Ο δόκτωρ Τζέκυλ και ο μίστερ Χάϋντ της εκπαίδευσης

Η πρόσφατη τροπολογία του Υπουργείου Παιδείας σχετικά με την αναμετάδοση της διδασκαλίας των μαθημάτων από την τάξη, καταδεικνύει σε πολύ μεγάλο βαθμό την απόσταση που χωρίζει τους «εγκεφάλους» που σχεδιάζουν(;) την εκπαιδευτική πολιτική από την πραγματική διδακτική πράξη και την εκπαιδευτική πραγματικότητα. Κι αυτό γιατί, αντίθετα απ’ ό,τι φαντάζεται το Υπουργείο, η διδακτική πράξη δεν είναι ούτε  μία στατική διαδικασία κατά την οποία ο διδάσκων ακίνητος σε ένα σημείο μονολογεί, ούτε μία εισήγηση σε συνέδριο όπου ο εισηγητής από βάθρου ανακοινώνει τα πορίσματα της μελέτης του. Αυτό που φαίνεται ότι αγνοεί η ηγεσία του Υπουργείου είναι ότι η διδακτική πράξη είναι μία ζωντανή διαδικασία αλληλεπίδρασης με τους μαθητές, ένα διαρκές διδακτικό μαθησιακό  γίγνεσθαι, μία συμμετοχική και συλλογική πορεία προς τη μάθηση.

Και γεννάται το ερώτημα.  Πώς σκέφτεται το Υπουργείο να καταγράψει την κίνηση αυτή; Με κάμερες που θα παρακολουθούν την κίνηση όλων των εμπλεκομένων καθηγητών και μαθητών; Μα κάτι τέτοιο δεν θα καταφέρει τίποτε άλλο παρά να μετατρέψει  τις σχολικές αίθουσες  σε στούντιο για ριάλιτι σόου. Πώς θα διατηρηθεί η προσωπική παιδαγωγική σχέση που χτίζεται μέσα από κάθε λεπτό της εκπαιδευτικής διαδικασίας όταν όλοι γνωρίζουν ότι παρακολουθούνται, σχολιάζονται και πιθανόν καταγράφονται  – ενδεχομένως ακόμη και για δόλιους σκοπούς-  από οποιονδήποτε σχετικό ή άσχετο με μαθητές και καθηγητές; Και πώς η  μαθησιακή διαδικασία θα διατηρήσει την απαραίτητη και αναγκαία φυσικότητά της;

Στη μετάδοση μέσα από την σχολική τάξη οι αντιδράσεις των μαθητών δεν μπορούν  να ελεγχθούν  όπως στη σύγχρονη εξ αποστάσεως διδασκαλία.  Οτιδήποτε συμβεί μέσα σε αυτήν μεταδίδεται αυτόματα σε κοινό που δεν ξέρουμε. Πώς θα προστατεύσουμε από μία πιθανή διαπόμπευση  -και με μαγνητοσκόπηση μάλιστα- τους μαθητές που μέσα σε μία ζωντανή τάξη μπορεί κάποια στιγμή να λειτουργήσουν με τρόπο που μπορεί να γελοιοποιηθεί, να γίνει αντικείμενο σαρκασμού και ευτελισμού; Και πόσο μπορούν και οι ίδιοι οι μαθητές, γνωρίζοντας ότι καταγράφονται, να λειτουργήσουν αυθεντικά; Και τι συμβαίνει με τα προσωπικά δεδομένα των ανήλικων μαθητών μας; Θα δεχτούμε την παραβίαση της ιδιωτικότητας και των ατομικών δικαιωμάτων;

Οι εκπαιδευτικοί απέδειξαν όλο αυτό το διάστημα ότι νοιάζονται για τους μαθητές τους. Τους στηρίζουν και διατηρούν ζωντανή την παιδαγωγική σχέση  μαζί τους, με προσωπικές θυσίες και υψηλό αίσθημα ευθύνης τόσο όταν υπάρχει φυσική παρουσία στο σχολείο όσο και όταν οι συνθήκες επιβάλλουν την εξ αποστάσεως υποστήριξη.  Το κάνουν αυτό μέσα σε αντίξοες συνθήκες, σε κτήρια που δεν επιτρέπουν καμία σύγκριση με την ευρωπαϊκή πραγματικότητα, με θεσμικό πλαίσιο που αναμασά το σύστημα που εδραιώθηκε πριν από 45 χρόνια κι ακόμα ισχύει, ξεπερασμένο πια από την ίδια την κοινωνία και απαξιωμένο από τις ίδιες τις συνθήκες, με εξοπλισμό που ελάχιστα μπορεί να υποστηρίξει τις σύγχρονες ανάγκες διδασκαλίας, σε αίθουσες που δεν θερμαίνονται επαρκώς το χειμώνα και δεν δροσίζονται το καλοκαίρι, με 27 παιδιά ανά αίθουσα (όταν στην Ευρώπη ο αντίστοιχος αριθμός είναι πολύ μικρότερος). Αν κάποιος έχει διαφωνίες, ας σκεφτεί κατά πόσον θα έστελνε το παιδί του σε φροντιστήριο που θα του παρείχε τέτοιες συνθήκες μάθησης.

