Οι Προοπτικές της Νέας Χρονιάς

2017Γράφει ο ΚΩΣΤΑΒΑΣΙΛΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ
Δεν ξέρω αν και κατά πόσον αληθεύει αυτό που λέει η παροιμία, ότι δηλαδή η καλή η μέρα φαίνεται από το πρωί, αλλά αν είναι έτσι, τότε η κακιά η μέρα θα φαίνεται και αυτή από την έναρξή της. Το λέω αυτό με αφορμή τα όσα συνέβησαν στον τόπο μας αλλά και σε διεθνές επίπεδο με τη λήξη του προηγούμενου και άμα τη ενάρξη του τρέχοντος έτους (που δεν είναι και δίσεκτο το άτιμο, ώστε να τα φορτώσουμε όλα στο κακό το ριζικό που κουβαλάνε πάντα μαζί τους κατά τη λαϊκή παράδοση τα δίσεκτα έτη). Τρομοκρατικές επιθέσεις, αξιολόγηση, αδόκητοι θάνατοι σημάδεψαν το τέλος της χρονιάς που έφυγε. Κακοκαιρία, προβλήματα στις μετακινήσεις και ξανά τρομοκρατικές επιθέσεις σημαδεύουν την έναρξη της νέας χρονιάς. Είναι αυτό ένα σημάδι; Ποιος μπορεί να ξέρει αλήθεια;
Οι παλαιότεροι, είναι αλήθεια, πίστευαν αρκετά αν όχι πολύ στα σημεία, όπως λέμε, των καιρών. Εξέταζαν το πέταγμα των πουλιών, κοίταζαν τον καφέ, έψαχναν τα όνειρά τους για ενδείξεις που θα τους βοηθούσαν να ερμηνεύσουν και να προγραμματίσουν καλύτερα το μέλλον τους. Σε αρκετές περιπτώσεις μάλιστα οι προσπάθειες αυτές κατέληγαν σε δοξασίες που παρέμεναν για χρόνια ως παραδόσεις από γενιά σε γενιά. Το λάλημα της κουκουβάγιας, για παράδειγμα, ήταν κακός οιωνός, αν έβλεπες μαύρη γάτα έπρεπε να περιμένεις κάτι κακό, ενώ οι επέτειοι άσχημων ιστορικών γεγονότων θεωρούνταν εκ των προτέρων κακοσημαδιές. Έτσι η Τρίτη, που ταυτίζεται με τη άλωση της Πόλης, είναι κακή μέρα, η 13η του μηνός (και γενικά ο αριθμός 13), που συνέπεσε με τη νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου και τη σφαγή δεκάδων χιλιάδων αθώων διαμαρτυρομένων στη Γαλλία το 16ο αιώνα, θεωρούνται επίσης γρουσούζικα. Θα πρέπει λοιπόν έτσι να αντιμετωπίσουμε κι εμείς το 2017;
Σε γενικό επίπεδο δεν είμαι σίγουρος ότι το νέο έτος θα μπορέσει να δικαιώσει τις προσδοκίες που έχουμε στηρίξει πάνω του. Οι ευχές όλων σχεδόν των απλών ανθρώπων για «ειρήνη», «καλή πρόοδο», «ευτυχία», δεν φαίνεται να μπορούν να εκπληρωθούν με την παρέμβαση μόνο του χρόνου και την καλή θέληση όσων τις εύχονται. Ήδη οι επιθέσεις στην Κωνσταντινούπολη και το Ισραήλ μαρτυρούν ότι ζούμε μια αναβίωση του φανατισμού στο πιο δύσκολο φάσμα του, αυτό που αφορά τις θρησκευτικές πεποιθήσεις του καθενός μας, αλλά και του πολιτισμού που βασίζεται σ’ αυτές. Μια τέτοια αναβίωση δεν μπορεί να μη συνδέεται με το γενικότερο κλίμα κρίσης, φτώχειας και αστάθειας που βιώνει ο πλανήτης μας σε παγκόσμιο επίπεδο. Όσο, μάλιστα, η χώρα μας παραμένει η δημοφιλέστερη πύλη εισόδου προς την Ευρώπη για πάσης φύσεως αναξιοπαθούντες, τόσο θα πρέπει να μας ενδιαφέρει το γενικότερο κλίμα που επικρατεί. Στο παρελθόν υπήρχε μια σχετική ανεκτικότητα μεταξύ των ανθρώπων που ζούσαν στην ίδια χώρα αλλά πρέσβευαν διαφορετικά δόγματα, διαφορετικές θρησκείες ή διαφορετικό τρόπο ζωής. Θέλω να πω ότι μπορούσε στην Τουρκία κάποιος να γιορτάσει την αλλαγή του χρόνου (σύμφωνα με τα δυτικοευρωπαϊκά πρότυπα) ακόμα κι αν ήταν μουσουλμάνος, χωρίς να αισθάνεται ότι κινδυνεύει η ζωή του επειδή επέλεξε να ζει με τον τρόπο αυτό. Τουλάχιστον έτσι φαινόταν να συμβαίνει σε μεγαλουπόλεις με ευρωπαϊκό χρώμα, όπως η Κωνσταντινούπολη. Δυστυχώς οι εποχές της ανεκτικότητας δείχνουν πολύ μακρινές, ακόμα κι αν δεν έχουν περάσει τόσα πολλά χρόνια.
