Οι Υφοποιοί του Κομποτίου ανακαλύπτουν ξανά την Αμερική

 Γράφει ο ΚΩΣΤΑΒΑΣΙΛΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ
Όσοι κατηγορούν τον σύγχρονο ελληνικό πολιτισμό στηρίζουν την άποψή τους στη διαπίστωση ότι δήθεν η πολιτισμική παραγωγή των σύγχρονων Ελλήνων έχει σταματήσει στον Καμπανέλη, τον Χατζηδάκη, τον Θεοδωράκη, τον Ξαρχάκο ή τον Ελύτη. Από εκεί και μετά, λένε, δεν υπάρχουν σπουδαίοι μουσικοί, ζωγράφοι ή συγγραφείς. Μέσα σε μια τέτοια απαξίωση, είναι λογικά δύσκολο να μπορέσει να αναδειχθεί ένας νέος συγγραφέας και ιδιαίτερα αν είναι και θεατρικός. Η θεατρική κοινότητα, μπορεί να αναζητά νέα έργα, όμως, εν μέσω της κρίσης που πρώτοι απ’ όλους βιώνουν οι φορείς του πολιτισμού, η πιο εύκολη λύση είναι η καταφυγή σε γνωστά και επιτυχημένα θεατρικά έργα από κλασικούς πλέον θεατρικούς συγγραφείς. Επομένως, το να αναζητήσει κανείς έργο σύγχρονου συγγραφέα στις μέρες μας είναι ενεργός προσφορά στον πολιτισμό μας, δεδομένου ότι υπάρχουν ικανότατοι δημιουργοί που διαμορφώνουν έργα αξίας. Πολύ μεγαλύτερη προσφορά είναι το να δείξει κανείς εμπιστοσύνη σε έργο γυναίκας δημιουργού, δεδομένης επίσης της δυσπιστίας που υπάρχει γενικότερα για τις γυναίκες στη λογοτεχνία (ενδεικτικά αναφέρω ότι στο βιβλίο της Γ΄ Λυκείου στην Ιστορία υπάρχει αναφορά σε έξι άνδρες Μικρασιάτες λογοτέχνες και καμία σε γυναίκα, παρόλο που η αξία της Διδώς Σωτηρίου, για παράδειγμα είναι αναμφισβήτητη). Ο Πολιτιστικός Σύλλογος Κομποτίου και οι Υφο-ποιοί του δεν διστάζουν να τολμήσουν αυτή την αναζήτηση, ανεβάζοντας φέτος το θεατρικό έργο «Ποιος ανακάλυψε την Αμερική;» της σύγχρονης ελληνίδας συγγραφέως Χρύσας Σπηλιώτη.
Οι περισσότεροι από μας γνωρίζουμε τη Σπηλιώτη ως ηθοποιό είτε από το θέατρο είτε, κυρίως, από την τηλεόραση, όπου έχει υπογράψει σειρά σεναρίων, αλλά και έχει πρωταγωνιστήσει σε σειρές όπως «Το καρέ της Ντάμας», στο MEGA πριν από 10 περίπου χρόνια. Όπως αναφέρεται στο βιογραφικό της, γεννήθηκε στην Αθήνα και είναι απόφοιτος της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου, παρακολούθησε μαθήματα αυτοσχεδιασμού στη Γαλλία και εργάστηκε για πολλά χρόνια σαν ηθοποιός. Απ’ το 1997 στράφηκε κυρίως στη συγγραφή θεατρικών κειμένων. Έργα της που έχουν παιχτεί στην Ελλάδα και κάποια στο εξωτερικό (Ν.Υόρκη, Λονδίνο, Κροατία, Ολλανδία) είναι «Ποιος ανακάλυψε την Αμερική;», «Σκοτσέζικο Ντους», «Αγκά-σφί και φί», «Με διαφορά στήθους», «Φωτιά και Νερό» ,«Ποιος κοιμάται απόψε;», «Το μάτι της Τίγρης». Το «Ποιος ανακάλυψε την Αμερική;» έχει μεταφραστεί σε έξι γλώσσες ενώ το «Φωτιά και Νερό» έχει μεταφραστεί και παιχτεί επίσης στα αγγλικά στο Tristan Bates Theatre. Η θεματολογία της Σπηλιώτη ξεκινάει, στα πρώτα της έργα από τα προβλήματα της σύγχρονης γυναίκας, μέσα από την ανάγκη της να ανταποκριθεί στους πολλαπλούς ρόλους που της ανατίθενται με ή χωρίς τη θέλησή της από την κοινωνία σε συνάρτηση με μια κωμικά ψυχογραφική διάθεση ενδοσκόπησης στο γυναικείο φύλο, για να προχωρήσει στην ανατομία της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας, με ένα ανατρεπτικό και αυτοσαρκαστικό, πολλές φορές, χιούμορ. Πρόκειται για μια πολύ ενδιαφέρουσα περίπτωση σύγχρονης δημιουργού.
