Ο εκπαιδευτικός ως δάσκαλος

Κάθε 5 Σεπτεμβρίου τιμάται (τουλάχιστον στις πολιτισμένες χώρες) η παγκόσμια ημέρα του εκπαιδευτικού. Δεν θα αναλωθώ, εδώ, σε έρευνες για το κατά πόσον ο ρόλος του εκπαιδευτικού στη χώρα μας έχει την αναγνώριση που του αξίζει, ποια είναι η αντιμετώπισή του από την κοινωνία και πώς τον βλέπει η εκάστοτε πολιτική ηγεσία και δη του Υπουργείου Παιδείας. Το γεγονός ότι οι εκπαιδευτικοί είναι ο μόνος, ίσως, κλάδος (μαζί με τους υγειονομικούς) όπου όλοι οι εργαζόμενοι είναι πτυχιούχοι ανωτάτων σχολών οι οποίοι έχουν διοριστεί με παντελώς αξιοκρατικές διαδικασίες, αλλά αμείβονται αρκετά χαμηλότερα από πολλούς άλλους κλάδους εργαζομένων, δείχνει πόσο η πολιτική ηγεσία και η κοινωνία (εκ)τιμούν την δημόσια εκπαίδευση. Γι’ αυτό δεν θα προσπαθήσω να αλλάξω μια ήδη διαμορφωμένη γνώμη. Θα προσπαθήσω, όμως, να μεταφέρω, εδώ, την όψη του εκπαιδευτικού, όπως θα ήθελα εγώ να είναι, όπως προσπαθούν οι περισσότεροι συνάδελφοι (πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας) να γίνουν, όπως δηλαδή την αποτύπωσε ένας μεγάλος δάσκαλος, ο πανεπιστημιακός Ι. Θ. Κακριδής σε μια ομιλία του.

Γράφει ο μεγάλος Κακριδής: «Στο πρώτο πρόχειρο κοίταγμα η σχέση ανάμεσα στο δάσκαλο και στο μαθητή φαίνεται πολύ απλή. Ο πρώτος δίνει γνώσεις και ο δεύτερος δέχεται γνώσεις. Και όμως το πράγμα δε σταματάει εδώ. Το κάτω-κάτω, αν ήταν μόνο γνώσεις να μεταδίδουμε, ο καθηγητής θα μπορούσε πολύ ωραία ν’ αντικατασταθεί από τα βιβλία, που τα διαβάζει κανείς με πιο άνεση στο σπίτι του. Εκείνο που περιμένει ο μαθητής – ας είναι και ανεπίγνωστα – είναι κάτι πολύ πιο πλατύ και πολύ πιο βαθύ από το να πλουτίσει το μυαλό του με ορισμένα γνωστικά στοιχεία. Αν είναι ο δάσκαλος να επιδράσει σωστά πάνω του, θα επιδράσει πολύ καθολικότερα. Γι’ αυτό παίρνει τόση σημασία η προφορική διδασκαλία, γι’ αυτό πρέπει ο δάσκαλος να είναι αληθινά μια προσωπικότητα. […] Ο νέος γυρεύει να βρει στο δάσκαλο του τον οδηγό της ζωής, κι’ έτσι που είναι ακόμα γεμάτος φλόγα και όνειρο και δίχως πείρα μεγάλη, έτσι που δεν ξέρει την πραγματικότητα και γι’ αυτό θαρρεί πως μπορεί εύκολα να την αλλάξει και να τη διορθώσει, να τη δαμάσει και να την κατευθύνει αυτός, έτσι που πιστεύει απόλυτα στην ηθική και στην πνευματική δύναμη του ανθρώπου, είναι το μόνο φυσικό να δοθεί με όλη του την ψυχή στο δάσκαλο του, που τον περιμένει άξιο να του δείξει το δρόμο για την κατάχτηση της ζωής. Το ξέρει ο δάσκαλος: ο πιο σκληρός κριτής του είναι ο μαθητής. Θα ήταν όμως μικρόψυχο αν στην σκληρότητα αυτή ζητούσε να βρει ελατήρια ταπεινά· γιατί αυτή ακριβώς η σκληρότητα δείχνει πόσον ιδανισμό κλείνει μέσα του ο νέος. […]

