ΟΙ ΠΡΟΕΚΤΑΣΕΙΣ ΕΝΟΣ ΒΡΑΒΕΙΟΥ

Στις μέρες που περνάμε τελευταία δεν θα έβλαπτε αν η ματιά μας έπεφτε και σε ειδήσεις που αφήνουν κάποια ελπίδα θετικής εξέλιξης ή αποτελούν δείγμα θετικών (δυνητικά τουλάχιστον) εξελίξεων. Μία από αυτές κίνησε το ενδιαφέρον μου την Πέμπτη που μας πέρασε, στην ειδησεογραφική ιστοσελίδα i-efimerida. Έγραφε ο συντάκτης της είδησης:

«Εθνική υπερηφάνεια: Ο Κωνσταντίνος Δασκαλάκης κέρδισε ένα από τα σημαντικότερα βραβεία στα μαθηματικά. Μόνο συγκίνηση και υπερηφάνεια θα μπορούσε να νιώσει κανείς για τον Κωνσταντίνο Δασκαλάκη, τον Έλληνα μαθηματικό ο οποίος μόλις στα 27 του χρόνια έλυσε τον γρίφο του Νας. Ο καθηγητής του MIT δεν έχει σταματήσει όμως μόνο σε αυτή του την ανακάλυψη, αλλά συνεχίζει να προοδεύει και να σημειώνει επιτυχίες, καθώς ο ίδιος χτες τιμήθηκε με ένα από τα σημαντικότερα βραβεία στα μαθηματικά, το Rolf Nevanlinna Prize. Το βραβείο απονέμεται κάθε τέσσερα χρόνια σε επιστήμονες κάτω των 40 ετών που συνεισέφεραν στα μαθηματικά των υπολογιστών. Δίνεται παράλληλα με το βραβείο Fields, που θεωρείται το Νόμπελ των Μαθηματικών. Ο λόγος που η Διεθνής Μαθηματική Ένωση τίμησε με αυτό το βραβείο τον Κωνσταντίνο Δασκαλάκη είναι επειδή ¨διαμόρφωσε κατανόησή μας για την υπολογιστική πολυπλοκότητα σε θεμελιώδη προβλήματα¨ που έχουν σχέση με τα μαθηματικά και την οικονομία.[…]

Ο Κωνσταντίνος Δασκαλάκης αποφοίτησε από το Τμήμα Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Μηχανικών Υπολογιστών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου (με βαθμό 9,98, με άριστα το 10), έκανε μεταπτυχιακές και διδακτορικές σπουδές στο Berkeley, πριν τον προσλάβει η Microsoft και φύγει από εκεί, και έναν χρόνο μετά να γίνει, στα 28 του, επίκουρος καθηγητής στο ΜΙΤ. Σήμερα, 36 ετών, διδάσκει ως καθηγητής της Επιστήμης των Υπολογιστών στο ΜΙΤ και εδώ και μερικά χρόνια ο ίδιος δουλεύει πάνω σε προβλήματα που συνδυάζουν την επιστήμη των υπολογιστών, την τεχνητή νοημοσύνη και οικονομική προβλήματα.»

Η επιτυχία αυτή του διακεκριμένου συμπατριώτη μας (ενός από τους πολλούς που διαπρέπουν στο εξωτερικό) μας δίνει τη δυνατότητα να προβληματιστούμε για τουλάχιστον δύο πράγματα. Το πρώτο αφορά το περιεχόμενο και την ποιότητα της εκπαίδευσης στη χώρα μας. Όπως μπορεί εύκολα να δει όποιος διαβάσει το βιογραφικό του κου Δασκαλάκη, ο επιστήμονας αυτός ολοκλήρωσε τον κύκλο των προπτυχιακών του σπουδών στην Ελλάδα και μάλιστα στο Μετσόβιο Πολυτεχνείο. Παρά τα όσα διαδίδονται, επομένως, το περιεχόμενο της ανώτατης εκπαίδευσης στην χώρα μας μπορεί να χαρακτηριστεί ως υψηλού επιπέδου, δεδομένου ότι αποτέλεσε τη βάση των μεταπτυχιακών σπουδών του Δασκαλάκη στο εξωτερικό. Όσοι ασχολούμαστε με τον τομέα της εκπαίδευσης γνωρίζουμε πως χωρίς αξιόλογες βάσεις δε γίνεται να προχωρήσει κανείς στον τομέα της εκπαίδευσης, επομένως δεν θα μπορούσαν να σταθούν αξιόλογες μεταπτυχιακές σπουδές, χωρίς αξιόλογες προπτυχιακές. Το αποδεικνύουν αυτό, άλλωστε, και οι χιλιάδες επιφανείς και μη έλληνες επιστήμονες που διαπρέπουν στα πανεπιστήμια του εξωτερικού. Η πραγματικότητα αυτή υφίσταται και στην πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, όπου η τελική διαδικασία των πανελλαδικών εξετάσεων επισκιάζει την όλη προσπάθεια εκπαιδευτικών και μαθητών που αγωνίζονται στο στίβο της γνώσης για 11 χρόνια, μόνο και μόνο για να φτάσουν να διαγκωνίζονται την τελευταία τους χρονιά στο Λύκειο.

Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι το περιεχόμενο της ελληνικής εκπαιδευτικής διαδικασίας, αλλά η απαξίωσή της. Υπάρχουν πάρα πολλοί άξιοι εκπαιδευτικοί τόσο στο δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα που αγωνίζονται να προσφέρουν ό,τι καλύτερο μπορούν στους μαθητές τους. Όλες οι προσπάθειές τους, όμως, ακυρώνονται από την απουσία αξιολόγησης, άρα και επιβράβευσης ή έστω αναγνώρισης αυτής της προσπάθειας. Σταδιακά ελλοχεύει ο κίνδυνος της παραίτησης από τον αγώνα και της επανάπαυσης, εφόσον δεν υπάρχουν ούτε κίνητρα ούτε ενθάρρυνση. Στην ελληνική πραγματικότητα των τελευταίων 40 χρόνων είτε κάνεις το χρέος σου ευσυνείδητα είτε το αντιμετωπίζεις ως απλή διεκπεραιωτική υποχρέωση που απλώς σου αποφέρει ένα μισθό, αντιμετωπίζεσαι το ίδιο και η φιλοτιμία εκλαμβάνεται ως αδυναμία ή απλώς αφέλεια. Κι όμως, αν ακόμα η ελληνική εκπαίδευση καταφέρνει να στέλνει στο εξωτερικό διαμάντια όπως ο καθηγητής Δασκαλάκης, το οφείλει ακριβώς σ’ αυτή τη φιλοτιμία και το μεράκι των εκπαιδευτικών που αγαπούν το λειτούργημά τους και σέβονται το ψωμί που τρώνε χάρη σ’ αυτό.

Το δεύτερο στοιχείο προβληματισμού προκύπτει από την ηλικία του διακεκριμένου συμπατριώτη μας, δεδομένου μάλιστα ότι το βραβείο που του απονεμήθηκε αφορούσε ακριβώς νέους (ηλικιακά) επιστήμονες. Ο κ. Δασκαλάκης, μετά το μεταπτυχιακό του αξιοποιήθηκε, αφού κρίθηκε και αξιολογήθηκε ως προς τις ικανότητές του, με αποτέλεσμα να βρίσκεται σε ηλικία μόλις 36 ετών να είναι καθηγητής σε ένα από τα ονομαστότερα πανεπιστήμια (πολυτεχνεία καλύτερα) του κόσμου. Το νεαρό της ηλικίας του δεν αποτέλεσε τροχοπέδη, όπως ίσως θα συνέβαινε στη χώρα μας αν προσπαθούσε να ακολουθήσει εδώ ακαδημαϊκή καριέρα. Ούτε αποτέλεσε εμπόδιο το γεγονός ότι ήταν ένας «ξένος», ένας μετανάστης στις Η.Π.Α., εφόσον τα προσόντα του αποδείχθηκαν όχι απλώς επαρκή αλλά υπέρ του δέοντος ικανά. Στην Ελλάδα δεν αποκλείεται να βασίζονταν στη διδακτική απειρία του και να μην τον εξέλεγαν ως καθηγητή στο Πολυτεχνείο!

Κάτι τελευταίο που προκύπτει από τα 36 μόλις χρόνια του κου Δασκαλάκη. Ο άνθρωπος αυτός, παρόλο που είναι πολύ νέος δεν οχυρώθηκε πίσω από τη νεότητά του για να αποφύγει την κριτική ή την αξιολόγηση που απαιτεί η θέση του. Ακριβώς επειδή είναι νέος γνωρίζει ότι έχει το μέλλον μπροστά του, εκτίθεται επομένως και σε κάθε κριτική που απορρέει από τη θέση στην οποία βρίσκεται και από τις ευθύνες που αναλαμβάνει. Αυτή είναι η πρέπουσα στάση ενός νέου που αναλαμβάνει ευθύνες κι όχι η αναζήτηση εξιλαστήριων θυμάτων ή η αποφυγή των ευθυνών που αναλογούν στον καθένα.

 

                                                                                                                                                               Kώστας Κωσταβασίλης