Το έργο της «Ποιος ανακάλυψε την Αμερική;» είναι από τα πλέον γνωστά και αγαπημένα έργα του σύγχρονου νεοελληνικού θεάτρου. Μας ξεναγεί σε μια προσωπική, εσωτερική ήπειρο, σχεδόν άγνωστη, γεμάτη απρόοπτα, με όχημα μια γυναικεία φιλία και με προορισμό την ίδια μας την ικανότητα να ονειρευόμαστε ακόμα κι όταν όλα γκρεμίζονται. Δυο κορίτσια, η Καίτη και η ξαδέλφη της Λίζα, συνομήλικες και εντελώς αντίθετοι χαρακτήρες αναπαριστούν τη ζωή τους με πάθος και χιούμορ. Μεγαλώνουν, ερωτεύονται, προδίδουν και προδίδονται, επιλέγουν, αποτυχαίνουν, προσπαθούν… ζουν. Τα όνειρα και οι εφιάλτες τους γίνονται πραγματικότητα σε μια σκηνική αποτύπωση όπου οι δυο ηθοποιοί ενσαρκώνουν όλα τα ηλικιακά στάδια της ζωής τους, από την παιδική τους ηλικία έως το γηροκομείο. Το έργο αν και φαινομενικά απλό, είναι βαθιά ανθρώπινο, κρατάει εύθραυστες ισορροπίες ανάμεσα στο κωμικό και στο τραγικό και ο λόγος του είναι λεπτός και άμεσος.
Ένα τέτοιο έργο απαιτεί προσεκτική σκηνοθετική ματιά, ειδικά όταν πρόκειται να σκηνοθετηθεί από γυναίκα, διότι δεν είναι δύσκολο να παρασυρθεί κανείς και να το φορτώσει με υπερβολικά στοιχεία ενδοσκοπικής ψυχανάλυσης, ακυρώνοντας το κωμικό του στοιχείο ή να προσπαθήσει να το ελαφρύνει περισσότερο απ’ ό,τι πρέπει ακυρώνοντας έτσι τις δραματικές του εντάσεις. Στην περίπτωση της παράστασης των Υφο-ποιών, όμως, το έργο ευτύχησε να σκηνοθετηθεί από την Αφροδίτη Κατσαούνου η οποία το προσέγγισε με την προσοχή και τη συμπάθεια που του αξίζει. Η σκηνοθέτις καθοδήγησε τις δύο πρωταγωνίστριες με προσοχή και σύνεση, επιτρέποντάς τους να εκδηλώνουν τα συναισθήματά τους με ένταση εκεί όπου χρειάζεται δραματική έξαρση, αλλά και με σκηνικό μέτρο και σύνεση εκεί όπου χρειάζεται ενδοσκόπηση, προβληματισμός ή και γέλιο. Με την προσθήκη των επιμέρους χαρακτήρων του έργου, η κα Κατσαούνου κατάφερε να διαμορφώσει ένα σύνολο που κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον του θεατή, με τις εντάσεις, τις ανατροπές αλλά και τις κωμικές στιγμές του.