Και έπειτα ας σκεφτούμε ότι ο ρόλος του εκπαιδευτικού δεν είναι απλώς η ανα-μετάδοση γνώσεων. Αυτό πλέον μπορεί να γίνει κι από οποιοδήποτε ηλεκτρονικό μέσον, υπολογιστή, κινητό, ρομπότ κ.λπ. Ο εκπαιδευτικός είναι ως ένα βαθμό διανοούμενος. Ακριβώς γιατί επιχειρεί να διαμορφώσει συνειδήσεις, να εξανθρωπίσει τον άνθρωπο, να καλλιεργήσει την εικόνα του χειραφετημένου πολίτη. Γι’ αυτό, πριν από το όποιο επιστημονικό αντικείμενο και τη μετάδοση των σχετικών γνώσεων, είναι υποχρεωμένος να διαπαιδαγωγεί σε ένα ανθρωπιστικό σύστημα αξιών: αλληλεγγύης, σεβασμού, κοινωνικής δικαιοσύνης και πνευματικής ελευθερίας. Πριν απ’ όλα, λοιπόν, ο εκπαιδευτικός δεν έχει κατά νου μόνο την πληροφορία/γνώση που πρέπει να μεταδοθεί, αλλά, κυρίως, τη διαμόρφωση της προσωπικότητας του νέου που έχει απέναντί του (γιατί, παρόλο που βρίσκεται αντιμέτωπος με 27 νέους, ο εκπαιδευτικός είναι υποχρεωμένος από την ίδια του τη συνείδηση και το λειτούργημά του να τους αντιμετωπίζει ως ξεχωριστή οντότητα τον καθένα ξεχωριστά, με τις ιδιαίτερες ικανότητες, αλλά και τα ιδιαίτερα προβλήματά του) και τη συγκρότηση της κοινωνικής και πολιτικής του (με την έννοια της ένταξης στην πολιτεία) συνείδησης. Γι’ αυτό, πρώτοι απ’ όλους, οι εκπαιδευτικοί ανησυχούν και νοιάζονται για την ισότιμη πρόσβαση των μαθητών τους στη γνώση και την εκπαίδευση!

Το παράδοξο είναι ότι όλα αυτά τα αντιπαιδαγωγικά που εκτυλίσσονται τελευταία έρχονται σε αντίθεση και με όλα όσα προβάλλονται ως κατεξοχήν αναγκαία για τη σύγχρονη εκπαίδευση σε όλες τις επιμορφωτικές συναντήσεις με τους Συντονιστές Εκπαίδευσης (πρώην σχολικούς συμβούλους), τις επιμορφωτικές δράσεις για τη χρήση νέων τεχνολογιών (γιατί μόνο τέτοιες υπάρχουν, εφόσον το ελληνικό κράτος έχει καταργήσει εδώ και χρόνια την Σχολή Επιμόρφωσης Λειτουργών Μέσης Εκπαίδευσης, τα Περιφερειακά Επιμορφωτικά Κέντρα και τις άδειες για επιμόρφωση) και τα εκπαιδευτικά συνέδρια (όπου συμμετέχει μόνο όποιος εκπαιδευτικός μπορεί να καλύψει τα έξοδά του μόνος του, δεδομένου ότι δεν προβλέπεται συνδρομή στην ανάλογη επιμόρφωση από την πολιτεία!). Είναι σαν το Υπουργείο να είναι ένας δόκτωρ Τζέκυλ που μέσα από το Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής συστήνει ομαδοσυνεργατική μάθηση, ολιγομελείς ομάδες μελέτης, διαμορφωτική αξιολόγηση με πρότζεκτ που, όταν χρειαστεί να διαθέσει πόρους ή να θεσπίσει μέτρα για όλα αυτά, μετατρέπεται σε μίστερ Χάυντ που επιμένει στη μετωπική διδασκαλία του 19ου αιώνα, τη δασκαλοκεντρική μάθηση, την αυθεντία του ενός βιβλίου, την απομνημόνευση και την αποστήθιση, την τιμωρία και την απόσταση του μαθητή από το δάσκαλο.

Έγραφα σε προηγούμενο άρθρο ότι θα πρέπει η μετάβαση στην «επόμενη μέρα» απαιτεί μεγάλη προσοχή. Φαίνεται ότι στην εκπαίδευση όχι μόνο προσοχή δεν δίνεται πλέον, αλλά ούτε και σημασία. Κι αυτό δεν προοιωνίζεται θετικές προοπτικές για το μέλλον μας ως λαός και ως χώρα!