Συχνά πιστεύουμε πως ο δάσκαλος μόνο δίνει και ο μαθητής μόνο παίρνει. Δεν ξέρουμε ότι σε μια παιδεία, φτάνει ν’ αξίζει το όνομα αυτό πραγματικά, και οι δυο πλευρές ταυτόχρονα και παίρνουν και δίνουν, ότι δεν είναι μόνο ο μαθητής, είναι και ο δάσκαλος που παιδεύεται, ίσως μάλιστα πιο γόνιμα από τον νέο, έτσι που ζει μια ζωή πιο συνειδητή απ’ ό,τι εκείνος. Όπως ο μαθητής το δάσκαλο του, το ίδιο βλέπει και ο δάσκαλος το μαθητή του πιο πάνω απ’ ό,τι πραγματικά στέκει, υπερτιμώντας τον πάντοτε, και ηθικά και πνευματικά. Μπορεί να γελάσει κανείς μαζί του, που πιστεύει το μαθητή του καλύτερο απ’ ό,τι στ’ αλήθεια είναι, και να του μεμφθεί την ανεδαφική αυτή πίστη. Όμως εκείνος το ξέρει: το όνομα του δασκάλου δε θα το άξιζε, αν σε κάθε νέο που έρχεται κοντά του δεν έβλεπε μια ψυχή άξια να πραγματώσει κάθε καλό. Κι’ έπειτα, αν δεν πιστέψουμε στο αδύνατο, δεν μπορούμε να εξαντλήσουμε το δυνατό στα έσχατά του όρια.

Έτσι, όπως είδαμε πριν το μαθητή αυστηρό μπροστά στο δάσκαλο, βλέπουμε τώρα το δάσκαλο αυστηρό μπροστά στο μαθητή· γιατί όπως ο νέος, έτσι και ο δάσκαλος κλείνει μεγάλο μέσα του το όραμα του ανθρώπου, κι’ ακόμα, καθώς στέκει δίπλα στη νεότητα, που πρωτοδοκιμάζει τα φτερά της, ξαναζεί τη δική του περασμένη ζωή – τότε που αν δεν ήταν τόσο πλούσιος σε πείρα ζωής και σε γνώση, όμως γι’ αντιστάθμισμα είχε και αυτός πολύ πιο πολλή φλόγα κι’ ορμή […].  Τη σχέση όμως ανάμεσα στο δάσκαλο και στο μαθητή δεν την προσδιορίζουν αποκλειστικά οι υποκειμενικοί παράγοντες που είδαμε ως τώρα· την προσδιορίζουν και παράγοντες αντικειμενικοί, και πρώτα-πρώτα το αντικείμενο του κοινού μόχθου των: η επιστήμη και η γνώση. Σε οποιονδήποτε κλάδο της επιστήμης κι’ αν μυηθεί ο νέος θ’ αντικρίσει τον τεράστιο μόχθο του ανθρώπου για να καταχτήσει τη γνώση. Όμως έξω από την επιστήμη υπάρχει κι’ ένας άλλος, πολύ πιο μεγάλος αντικειμενικός δεσμός που δένει το μαθητή με το δάσκαλο: η αγάπη της πατρίδας. Η επιστήμη έχει αλήθεια διεθνικό χαρακτήρα. Και όμως! Δεν μπορεί να δουλέψει κανείς για την ανθρωπότητα παρά μόνο με το να δουλέψει για την πατρίδα του. Και πιο μεγάλη ικανοποίηση νιώθει ο δάσκαλος, όταν βλέπει πως ο μαθητής του κατόρθωσε να τον ξεπεράσει. Γιατί τα έθνη προκόβουν, όταν στην ατέρμονη αυτή λαμπαδηφορία η φλόγα της λαμπάδας στο κάθε νεότερο χέρι φουντώνει όλο και πιο πολύ.

Και αργότερα όμως, όταν η ζωή χωρίσει το δάσκαλο και το μαθητή, ο σύνδεσμος ανάμεσά τους μένει. – Ποιο είναι το πιο μεγάλο όνειρο ενός που έταξε σκοπό της ζωής του να μορφώνει τις νέες γενεές; Να σε βρει ύστερα από χρόνια πολλά σε μιαν άλλη πολιτεία ένας άντρας άγνωστος σου, να σε κοιτάξει ένα λεπτό καλά, να σε πλησιάσει έπειτα και να σου φανερώσει πως ήταν μαθητής σου κάποτε. Να θυμηθείτε μαζί τα παλιά, να κουβεντιάσετε ώρα πολλή και μια στιγμή να σου πει: «Μου είχες δώσει γνώσεις πολλές αλήθεια. Όμως αυτές δεν είχαν και τόση σημασία. Θα μπορούσα να τις βρω και σε βιβλία πολύ σοφότερά σου. Αυτό που με κάνει να μη σε ξεχνώ είναι κάτι άλλο: είναι η πίστη και η αγάπη στον άνθρωπο που κατόρθωσες να στηρίξεις μέσα μου”». Όσο αντιμετωπίζουμε τους εκπαιδευτικούς ως διεκπεραιωτές ύλης, όσο οι ίδιοι εγκλωβίζονται στο λαβύρινθο αυτό και ξεχνούν την πραγματική τους αποστολή, όσο η ηγεσίες δεν τους υποστηρίζουν (με επιμόρφωση, μετεκπαίδευση, συμβουλευτική στήριξη κ.λπ.), ας μην απορούμε γιατί δεν προοδεύουμε ως χώρα.

Γράφει ο Κώστας Κωσταβασίλης