Αυτή η άνοδος του φονταμενταλισμού θα πρέπει να μας προβληματίσει ιδιαιτέρως, δεδομένου ότι καλούμαστε, ως χώρα, να διαχειριστούμε ένα μείζον κοινωνικό αλλά και πολιτικό πρόβλημα με ανυπολόγιστες προεκτάσεις, όπως είναι το προσφυγικό. Ήδη η τελευταία κακοκαιρία διαμόρφωσε συνθήκες απάνθρωπης διαβίωσης στα κέντρα όπου βρίσκονται συγκεντρωμένοι όλοι αυτοί οι άνθρωποι που συνέρευσαν στην πατρίδα μας με προοπτική να καταφύγουν σε κάποιο ανεπτυγμένο κράτος της Βορειοδυτικής Ευρώπης. Υπό άλλες συνθήκες, σε ένα πλαίσιο διεθνούς ανεκτικότητας και αποδοχής των διαφορετικών αντιλήψεων, θα μπορούσε να προτείνει κανείς ένα πρόγραμμα ένταξης των πληθυσμών αυτών στην κανονικότητα της ελληνικής κοινωνίας, υπό την προϋπόθεση ότι κάτι τέτοιο θα γινόταν αποδεκτό από τη διεθνή κοινότητα. Το ζήτημα, βεβαίως, δεν έγκειται μόνο στο πώς θα μπορούσε να διεξαχθεί μια τέτοια ένταξη (αυτό θα μπορούσε να συμφωνηθεί και με τους ίδιους τους πρόσφυγες, σε συνδυασμό με τια ανάγκες της ελληνικής οικονομίας σε πρωτογενή παραγωγή και πλεονάσματα, αλλά και της κοινωνίας σε νέα άτομα που μακροπρόθεσμα θα έδιναν λύση στο ασφαλιστικό), όσο στο πώς θα μπορούσε κάτι τέτοιο να πραγματοποιηθεί με ασφάλεια, δεδομένου ότι η ελληνική κοινωνία βασίζει μεγάλο μέρος του πολιτισμού της αλλά και των συνηθειών, των εθίμων και των συμπεριφορών της στη χριστιανική ορθόδοξη θρησκεία. Θα μπορούσαμε (σε μια τέτοια υποθετική περίπτωση) να γιορτάζουμε ανενόχλητοι την έλευση του νέου έτους, την Ανάσταση του Χριστού, την Κοίμηση της Θεοτόκου το Δεκαπενταύγουστο; Δύσκολα μπορεί κανείς να απαντήσει σε τέτοια ερωτήματα, πολύ περισσότερο που το μόνο ανάλογο προηγούμενο του 1922 αφορούσε ομόδοξους και ομοεθνείς πρόσφυγες.
Όπως, λοιπόν, και να το δει κανείς, το ζήτημα της ανόδου του φονταμενταλισμού είναι ένα καυτό θέμα που δε φαίνεται, όμως, να απασχολεί τους ισχυρούς του πλανήτη οι οποίοι, μάλιστα, φαίνεται να το αντιμετωπίζουν με σχετική ελαφρότητα, ως κάτι μεμονωμένο με το οποίο δεν αξίζει να ασχοληθούν διεξοδικά. Εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσία του προβλήματος. Την ώρα που η ολιγαρχία του πλούτου και οι κυβερνήσεις της Βορειοδυτικής Ευρώπης απαξιούν να συμβάλλουν στην επίλυση του προβλήματος (το οποίο εντείνεται κυρίως εξαιτίας της δικής τους αναλγησίας και της υπερβολικής συγκέντρωσης πλούτου που οξύνει την κρίση σε παγκόσμιο επίπεδο), υποκριτικά καλούν τους ασθενέστερους Ευρωπαίους αλλά και τους ίδιους τους μουσουλμάνους που ζουν στην Ευρώπη να κινηθούν για την αντιμετώπισή του, σαν να ήταν αυτοί και μόνο οι υπαίτιοι. Η τέτοια υποκρισία, όμως, οδηγεί πολλές φορές σε αντίστροφα από τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα. Αυτό από μόνο του είναι ανησυχητικό, δεν μπορεί όμως να μας εμποδίσει να ελπίζουμε σε καλύτερο 2017!!