε πια κι ό,τι και να ’λεγε, γέλιο μας έφερνε.

Μα ήρθε πάλι μια μέρα ο πραγματικός Καραγκιόζης και πριν αρχίσει ο Σταύρακας να τραγουδά, ακούστηκε κι ένα όργανο να τον συνοδεύει. Τα χάσαμε! Τεντώσαμε τ’ αφτιά μας, ανοίξαμε τα μάτια μας, κοιταχτήκαμε και κάναμε κάπως στο πλάι να δούμε από καμιά χαραμάδα τι ήταν αυτό που ακουγότανε τόσο ωραία κι έκανε μούρλια του Σταύρακα τη φωνή.

Βάλθηκε μετά ο Γιάννης να φτιάξει κι αυτός ένα όργανο για να εμπλουτίσουμε τις παραστάσεις και να τις προσαρμόσουμε στα νέα δεδομένα. Βρήκε ένα παλιό τηγάνι, έδεσε κάτι λεπτά σύρματα, τα τέντωσε καλά, πήρε κι ένα φτερό και βάραγε στο σταυρό. Όλο και πιο συχνά έβγαινε τώρα ο Σταύρακας στο πανί, δώσ’ του νταλκαδιάρικους αμανέδες ο Θανάσης, γκραν – γκραν το τηγάνι του Γιάννη, πλήθαινε το κοινό και δεν είχαμε πού να το βάλουμε.

Εξαντλήθηκαν τα νεύρα της μάνας και τα περιθώρια του σπιτιού. Ήταν τώρα χειμώνας και δε σήκωνε να παίζουμε Καραγκιόζη στο κρύο. Τι να κάνουμε; Εκεί πιο κάτω απ’ το σπίτι, στην άκρη του χωριού, ήταν ένας τράφος όπου άδειαζαν τα φορτηγά τα τελάρα και τα καφάσια και τ’ άφηναν βδομάδες ολόκληρες ώσπου να τα γεμίσουν με πορτοκάλια. Μαζευτήκαμε και φτιάξαμε με τα τελάρα ένα μεγάλο δωμάτιο, που έμοιαζε σαν καφενείο. Καταπληκτική η ατμόσφαιρα και το κεφάλι μας ήσυχο απ’ τις φωνές και τις διαμαρτυρίες της μάνας. Πίσω απ’ το πανί ο Θανάσης κι ο Γιάννης με τις φιγούρες, τα κεριά, τα σανίδια, το τηγάνι και το φτερό. Μπροστά στο πανί είκοσι παιδιά, τριάντα, δε χωρούσαμε εμείς τα μικρότερα και μας άφηναν έξω και σηκωνόμασταν στις άκρες των ποδιών μας να δούμε.

– Να κ’τάτε, αυτού π’ κάθεστε, μη ξεκαμπίσ’ τίποτα ο δάσκαλος, μας διάταζαν.

Ακούγονταν βήματα. Σαστίζαμε.

– Ωχ! φωνάζαμε.

– Πόσ’ έρχονται; ρώταγαν από μέσα.

– Ένας σαν κι να φαίνεται, απαντούσαμε εμείς.

– Καλά, έλεγαν αδιάφορα. Ο μπάρμπα – Σαραφείμ’ς είναι.

Ακουμπισμένος ο μπάρμπα – Σεραφείμ στη μαγκούρα του, έπαιρνε κάθε βράδυ την ίδια ώρα το δρόμο για το σπίτι του, που βρισκόταν έξω απ’ το χωριό.

– Τι κάν’τι ιδώ ορέ, φώναζε σαν έφτανε έξω απ’ το σπιτάκι κι έριχνε και μια με τη μαγκούρα του στα τελάρα.

Δεν του απαντούσε κανένας και συνέχιζε το δρόμο του μουρμουρίζοντας:

– Άι και σας πιάσ’ ο δάσκαλος…

Και δεν άργησε να εκπληρωθεί το ρηθέν. Κάποια βραδιά φάνηκαν από μακριά δυο σκιές. Προχωρούσαν αμίλητες. Δε δώσαμε σημασία, μας απορρόφησαν τα μεράκια του Θανάση και του Γιάννη. «Αμάν – αμάν βαρύς καημός του Σταύρακα ο παιδεμός», τραγούδαγε ο Θανάσης και χτύπαγε αργά – αργά τα σύρματα ο Γιάννης, βάραγε καμιά φορά και το τηγάνι μ’ ένα κουτάλι… και πλησίαζαν οι σκιές. Κι άλλαζαν στο πανί οι άλλες σκιές και τρεμόπαιζαν πάνω στα τελάρα οι δικές μας σκιές.

– Εδώ είστε, πουλάκια μου; κεραυνός έπεσε στο τσαρδάκι. Θα σας κανονίσω αύριο εγώ, πρόλαβε κι είπεν ο δάσκαλος.

Πέρα τα τελάρα και τα καφάσια, πέρα οι φιγούρες, το τηγάνι, το φτερό, τα κεριά, τα σανίδια, σεισμός έγινε, πεταχτήκαμε σαν ελατήρια κι ούτε βλέπαμε κατά πού πάμε και χωθήκαμε στα περιβόλια και μοιάζαμε πάνω στα δέντρα κρεμασμένοι σαν τις φιγούρες του Καραγκιόζη.

 

 (Από τη συλλογή «Πηγάδια και πήγασοι – Αφηγήματα της  δραχμούλας)