Η διανομή αποτέλεσε επίσης μια επιτυχία. Στο μοναδικό ανδρικό ρόλο του έργου, ο Κωνσταντίνος Σωτηρίου (από τα δραστήρια και χαμηλών τόνων στελέχη και των τριών παραστάσεων των Υφο-ποιών), πλάθει έναν κομμωτή που συμβάλει άψογα στην προώθηση της πλοκής, χωρίς να παρασύρεται από τετριμμένα κλισέ ως προς την ανάπτυξη του χαρακτήρα. Στους μικρότερους γυναικείους ρόλους, η Ελένη Χαλκιά σμιλεύει ένα μικρό ρόλο διαμάντι, καθώς σε πείθει ότι είναι μια πραγματική καφετζού, κι ότι δεν κάνει τίποτε άλλο από το να λέει τον καφέ σε εύπιστες κυρίες ή κυρίους. Η Γεωργία Παπακώστα, σε έναν από τους πιο δύσκολους ρόλους, καλείται να διαμορφώσει σε λίγο χρόνο έναν αντιπαθητικό χαρακτήρα ως καταπιεστική μαμά της Καίτης. Τα καταφέρνει με πολύ μεγάλη επιτυχία σε σημείο που να σε προκαλεί να την αντιπαθήσεις. Η Βασιλική Σκουλίδα, ως αυτάρεσκη και μοντέρνα μαμά της Λίζας, μας δίνει μια καθαρή εικόνα του χαρακτήρα που υποδύεται, χωρίς αφύσικες ή έντονα στυλιζαρισμένες κινήσεις που εύκολα μπορεί να υιοθετηθούν όταν κάποιος υποδύεται έναν χαρακτήρα της καθημερινότητας.
Στους κύριους ρόλους, η Παναγιώτα Κολιούλη ως γεμάτη αυτοπεποίθηση, επίδοξη κατακτήτρια του κόσμου, όμορφη και επιτυχημένη για τους άλλους Λίζα, αναπτύσσει όλες τις πτυχές του χαρακτήρα της με επιτυχία, καταφέρνοντας να αναδείξει όχι μόνο με τα λόγια, αλλά και με τις κινήσεις, την έκφραση του προσώπου και τις παύσεις της, τη μετάπτωση από τη φαινομενική ανεμελιά στην παρολίγον κατάθλιψη της εσωτερικής μοναξιάς. Η Ελισάβετ Μαρία Λιάπατα, ως συνεσταλμένη, ανασφαλής, καταπιεσμένη και θεωρητικώς αποτυχημένη Καίτη, μας συνεπαίρνει και μας καθιστά κοινωνούς της πορείας της από την παθητική αποδοχή της καταπίεσης στην χειραφέτηση και την ανάπτυξη μιας προσωπικότητας που θα διεκδικήσει με πάθος και επιτυχία της ευτυχία της αυτόβουλης ζωής. Η στάση της στις διάφορες σκηνές του έργου, οι παύσεις αλλά και τα κωμικά γυρίσματα, συνθέτουν με τη συμπρωταγωνίστριά της ένα έξοχο δίδυμο επί σκηνής.
Τα σκηνικά ολοκληρώνουν την άριστη εικόνα, καθώς τόσο η αισθητική τους όσο και η διάταξή τους παραπέμπουν σε μια χωροχρονική συνέχεια. Τα κοστούμια, με το εύρημα της ολόσωμης μαύρης φόρμας να συμβολίζει τη σταθερότητα του προσώπου και τα ρούχα να δηλώνουν τις αλλαγές των χρονικών περιόδων, στηρίζουν απόλυτα το εγχείρημα της σκηνοθέτιδος. Η μουσική έρχεται να συμπληρώσει άψογα το όλο εγχείρημα. Αξίζουν συγχαρητήρια στους Υφο-ποιους και τον Πολιτιστικό Σύλλογο Κομποτίου που για τρίτη χρονιά τολμούν και ανεβάζουν τον πήχη των θεατρικών δρωμένων της περιοχής μας ακόμα ψηλότερα!!